Μοναχὸς Μωυσῆς Ἁγιορείτης:
Εἶναι γεγονὸς πὼς ἡ ἀκτινοβολία τῆς ἀγάπης τῶν ἁγίων δὲν περιορίζεται σὲ ὅρια τοπικά, ἀλλὰ σὰν αὔρα λεπτὴ δροσίζει κι εὐφραίνει κάθε εὐλαβικὴ ψυχή, ποὺ πλησιάζει στὸν τόπο τῆς θαυμαστῆς βιοτῆς τους, ὥστε ν’ ἀναφωνεῖ ἐκ βαθέων: «Θαυμαστὸς ὁ Θεὸς ἐν τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ».
Μία οἰκογένεια ἀπὸ τὸν Πειραιᾶ βρέθηκε στὸ μοναστήρι τοῦ ὁσίου Γεωργίου Καρσλίδη γιὰ τὴ μοναχικὴ κουρὰ μίας συγγενοῦς τους. Ἐκεῖ ἡ μητέρα μελέτησε τὴν πνευματέμφορη ζωὴ τοῦ ὁσίου, προσκύνησε στὸ κατανυκτικὸ ἐκκλησάκι καὶ τὸν ἀπέριττο τάφο του κι αἰσθάνθηκε τὴν παρουσία του πολὺ πλησίον της. Εἶχε τὴν αἴσθηση ὅτι εἶναι ὁ δικός της ἅγιος. Ἔφυγαν εὐχαριστημένοι καὶ χαρούμενοι γιὰ τὸν Πειραιᾶ.
Στὰ μισὰ τῆς διαδρομῆς στάθμευσαν τὸ αὐτοκίνητο γιὰ λίγη ξεκούραση. Ὅταν ἑτοιμάσθηκαν ὅμως νὰ ξεκινήσουν, παρὰ τὶς προσπάθειες, ἡ μηχανὴ δὲν ἐκινεῖτο. Ἀγωνιοῦσαν, γιατί νύχτωνε καὶ δὲν ἤξεραν ποῦ νὰ πᾶνε καὶ ποῦ νὰ μείνουν.
Ἡ μητέρα κατευθύνθηκε στὸ αὐτοκίνητο καὶ πῆρε στὰ χέρια της ἕνα μπαμπάκι μὲ λάδι, ποὺ εἶχε λάβει ἀπὸ τὴν ἀκοίμητη κανδήλα τοῦ ὁσίου. Σταύρωσε τὴ μηχανὴ τοῦ αὐτοκινήτου καὶ ἀμέσως ξεκίνησε καὶ τοὺς πῆγε στὸν προορισμό τους. Μόλις ἔφθασαν, χάλασε πάλι τὸ αὐτοκίνητο. Φαίνεται ἤθελε καὶ ἡ μηχανὴ ἐπισκευή.
Μία Μακεδονίτισσα γιαγιὰ μένει χρόνια στὸ Τορόντο τοῦ Καναδᾶ. Μικρὴ εἶχε γνωρίσει τὸν ὅσιο καὶ τὸν εἶχε ἀγαπήσει. Μία μεγάλη φωτογραφία τοῦ ὁσίου τὴν εἶχε σὲ κορνίζα στὸ σαλόνι της. Ἀπὸ τὴ γιαγιὰ εἶχαν γνωρίσει γιὰ τὸν ὅσιο καὶ τὰ ἐγγόνια της. Μία δεκαεφτάχρονη ἐγγονή της μία ἡμέρα λιποθύμησε κι ἔχασε τὶς αἰσθήσεις της.
Τὴν πῆγαν στὸ νοσοκομεῖο καὶ οἱ ἰατροὶ βλέποντας νὰ ἔχει παραισθήσεις καὶ νὰ μὴ ἐπικοινωνεῖ μὲ τὸ περιβάλλον της ἀνησύχησαν καὶ τὴν ἔστειλαν σ’ ἕνα ἄλλο εἰδικὸ νοσοκομεῖο. Ἐκεῖ δέχθηκαν οἱ ὑπεύθυνοι ἰατροὶ ἕνα τηλεφώνημα ποὺ τοὺς ἔλεγε ὅτι ἡ νέα πάσχει ἀπὸ ἐγκεφαλομηνιγγίτιδα. Ἄρχισαν μία θεραπεία, ἀλλὰ εἶπαν ὅτι ἡ νέα ὅταν συνέλθει δὲν θὰ μπορεῖ νὰ μιλᾶ, νὰ βαδίζει καὶ νὰ τρώει. Ἡ γιαγιὰ ἔλεγε πὼς στὸ τηλεφώνημα ἦταν ὁ ὅσιος Γέροντας.
Ἡ νέα χωρὶς νὰ κοιμᾶται εἶδε τὸν ὅσιο μὲ ράσα καθισμένο στὴν ἄκρη τοῦ κρεβατιοῦ καὶ τῆς εἶπε: «Μὴ φοβᾶσαι, ἐγὼ θὰ σὲ κάνω καλὰ» καὶ τὴ σταύρωσε. Αὐτὸ ἐπανελήφθη ἐπὶ τρεῖς βραδιὲς συνεχῶς. Ἡ νέα ἀπὸ τότε συνῆλθε, ἄρχισε νὰ μιλᾶ ἄνετα, νὰ βαδίζει καὶ σιγά-σιγά νὰ τρώει.
Δύο ἑβδομάδες μετά, ὅλα τελείωσαν, ἡ ἀσθένεια θεραπεύθηκε δίχως νὰ τῆς ἀφήσει τίποτε. Ἀκόμη καὶ οἱ ἰατροὶ ἔλεγαν πὼς ἔγινε θαῦμα. Ἡ νέα σπούδασε ψυχολογία καὶ προοδεύει. Ἡ μητέρα της ἔπασχε ἐπὶ μία εἰκοσαετία ἀπὸ μία ἀνίατη καὶ σοβαρὴ ἀσθένεια ποὺ λέγεται λύκος. Θεραπεύθηκε καὶ αὐτὴ ἀπὸ τὸν ὅσιο. Ὅλοι τὸν εὐχαριστοῦν εὐγνώμονα.
Ἀπὸ τὸ βιβλίο: Μοναχοῦ Μωυσέως Ἁγιορείτου, «Ὁ Ὅσιος Γεώργιος τῆς Δράμας». Ἔκδοσις Ι. Μ. Ἀναλήψεως τοῦ Σωτῆρος, Ταξιάρχες (Σίψα) Δρᾶμα 2016