Ὁ Ἅγιος Νικόλαος μετέτρεψε τὰ κόλλυβα σὲ μαργαριτάρια

mike
By
13 Views
5 Min Read

Ἡταν κάποιος ἄνθρωπος στὴν Κωνσταντινούπολη, ὁ ὁποῖος εἶχε πολλὴ ἀγάπη στὸν μέγα Νικόλαο και σ’ αὐτὸν κατὰ τὴν μνήμη του ἐπιτελοῦσε μεγάλη καὶ θαυμαστὴ ἑορτή. Μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου ἦλθε καιρὸς ποὺ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἔπεσε σὲ πολλὴ πενία καὶ ἔσχατη φτώχεια. Δὲν εἶχε λοιπὸν τὴν δυνατότητα κατὰ τὴν συνήθειά του νὰ κάνει τὴν ἑορτὴ τοῦ Ἁγίου. Ἦλθε δὲ ἡ ἡμέρα τῆς ἑορτῆς καὶ θυμήθηκε πῶς ἑόρταζε τὸν Ἅγιο καὶ ἦταν λυπημένος ἐπειδὴ δὲν εἶχε χρήματα γιὰ τὰ ἔξοδα τῆς φιλοξενίας, ἀποροῦσε δὲ τί νὰ πράξει καὶ πῶς νὰ περάσει ἡ ἑορτὴ τοῦ ῾Αγίου.

Λέγει λοιπὸν πρὸς τὴν γυναῖκα του: «Ἰδοὺ ὅπου ἔφθασε ἡ ἑορτὴ τοῦ ῾Αγίου Νικολάου. Ἂς πουλήσουμε λοιπὸν τὸν χιτῶνα μου, γιὰ νὰ κάνουμε ἀγρυπνία καὶ κόλλυβα καὶ μία Θ. Λειτουργία στὴν μνήμη τοῦ ῾Αγίου». Ἡ δὲ τιμιωτάτη του σύζυγος τοῦ λέει: «Ὄχι, ἀφέντη μου, δὲν εἶναι καλὸ οὔτε ἁρμόζει νὰ περνᾶς χωρὶς χιτῶνα στὴν ἀγορά. ᾿Αλλ’ ἐγὼ θὰ κάθομαι στὸ σπίτι μας καὶ θὰ πουλήσουμε τὸν δικό μου, καὶ ἔτσι θὰ κάνουμε κόλλυβα καὶ λειτουργία τοῦ Ἁγίου». Τότε ὁ ἄνθρωπος εὐχαρίστησε τὸν Θεὸ καὶ τὸν Ἅγιο γιὰ τὸν καλὸ αὐτὸ λογισμὸ τῆς γυναίκας του· ἀφοῦ λοιπὸν πούλησαν τὸν χιτῶνα ἔκαναν κόλλυβα καὶ Θ. Λειτουργία.

Ἐπῆγε καὶ πρὸς τὸν ἱερέα καὶ τοῦ λέει: Ἅγιε δέσποτά μου, σὺ γνωρίζεις καλὰ τὰ κατ᾿ ἐμέ, πῶς κάθε χρόνο ἐπιτελοῦσα τὴν ἑορτὴ τοῦ μεγάλου ἱεράρχου Νικολάου, καὶ τώρα πῶς πτώχυνα καὶ δὲν μπορῶ νὰ τὴν τελέσω. Μόνον μικρή πανήγυρη κάμε καὶ σὲ παρακαλῶ ψάλλε τὰ τοῦ Ἑσπερινοῦ καὶ τῆς Θ. Λειτουργίας γιὰ τὴν μνήμη τοῦ Ἁγίου. Ὑπάκουσε ὁ ἱερεὺς καὶ ἀφοῦ ἔψαλε τὸν Ἑσπερινὸ καὶ τέλεσε καὶ τὴν Θ. Λειτουργία, εἶπε καὶ τὴν εὐχὴ τῶν κολλύβων. Κατόπιν ἔδωσε τὰ κόλλυβα στὸν λαὸ καὶ ἦλθε καὶ στὸν πτωχό. Ἐκεῖνος, ἀφοῦ πῆρε στὸ χέρι του λίγα κόλλυβα, δὲν τὰ ἔφαγε, ἀλλ’ ἀφοῦ ἐπέστρεψε στὴν οἰκία του, τὰ ἔβαλε στὸ σεντούκι καὶ τὰ ἐφύλαξε γιὰ εὐλογία. Τί λοιπὸν κάνει ὁ θαυμαστὸς Νικόλαος, «ὁ πλούσιος ἐν ἐλέει», μετὰ ἀπὸ μερικὲς ἡμέρες;

Ἐπῆγε ἡ γυναῖκα του νὰ ἀνοίξει τὸ σεντούκι ὅπου ἔβαλε τὰ κόλλυβα καὶ βλέπει νὰ λάμπουν ὅλα σὰν πολύτιμοι λίθοι, τὸ καθένα δὲ εἶχε δικό του χρωματισμὸ καὶ ἄστραφτε.

Θαύμασε τότε καὶ ἀφοῦ ἐφώναξε τὸν ἄνδρα της τοῦ τὰ ἔδειξε μὲ μεγάλο φόβο. Ἐκεῖνος ἀφοῦ πῆρε ἕναν κόκκο, ὁ ὁποῖος στὸ χρῶμα ἦταν σὰν παλάσιο, ἐπῆγε στοὺς καταλλάκτες (τραπεζίτες) καὶ τοὺς τὸν ἔδειξε γιὰ νὰ πληροφορηθεῖ τὴν ἀξία. Βλέποντάς τον ἐκεῖνοι σὰν ἔμποροι ποὺ ἦταν ἄρχισαν νὰ τοῦ δίνουν ὁ ἕνας 10 δουκάτα (φλουριά), ὁ ἄλλος 20, ὁ τρίτος 30, ἕως ὅτου τὸ ἀνέβασαν ἄλλοι μέχρι 100. Ἐκεῖνος δὲν τὸ ἔδωσε νομίζοντας ὅτι τὸν περιπαίζουν.

Ἐκεῖνες τὶς ἡμέρες συνέβη νὰ χάσει ὁ βασιλέας ἕνα ὡραιότατο παλάσιο. Οἱ καταλλάκτες λοιπὸν πῆγαν καὶ διέβαλαν τὸν φτωχὸ στὸν βασιλέα λέγοντας ὅτι τὸ παλάσιο ποὺ ἔχασε, τὸ ἔχει ὁ δεῖνα καὶ τὸ γυρίζει πρὸς πώληση. Αὐτὸ ἔγινε κατ’ οἰκονομίαν Θεοῦ, ἐπειδὴ ἦταν μεγάλο τὸ θαῦμα τοῦ ῾Αγίου κι ἔπρεπε νὰ φανερωθεῖ καὶ νὰ δοξασθεῖ ὁ μέγας Νικόλαος καὶ νὰ γίνει γνωστὴ ἡ πίστη καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ πτωχοῦ ἐκείνου, διότι πούλησε τὸ ἱμάτιό του γιὰ τὸν Ἅγιο.

Ὅταν ἄκουσε αὐτὰ ὁ βασιλέας, ἔστειλε ἀνθρώπους νὰ τὸν φέρουν, κι ἀφοῦ ἦλθε ἄρχισε νὰ τὸν ρωτᾶ μὲ ἀπειλὲς αὐστηρά, λέγοντας: Ποῦ τὸ εὑρῆκες ἢ ποιός σοῦ τὸν ἐχάρισε τὸν πολύτιμο λίθο; Ἐκεῖνος ἀποκρίθηκε λέγοντας ὅλη τὴν ἀλήθεια. Τότε διέταξε ὁ βασιλέας νὰ φέρει τὰ πετράδια κι ἀφοῦ τὰ εἶδε «ἐξέστη» καὶ φοβήθηκε γιὰ τὸ παράδοξο θαῦμα τοῦ Ἁγίου Νικολάου, τοῦ «ἑτοίμου βοηθοῦ καὶ πληρωτοῦ τῶν ἀγαπώντων Αὐτόν». Δόξασε τὸν Θεὸ καὶ μεγάλυνε τὸν Ἅγιο Νικόλαο κι ἀφοῦ πῆρε ἕνα ἀπὸ ἐκεῖνα γιὰ ἁγιασμὸ καὶ εὐλογία τοῦ ῾Αγίου, ἔδωσε στὸν πρώην φτωχό 100 δουκάτα (φλουριά) καὶ τὸν ἀπέλυσε εἰρηνικά. Ἔτσι δοξάζει ὁ Θεὸς αὐτοὺς ποὺ ἀγαποῦν Αὐτὸν καὶ τοὺς ᾿Αγίους του.

Πηγή: «Ὁ Ἅγιος Νικόλαος ὁ θαυματουργός», ἐκδόσεις Παπαδημητρίου, σέλ.70-72

Συντάκτης

filippiaven

add
TAGGED:
Share This Article