Κατάκοπη ἡ Ἁγία Γαβριηλία ἕνα βράδυ μετὰ τὸ Ἀπόδειπνο ἔγειρε νὰ κοιμηθεῖ. Μά, γρήγορα πετάχτηκε ἀπὸ τὸ κρεβάτι, καθώς ἀκούστηκε τὸ κουδούνι. Ποιός να ‘ναι τέτοια ὥρα, σκέφτηκε. Δέν περιμένω κανέναν. Ἂν εἶναι κάποιος κακοποιός, δὲν εἶναι συνετό ν’ ἀνοίξω. Ἂν ὅμως, εἶναι κάποιος ποὺ ἔχει ἀνάγκη;
«Ἐὰν γὰρ καὶ πορευθῶ ἐν μέσῳ σκιᾶς θανάτου, οὐ φοβηθήσομαι κακὰ ὅτι σὺ μετ’ ἐμοῦ εἶ» ψιθύρισε καὶ κατευθύνθηκε πρὸς τὴν εἴσοδο. Ἄναψε τὸ φῶς καὶ εἶδε μπροστά της ἕναν πανύψηλο ἄντρα νὰ τὴν κοιτᾶ σαστισμένος. Στὰ χέρια του -τά καλυμμένα μὲ γάντια- κρατοῦσε ἕνα… μαχαίρι! Ἡ πόρτα ἔχασκε μισάνοιχτη σὰν νὰ ἀποροῦσε κι αὐτὴ μὲ τοῦτο τὸ συναπάντημα, τοῦ ἐπίδοξου ληστῆ καὶ τῆς μοναχῆς.
«Καλῶς τον!» τοῦ εἶπε μὲ χαμόγελο ἐκείνη. «Πεινᾶς; Νὰ σὲ τρατάρω κάτι;». Καὶ δίχως νὰ πάρει ἀπόκριση, χάθηκε στην κουζίνα καὶ γύρισε μ’ ἕναν δίσκο γεμάτο ψωμί, τυρί, φροῦτα καὶ γάλα. «Ἄχου, ξέχασα νὰ σοῦ βάλω κυδώνι γλυκό. Εἶναι πεντανόστιμο!»
Ὁ ἄντρας δὲν ἤξερε τί νὰ ὑποθέσει. Γιὰ τρελή δὲν τοῦ φαινόταν. Μὰ καὶ τούτη ή ἀναπάντεχη ὑποδοχή δὲν ταίριαζε σὲ γνωστικούς. Καθόταν σὰν ύπνωτισμένος μόνο καὶ τὴν κοίταζε.
«Ἔλα, τί κάθεσαι; Ἔλα νὰ φᾶς!» εἶπε ἐκείνη καὶ τοῦ ἔδωσε μιὰ καρέκλα. «Πεινάει τὸ πουλάκι μου!» μουρμούριζε ὅσο ἐκεῖνος κατέβαζε τὶς μπουκιές, στὴν ἀρχὴ μὲ δισταγμό, μὰ ὅσο περνοῦσε ἡ ὥρα μὲ πιότερη ὄρεξη.
«Καὶ γιὰ πές μου τώρα τὰ νέα σου» τοῦ εἶπε ἡ Ἁγία χαμογελώντας, σὰν ἐκεῖνος ἀπόσωσε τὸ φαΐ. «Πῶς πᾶς;». Τὰ μάτια της ἦταν γεμάτα ἀγάπη συμπυκνωμένη, ἀγάπη Θεοῦ, ἀγάπη δίχως ὅρια. Καὶ αὐτὴ ἡ ἀγάπη ἔλυσε τοὺς κόμπους τῆς καρδιᾶς τοῦ ληστῆ, ποὺ ἄρχισε νὰ τῆς ἐξιστορεῖ βάσανα καὶ λύπες ἀμέτρητες. Γιατί, ληστής δὲν γίνεσαι ἀπὸ τὴ μιὰ μέρα στὴν ἄλλη. Οὔτε στὰ καλὰ καθούμενα.
Ἄκουγε ή Γερόντισσα τῆς ἀγάπης τὰ βάσανα καὶ τοὺς καημούς τῆς ματωμένης του ψυχῆς καὶ στάλα-στάλα ἔπεφταν τὰ δάκρυά της. Μετὰ ἀπὸ ὥρα τὸν ξεπροβόδισε μὲ χίλια δυό καλούδια κι εὐχές.
«Νὰ ξανάρθεις!» τοῦ εἶπε. Πράγματι, ξαναπῆγε ἐκεῖνος. Πῆγε πολλές φορές καὶ τὰ ἔλεγαν. Ζεστά, σὰν μάνα μὲ παιδί ποὺ εἶχε φύγει στὴν ξενιτιὰ καὶ τώρα γύριζε ἀποκαμωμένος καὶ λαβωμένος.
Ύστερα ἀπὸ χρόνια, ὅταν χρειάστηκε νὰ μετακομίσει στη Λέρο, οἱ γειτόνοι εἶδαν ἕναν πανύψηλο ἄντρα νὰ τὴ βοηθᾶ νὰ πακετάρει τὰ πράγματα στὰ ξύλινα κιβώτια καὶ νὰ τῆς τὰ κουβαλάει ὣς τὸ λιμάνι. Ἦταν ἐκεῖνο τὸ παλληκάρι πού εἶχε χτυπήσει κάποτε ἕνα κουδούνι διαμερίσματος, κρατώντας ένα μαχαίρι, μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ βρεῖ κάτι νὰ κλέψει. Καὶ βρῆκε! Βρῆκε τὴν ἄνευ ὁρίων ἀγάπη μιᾶς Ἁγίας κι ἐκείνη μὲ τὴ σειρά της τὸν βοήθησε νὰ «κλέψει» τὸν Παράδεισο…
Πηγή: «Γεροντικὸ Σύγχρονων Ἁγίων», Συγγραφέας Νίκη Κατσιάπη, Ἐπιμέλεια Χριστιανικὴ Φοιτητικὴ Δράση, Ἐκδόσεις Ἔαρ, 2026, σέλ.84-86