Ἱερέας Χριστόφορος Καραμανίδης:
Ἐφημέρευα νεαρὸς ἀκόμη στὰ 1956 στὸ Μακρολίβαδο Δομοκού καὶ μὲ προσκάλεσε ὁ ἱερέας τοῦ γειτονικοῦ χωριοῦ Μελιταία στὴν ἑορτὴ τοῦ Ἁγίου Νικολάου.
Ἐκεῖ παρευρίσκετο κι ὁ π. Βησσαρίων ποὺ μὲ ρώτησε μ’ ἐνδιαφέρον γιὰ τὰ προσωπικά μου καὶ τὸν ἐνημέρωσα ὅτι ἀκολούθησα δέκα χρόνια στὴν Ἀφρικὴ τὴν ἱεραποστολὴ τοῦ πατρὸς Χρυσοστόμου Παπασαραντόπουλου κι εὐχαριστήθηκε καὶ μοῦ πρότεινε ἂν ἤθελα νὰ γίνει ὁ Πνευματικός μου. Ἐξομολογοῦσε ἐμένα καὶ μετὰ τὸν ἐξομολογοῦσα ἐγώ. Δηλαδὴ στὴ συνέχεια ἔγινα καὶ Πνευματικός του.
Μιὰ μέρα στὴ Μονὴ Ἀγάθωνος, ἐνῶ συζητούσαμε στὸ ἐξομολογητήριο, ἀκούστηκε χτύπος στὴν πόρτα κι ἄνοιξε μόνη της. Πάραυτα ἔλαμψε ἕνα ἄπλετο κι ἐκτυφλωτικὸ φῶς ποὺ καταύγασε ὅλο τὸ μέρος καὶ μ’ ἔπιασε δέος. Τὸν ρώτησα φοβισμένος τί εἶναι αὐτὸ καὶ μοῦ ἀπάντησε μὲ φυσικό τρόπο: «Μὴ φοβᾶσαι, ἡ Παναγία πέρασε». Θύμησε τό «χαῖρε, ἀστραπὴ τὰς ψυχὰς καταλάμπουσα» τῶν Χαιρετισμῶν της.
Θεμιστοκλῆς Κόκκινος:
Ὁ π. Βησσαρίων διανυκτέρευε τακτικά στὸ σπίτι τῶν πεθερικῶν τοῦ Θεμιστοκλή Κόκκινου στὴν Κάτω Τιθορέα Φθιώτιδος, Εὐαγγέλου καὶ Ζωῆς Κωνσταντίνου, μακαριστῶν τώρα.
Ὅταν ξύπνησε ἕνα πρωί, λέει στὴν πεθερά του.
– Κυρία Ζωή, μήπως ἔχετε καμία εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου;
– Ναί, ἔχουμε. Γιατί;
– Τὴ νύχτα ἤμασταν μαζὶ καὶ συζητούσαμε!
Ἄλλη φορὰ ξύπνησε καὶ σηκώθηκε ἀπὸ τὸ κρεβάτι της γύρω στὰ μεσάνυχτα. Πρόσεξε ὅτι στὸ δωμάτιο τοῦ Γέροντα ἔβγαινε ἀπὸ τὸ παράθυρό του κάποια λάμψη, κάποιο παράξενο φῶς. Πλησίασε ἀπορημένη, κοίταξε μέσα καὶ τὸν εἶδε γονατιστὸ νὰ προσεύχεται, πλημμυρισμένο ἀπὸ ἕνα ἐκθαμβωτικὸ ὁλόλευκο φῶς καὶ μάλιστα νὰ αἰωρεῖται, δὲν ἀκουμποῦσε στὸ πάτωμα!
Περιδεὴς ξύπνησε τὸν ἄνδρα της ποὺ τὸν εἶδε κι αὐτός, μένοντας ἐκστατικὸς κι ἄναυδος γιὰ τὸ θαυμαστὸ ὑπερφυσικό φαινόμενο ποὺ ἀντίκρισε πρώτη φορὰ στὴ ζωή του.
Ὁράσεις:
Σ’ ἕνα χωριὸ τῆς ἐπαρχίας Θεσσαλιώτιδος λειτουργοῦσε ὁ Κ.Μ. στὰ πρῶτα του χρόνια ὡς ἱερέας, ἐνῶ παρίστατο συμπροσευχόμενος καὶ ὁ π. Βησσαρίων.
Μετὰ τὴ Μεγάλη Εἴσοδο τοῦ λέει: «Νὰ προσέχεις τώρα ποὺ ἔγινες στρατιώτης Χριστοῦ, γιατὶ γύρω σου τὴν ὥρα τῆς Εἰσόδου πετοῦσαν πλῆθος πολύχρωμες πεταλούδες». Σίγουρα πρόκειται γιὰ τὴ συμμετοχὴ τῶν Ἀγγέλων στὸ μυστήριο.
Σὲ ἄλλο χωριὸ τοῦ Δομοκοῦ ἔβλεπε τὸν ἱερέα Λ.Ζ. νὰ ἱερουργεῖ μὲ ματωμένα χέρια στὴ Θεία Εὐχαριστία ποὺ μᾶλλον δηλώνει τὴ θυσία τοῦ ἀμνοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Καὶ στὸν μακαριστὸ σύζυγο τῆς Γρηγορίας Βελέντζα διευκρίνιζε: «Ὁ καλὸς ἱερέας κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία μέσα στὸ ἱερὸ βλέπει πράματα καὶ θαύματα, Ἀγγέλους καὶ Ἁγίους νὰ παρίστανται, νὰ δεῖς τί γίνεται τότε, ὁ χαμός… μόνο ὅμως ὁ καλὸς καὶ καθαρὸς ἱερέας». Αὐτὰ ἀπὸ δική του ἐμπειρία, τοῦ ἑαυτοῦ του.
Αναστάσιος Λύτρας:
Μιά μέρα στή Μονή Αγάθωνος ἄκουσε ὡραία ψαλμωδία μέσα στὴν ἐκκλησία κι ὅταν εἰσῆλθε, ἔβλεπε ἕναν σεβάσμιον ίερωμένο, ποὺ τοῦ φάνηκε γνωστός, νὰ ψάλλει καὶ νὰ λέει διάφορες εὐχὲς κι ἀναρωτήθηκε ποιός νὰ εἶναι. Ὅταν ὁ ἄγνωστος ἱερωμένος τέλειωσε, ἐνῶ εὑρίσκετο στὸ ἱερὸ κι ἀφοῦ τὸν περίμενε ἀρκετὴ ὥρα νὰ ἐξέλθει, πῆγε σ’ αὐτὸ καὶ δὲν βρῆκε κανέναν! (Ἅλλη ἔξοδος δὲν ὑπῆρχε).
Μετὰ θυμήθηκε ὅτι ἔμοιαζε σὰν τὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους στὸ παρεκκλήσι του, ὅπου κι ἐξομολογοῦσε, τὴν παρατήρησε ἀμέσως καὶ τὸ ἐπιβεβαίωσε.
Αρχιμανδρίτης Γεννάδιος:
Στὶς 5 Αὐγούστου 1976 τὸ βράδυ, παραμονή τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος, 4-5 παιδιὰ διάβαζαν τὸ Ἀπόδειπνο στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας ἀριστερὰ τοῦ πρόναου τῆς Μονῆς Ἀγάθωνος. Σὲ μιὰ στιγμὴ βλέπουν νὰ κινοῦνται συνεχῶς τὰ μάτια της σὲ σχῆμα Σταυροῦ, πάνω-κάτω καὶ δεξιὰ-ἀριστερά.
Φώναξαν τὸν π. Βησσαρίωνα ἀπὸ τὸ κελλί του κι ἀφοῦ παρατήρησε, μ’ ἕνα κεράκι κοντὰ στὴν εἰκόνα τοὺς πρόσταξε νὰ γονατίσουν καὶ νὰ προσευχηθοῦν μαζί του.
Ὁ Ἀρχιμανδρίτης Γεννάδιος, λαϊκὸς τότε Θεόδωρος, γονατιστός ἔκλεινε κι ἐμπόδιζε τὴν εἴσοδο πρὸς τὸν κυρίως Ναό.
– Θόδωρε, κάνε στὴν ἄκρη, ἐμποδίζεις τὴν Παναγία νὰ περάσει, τοῦ λέει.
Ὅπως πῆγε νὰ παραμερίσει, ἔνιωσε ἕνα πέπλο νὰ τὸν ἀκουμπᾶ στὸ χέρι καὶ τὸ κεφάλι του, προσπερνώντας. Κανεὶς ἄλλος δὲν εἶδε τὴν Παναγία.
Ἀρχιμανδρίτης Θεόκλητος Μπρούζης:
Ὅταν ὁ π. Βησσαρίων ταξίδεψε προσκυνητής στὴν Ἱερὰ Μονὴ Σινᾶ καὶ ἐπέστρεψε, διηγήθηκε στὸν Ἀρχιμ. Θεόκλητο Μπρούζη:
– Παιδί μου, ἐκεῖ ποὺ πῆγα, ξύπνησα πολὺ ἐνωρίς. Ἀτενίζοντας πρὸς τὴν ἔρημο βλέπω ἕνα κοπάδι πουλιῶν νὰ πετᾶ σὲ χαμηλὸ ὕψος μὲ κατεύθυνση τὴ Μονή. Πρὶν τὴν εἴσοδο σταμάτησαν καὶ κάθισαν πάνω σὲ κάτι δέντρα. Σὲ λίγο εἰσέρχεται ἕνας ἀσκητής ποὺ στὴ συνέχεια ἱερούργησε στὴν πρωινή λειτουργία.
Τὴν ὥρα τῆς Μεγάλης Εἰσόδου, ὅταν ἔφτασε στὸ μέσον τῆς περιφορᾶς, ὑπερίπτατο μισό μέτρο ἀπὸ τὸ δάπεδο κι εἰσῆλθε στὸ ἱερὸ ἐναερίως. Στὴ διανομὴ τοῦ Ἀντίδωρου ἀναχώρησε βιαστικά καὶ δὲν τὸν πρόλαβα. Εἶδα ὅμως πάλι τὰ πουλιὰ νὰ τὸν συνοδεύουν πετώντας γύρω του, καθὼς βάδιζε πρὸς τὸ ἀσκητήριό του.
Κατὰ παραχώρηση Θεοῦ ὅμως τὸν πείραζε πολὺ κι ὁ Σατανᾶς. Κάποτε, ἐνῶ ταξιδεύαμε, τὸν ρώτησα ἂν ἔχει δεῖ κάτι, ἂς ποῦμε ὑπερφυσικό, καὶ μοῦ εἶπε ὅτι μία φορὰ σ’ αὐτὸ τὸ ἴδιο μέρος, ποὺ ταξίδευε μὲ ἄλλο αὐτοκίνητο, ἔβλεπε τὸν Σατανᾶ ψηλὰ στὸ βουνό νὰ τὸν παρακολουθεῖ πετώντας καὶ μοῦ ἔδειχνε μὲ τὸ χέρι του καθὼς περνούσαμε δίπλα.
Λίγο πρὶν ἀσθενήσει καὶ κοιμηθεῖ, τὸ βράδυ ἔβλεπε ἕνα ὂν δύσμορφο καὶ θυμωμένο νὰ τὸν ἀπειλεῖ, ἀλλὰ ὁ ἴδιος ἄναβε πάντα καντήλι καὶ μ’ ἕναν Σταυρὸ τὸν ἔδιωχνε.
Ὅταν ἡ Ε.Τ. τὸν ἐπισκέφθηκε στὸ νοσοκομεῖο Λαμίας ἄρρωστο, στὶς ἀρχὲς Ἰανουαρίου 1991, τὸν ἔβλεπε νὰ σηκώνει τὸ κεφάλι του ζωηρὰ πρὸς τὰ πίσω σὰν νὰ ἔλεγε «Ὄχι, ὄχι, ὄχι». Τὸν ἐνοχλοῦσε ὁ πονηρὸς ὅτι ἤδη εἶναι ἅγιος πιὰ καὶ θὰ πάει κατευθείαν στὸν παράδεισο κι ὁ ταπεινός Γέροντας ἀρνεῖτο πεισματικὰ νὰ δεχτεῖ τέτοιον λογισμό.
Πηγή: «Ἡ ἀφθαρσία τῆς Ἀγάπης – Ἅγιος Βησσαρίων», Κωνσταντῖνος Δ. Εὐσταθίου, ἐκδ. Ἄθως, σέλ.250-253