Η «Μάνα των Πεσόντων», όπως την αποκαλούσαν.
9 ετών κοριτσάκι ήταν όταν κάποιο βράδυ τον Απρίλη του 1941 μαζί με τον πατέρα της βγήκαν από την αυλόπορτα του σπιτιού τους στο Σκουτάρι, έξω από την πόλη Χειμάρρα και κάτω από την μύτη των Ιταλών στρατιωτών τράβηξαν μέσα στον περίβολο τις σορούς έξι Ελλήνων στρατιωτών.
Ο πατέρας άνοιξε λάκκους και εκείνη-μικροκαμωμένη και αδύνατη- τους σκέπασε με χώμα ελληνικό και προσευχόταν από τότε για την ανάπαυση της ψυχής τους.
3 από τη μια πλευρά της αυλής και 3 σοροί από την άλλη.
Από πάνω τους φύτεψε αχλαδιές για να έχουν σκιά και ο πατέρας φύτεψε κουκιά που κάλυψαν τον χώρο.
Και ορκίστηκε να κρατήσει το μυστικό τους.
Στα δύσκολα χρόνια που ακολούθησαν, την εποχή του κομμουνιστικού καθεστώτος του Χότζα, ο πατέρας της Ερμιόνης Πρίγκου εξορίστηκε και βίωσε βασανισμούς γιατί δεν αποκάλυπτε τους τάφους των Ελλήνων.
Τα παιδιά του είδαν έναν Αλβανό αστυνομικό να φτύνει μπροστά στα μάτια τους τον πατέρα τους στο πρόσωπο γιατί δεν μαρτυρούσε που έθαψε τους Έλληνες στρατιώτες.
Αλλά ο πατέρας τους ούτε και τότε μαρτύρησε απλώς χαμογέλασε και όταν έφυγε ο αστυνομικός ζήτησε από τα παιδιά του και τη γυναίκα του να μην προδώσουν την θέση των τάφων.
Όπως και έγινε… ουδέποτε πρόδωσαν.
Εκείνα τα δύσκολα χρόνια, κρυφά φρόντιζαν τους τάφους και τους άναβαν κεριά .
Μετά από την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος και τη βελτίωση των Ελληνοαλβανικών σχέσεων η οικογένεια Πρίγκου φανέρωσε τις θέσεις των τάφων τοποθετώντας σταυρούς πάνω τους.
“Εδώ είναι ο Πάνος, εδώ ο Ανδρέας, εδώ ο Ματθαίος …”
Πλέον, υπάρχει και ένα λιτό μαρμάρινο μνημείο με τα ονόματα των νεκρών στην αυλή για να μην ξεχαστούν ποτέ οι ήρωες που πολέμησαν για την ελευθερία της πατρίδας και ελευθέρωσαν, έστω για λίγο, και τη Βόρειο Ήπειρο.
«Έκανα μόνο ότι δεν μπόρεσαν να κάνουν οι μάνες του Ανδρέα, του Δημήτρη, του Νίκου, του Παναγιώτη, του Ματθαίου και του Μωραΐτη, του οποίου το μικρό όνομα δεν μάθαμε ποτέ.
Αυτά τα παιδιά ήρθαν για να μας ελευθερώσουν και σκοτώθηκαν ηρωικά δίπλα από το σπίτι μας.
Ήταν οι υπερασπιστές του τελευταίου ελληνικού οχυρού του νοτιοδυτικού μετώπου στη Χειμάρρα, που έπεσαν δίνοντας χρόνο στους άλλους για να οπισθοχωρήσουν με ασφάλεια».
Οι τελευταίες λέξεις του πατέρα της, Γιάννη, πριν φύγει από τη ζωή ήταν: «Να προσέχεις τα έξι παιδιά και να δώσεις στους δικούς τους ανθρώπους τα πράγματά τους».
«Δεν βρήκα ποτέ τους γονείς των πεσόντων», λέει η κυρία Ερμιόνη, «αλλά και απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης είναι τα οστά να μείνουν εκεί, γιατί αυτό προβλέπει το Πολεμικό Δίκαιο.
Αλλά τους πρόσεχε σαν τα δικά της παιδιά…τα μοιρολογουσε,φρόντιζε τα μνήματα,κάθε βράδυ τους άναβε κεριά, προσευχόταν για την ανάπαυση τους
Η γιαγιά Ερμιόνη περνα απ’ το μονοπάτι «Ραφτόπουλου», καθαρίζει το διάσελο «Καψής», τριγυρίζει στο ύψωμα «Ανδρίτσος».
Είναι η οικογένειά της , τα Ελληνόπουλα που άφησαν εκεί την τελευταία τους πνοή.
Τελευταία επιθυμία της είναι να θαφτεί στην αυλή του σπιτιού της, δίπλα στα έξι παλληκάρια της.
Κάθε χρόνο ανήμερα της 28ης Οκτωβρίου το σπίτι της γιαγιάς Ερμιόνης γεμιζε από κόσμο.
Όλους τους καλοδέχεται κι όλοι την ακούν πάλι και πάλι να διηγείται την ιστορία τόσο ζωντανή, τόσο ηρωική.
Κι εκείνη τελείωνε πάντα την ιστορία της : «Για να μην ξεχάσετε ποτέ! Τους ήρωες δεν τους ξεχνούμε, μόνο τους ευγνωμονούμε κι όταν κι όπως η πατρίδα το καλέσει, θα τους μιμηθούμε!»
Τα τελευταία χρόνια ένας ανηψιος του Ανδρέα Πρόβατα έμαθε για τον πρόγονο του και συνάντησε τη γιαγιά Ερμιόνη όπου της φίλησε τα χέρια σαν την ανταμωσε
13.000 φαντάροι μείναν για πάντα στα χώματα εκείνα.
Οι 8.000 από αυτούς άταφοι…
Στρατιώτες Δημήτριος Σελάς (από την Κορινθία),
Νικόλαος Κτημαδάκης (Ηράκλειο Κρήτης), Κερκής … (από την Πελοπόννησο), Παναγιώτης Αλογογιάννης (Καμάρι Κορινθίας),
Ανδρέας Προβατάς (Αγραφούς Κέρκυρας)
Ματθαίος Λαγός (Πόρο Τροιζηνίας) …
και η γιαγιά τους Ερμιόνη.
Κλείνω ευλαβικά το γονυ…