Πρέπει νά τά έχεις δεί μέσα σέ ένα παλιό σπίτι, νά τά έχεις μυρίσει ένα ξημέρωμα, νά έχεις ακούσει τή σιωπή τους.
Ένα από αυτά είναι τό πρόσφορο τής μάνας.
Κάποτε, πρίν ακόμη χαράξει καλά η ημέρα, η μάνα σηκωνόταν πρώτη. Το σπίτι κοιμόταν. Εκείνη άναβε το καντήλι, σταυροκοπιόταν και στεκόταν μπροστά στο αλεύρι και στο νερό όχι σαν να ετοίμαζε ένα συνηθισμένο ψωμί, αλλά σαν να πλησίαζε κάτι ιερό.
Γιατί γνώριζε ότι αυτό που ζύμωνε δεν προοριζόταν για το οικογενειακό τραπέζι.
Ήταν προσφορά.
Από εκεί θα ελάμβανε ο ιερέας τον Αμνό, που θα προσφερόταν στη Θεία Λειτουργία και, διά της επικλήσεως του Αγίου Πνεύματος, θα γινόταν το πανάγιο Σώμα του Χριστού.
Γι’ αυτό και η Εκκλησία ακούει μέσα στην καρδιά της τον ίδιο τον Κύριο:
Ἐγώ εἰμι ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς, ὁ ἐρχόμενος πρός με οὐ μὴ πεινάσῃ.
Κατά Ιωάννην 6,35
Η μάνα ίσως να μην γνώριζε θεολογικούς όρους. Ίσως να μην είχε διαβάσει μεγάλα βιβλία. Γνώριζε όμως κάτι που οι παλαιότερες γενιές μάθαιναν γονατιστές: ότι εκεί όπου τελειώνουν οι ανθρώπινες δυνάμεις, αρχίζει η εμπιστοσύνη στον Θεό.
Έκανε τον σταυρό της.
Και ζύμωνε.
Μαζί με το αλεύρι ζύμωνε και τις αγωνίες της.
Για το παιδί που είχε φύγει μακριά.
Για εκείνο που αρρώστησε.
Για εκείνο που μεγάλωσε και έκλεισε την καρδιά του.
Για εκείνο που πήρε δρόμο δύσκολο και η μάνα δεν μπορούσε πια να το ακολουθήσει.
Για εκείνο που γελούσε μπροστά της, ενώ εκείνη καταλάβαινε από τα μάτια του πως κάτι το βασάνιζε.
Η μάνα έχει έναν παράξενο τρόπο να ακούει ακόμη κι εκείνα που το παιδί της δεν λέει.
Και τότε τα χέρια συνέχιζαν να ζυμώνουν, ενώ η καρδιά έλεγε εκείνα που δεν μπορούσαν να ειπωθούν σε κανέναν άνθρωπο.
Κύριε, Εσύ γνωρίζεις.
Γιατί η Αγία Γραφή δεν μας διδάσκει να κρατούμε μόνοι το βάρος της μέριμνας:
Ἐπίρριψον ἐπὶ Κύριον τὴν μέριμνάν σου, καὶ αὐτός σε διαθρέψει.
Ψαλμός 54,23
Και πάλι:
Πᾶσαν τὴν μέριμναν ὑμῶν ἐπιρρίψαντες ἐπ’ αὐτόν, ὅτι αὐτῷ μέλει περὶ ὑμῶν.
Α΄ Πέτρου 5,7
Αυτό έκανε εκείνη η μάνα χωρίς ίσως να γνωρίζει καν ότι εκπλήρωνε τον λόγο της Γραφής.
Έριχνε τη μέριμνά της στον Θεό.
Δεν Του έλεγε πώς να διορθώσει τη ζωή των παιδιών της. Δεν απαιτούσε θαύματα. Δεν όριζε στον Θεό ποιο έπρεπε να είναι το αύριο.
Παρέδιδε.
Και αυτή είναι μία από τις δυσκολότερες μορφές πίστεως.
Διότι άλλο είναι να αγαπάς κάποιον και άλλο να δεχθείς ότι δεν μπορείς να ελέγξεις τη ζωή του.
Άλλο είναι να κρατάς το παιδί από το χέρι όταν είναι μικρό και άλλο να το βλέπεις να μεγαλώνει, να απομακρύνεται, να σφάλλει, να πονά και να γνωρίζεις ότι κάποτε τα δικά σου χέρια δεν φτάνουν μέχρι εκεί όπου έχει φτάσει η ζωή του.
Τότε ο πιστός άνθρωπος μαθαίνει να λέει μαζί με την Υπεραγία Θεοτόκο:
Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου.
Κατά Λουκάν 1,38
Αυτή δεν είναι παραίτηση.
Είναι εμπιστοσύνη.
Η Παναγία δεν μας διδάσκει να κρατούμε τους ανθρώπους για τον εαυτό μας. Μας δείχνει πάντοτε τον Υιό της.
Στην Κανά της Γαλιλαίας, η τελευταία της υπόδειξη προς τους ανθρώπους είναι ολόκληρη θεολογία σε μία φράση:
Ὅ τι ἂν λέγῃ ὑμῖν, ποιήσατε.
Κατά Ιωάννην 2,5
Δεν λέγει μείνετε σε μένα.
Λέγει: ακούστε Εκείνον.
Εκεί βρίσκεται η αληθινή τιμή προς την Παναγία. Όχι σε μία ευσέβεια που σταματά στο πρόσωπό της, αλλά σε εκείνη που, κρατώντας το χέρι της Μητέρας, οδηγείται στον Χριστό.
Γι’ αυτό και η μάνα που ζύμωνε το πρόσφορο μπορούσε να ψιθυρίσει:
Παναγία μου, πρέσβευε στον Υιό σου για τα παιδιά μου. Εκεί που εγώ δεν μπορώ να φτάσω, ας φτάσει η χάρη Του. Εκεί που ο λόγος μου δεν ακούγεται πια, ας μιλήσει Εκείνος μέσα στην καρδιά τους.
Κι ύστερα έπαιρνε τη σφραγίδα.
Στο κέντρο της δεν υπήρχε το δικό της όνομα ούτε τα ονόματα των παιδιών της.
Υπήρχε η ομολογία της νίκης του Χριστού:
ΙC XC ΝΙΚΑ.
Ιησούς Χριστός νικά.
Αυτό ήταν το κέντρο.
Όχι ο ανθρώπινος καημός.
Ο Χριστός.
Διότι η Εκκλησία δεν συγκεντρώνει τις λύπες μας για να τις περιστρέψει γύρω από εμάς τους ίδιους. Τις παίρνει και τις τοποθετεί γύρω από τον Χριστό.
Και όταν η μάνα ετοίμαζε τα ονόματα των ζώντων και των κεκοιμημένων για τη μνημόνευση, εκεί βρισκόταν η μεγάλη μυστική παράδοση της Ορθοδοξίας.
Ένα όνομα.
Και πίσω από το όνομα, ολόκληρη μια ζωή.
Γεώργιος.
Και η μάνα γνώριζε τον αγώνα του.
Μαρία.
Και γνώριζε τα δάκρυά της.
Νικόλαος.
Και γνώριζε πόσο είχε απομακρυνθεί.
Δεν χρειαζόταν να εξηγήσει στον Θεό περισσότερα.
Ο Χριστός γνώριζε.
Οἶδεν γὰρ ὁ Πατὴρ ὑμῶν ὧν χρείαν ἔχετε πρὸ τοῦ ὑμᾶς αἰτῆσαι αὐτόν.
Κατά Ματθαίον 6,8
Τι ανακούφιση κρύβει αυτός ο λόγος.
Πριν ακόμη μιλήσει η μάνα, ο Θεός γνωρίζει.
Πριν τρέξει το δάκρυ, Εκείνος το έχει δει.
Πριν η καρδιά βρει τις σωστές λέξεις, Εκείνος γνωρίζει τον καημό της.
Και έτσι το πρόσφορο έφευγε από το σπίτι για την Εκκλησία.
Όμως δεν πήγαινε μόνο του.
Το συνόδευαν ονόματα.
Πρόσωπα.
Αγωνίες.
Ευχαριστίες.
Μετάνοιες.
Μνήμες ανθρώπων που έφυγαν από τον κόσμο.
Ελπίδες για εκείνους που ακόμη αγωνίζονται μέσα σ’ αυτόν.
Και όλα αυτά έμπαιναν στην Πρόθεση της Εκκλησίας, εκεί όπου ο ιερέας μνημονεύει ενώπιον του Θεού ζώντες και κεκοιμημένους.
Εκεί η μάνα δεν στεκόταν πια μόνη.
Η προσωπική της προσευχή γινόταν προσευχή της Εκκλησίας.
Αυτό είναι το μεγαλείο.
Ο πόνος ενός ανθρώπου παύει να είναι μόνο δικός του.
Η Εκκλησία τον παίρνει μέσα στην αγκαλιά της και τον φέρνει ενώπιον του Θυσιαστηρίου.
Και η Παναγία γνωρίζει τον μητρικό πόνο όχι από θεωρία.
Κράτησε στην αγκαλιά της Εκείνον για τον οποίο άκουσε από τον δίκαιο Συμεών:
Καὶ σοῦ δὲ αὐτῆς τὴν ψυχὴν διελεύσεται ῥομφαία.
Κατά Λουκάν 2,35
Και η ρομφαία πέρασε.
Στάθηκε κάτω από τον Σταυρό.
Δεν μπόρεσε να απομακρύνει τα καρφιά.
Δεν σταμάτησε το Πάθος.
Δεν κατέβασε τον Υιό της από τον Σταυρό πριν έλθει η ώρα.
Έμεινε.
Εἱστήκεισαν δὲ παρὰ τῷ σταυρῷ τοῦ Ἰησοῦ ἡ μήτηρ αὐτοῦ.
Κατά Ιωάννην 19,25
Ίσως γι’ αυτό τόσες χριστιανές μάνες μέσα στους αιώνες έμαθαν να τρέχουν προς εκείνη.
Όχι επειδή η Θεοτόκος αντικαθιστά τον Θεό.
Αλλά επειδή είναι η Μητέρα που οδηγεί στον Θεάνθρωπο Υιό της και πρεσβεύει προς Εκείνον.
Υπάρχουν λοιπόν ώρες που η μεγαλύτερη αγάπη μιας μάνας δεν είναι να κατορθώσει κάτι.
Είναι να γονατίσει.
Να πει το όνομα του παιδιού της.
Και να σωπάσει.
Γιατί ο Κύριος είπε:
Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς.
Κατά Ματθαίον 11,28
Δεν είπε πως δεν θα γνωρίσουμε θλίψη.
Είπε να πάμε σε Εκείνον.
Η χριστιανική πίστη δεν υπόσχεται στη μάνα ότι το παιδί της δεν θα πονέσει ποτέ, ότι δεν θα κάνει λάθος, ότι δεν θα περάσει δοκιμασίες.
Της δίνει κάτι βαθύτερο.
Της δείχνει σε Ποιον να το εμπιστευθεί.
Εκεί βρίσκεται η παλιά σοφία της Ορθόδοξης μάνας.
Δεν μπορούσε να ακολουθήσει το παιδί της σε κάθε δρόμο.
Μπορούσε όμως να το ακολουθήσει με την προσευχή.
Δεν μπορούσε να ξενυχτήσει δίπλα του σε κάθε δύσκολη νύχτα.
Μπορούσε όμως να ανάψει το καντήλι.
Δεν μπορούσε να ανοίξει με τη βία μια κλειστή καρδιά.
Μπορούσε όμως να πει:
Χριστέ μου, φύλαξέ το.
Κι αν οι άνθρωποι σήμερα θεωρούν αυτά τα πράγματα απλοϊκά, οι παλιές μάνες γνώριζαν κάτι πολύ σοβαρό:
πως ο άνθρωπος δεν σώζει τον άνθρωπο.
Ο Χριστός σώζει.
Η μάνα αγαπά.
Η Εκκλησία προσεύχεται.
Η Θεοτόκος πρεσβεύει.
Οι Άγιοι μεσιτεύουν.
Μα η σωτηρία είναι του Κυρίου.
Ἡ σωτηρία τῷ Θεῷ ἡμῶν…καὶ τῷ Ἀρνίῳ.
Αποκάλυψις 7,10
Γι’ αυτό το πρόσφορο της μάνας ήταν τελικά πολύ περισσότερο από μία όμορφη οικογενειακή παράδοση.
Ήταν μάθημα ολόκληρης ζωής.
Το αλεύρι έλεγε: πρόσφερε.
Το νερό έλεγε: καθάρισε.
Το ζύμωμα έλεγε: κοπίασε.
Η σφραγίδα έλεγε: Χριστός νικά.
Και η πορεία προς την Εκκλησία έλεγε:
Μην κρατάς τίποτε μόνο για τον εαυτό σου. Φέρε το στον Θεό.
Ίσως λοιπόν σήμερα να χρειάζεται να ξαναμάθουμε κάτι από εκείνες τις μάνες.
Λιγότερη αγωνία που θέλει να ελέγχει τα πάντα.
Περισσότερη προσευχή.
Λιγότερα λόγια.
Περισσότερη εμπιστοσύνη.
Και όταν δεν ξέρουμε πια τι να κάνουμε για κάποιον που αγαπούμε, ας γράψουμε το όνομά του.
Ας το δώσουμε να μνημονευθεί στη Θεία Λειτουργία.
Ας σταθούμε μπροστά στην εικόνα του Χριστού.
Και ας πούμε απλά:
Κύριε Ιησού Χριστέ, Εσύ τον γνωρίζεις καλύτερα απ’ όσο εγώ. Εσύ γνωρίζεις την πληγή του, τον φόβο του, τον δρόμο του και όσα δεν μου λέει. Δεν μπορώ να βρίσκομαι παντού μαζί του. Εσύ όμως είσαι παντού. Δεν μπορώ να φυλάξω την καρδιά του. Εσύ μπορείς να τη φωτίσεις. Γενηθήτω το θέλημά Σου.
Και προς την Υπεραγία Θεοτόκο:
Παναγία μου, Μητέρα του Κυρίου μας, πρέσβευε στον Υιό σου για τα παιδιά μας. Όταν εμείς κουραζόμαστε, μη μας αφήσεις να απελπιστούμε. Όταν εκείνα απομακρύνονται, αξίωσέ μας να μη σταματούμε την προσευχή. Κι όταν τα δικά μας χέρια δεν μπορούν πια να τα κρατήσουν, οδήγησέ μας να τα εμπιστευθούμε στα παντοδύναμα χέρια του Χριστού.
Γιατί αυτή είναι η τελευταία ελπίδα κάθε πιστής μάνας.
Όχι ότι θα κατορθώσει να κρατήσει το παιδί της για πάντα κοντά της.
Αλλά ότι θα το παραδώσει Εκεί όπου ούτε η απόσταση, ούτε η αρρώστια, ούτε η νύχτα, ούτε ακόμη και ο θάνατος μπορούν να το απομακρύνουν από την αγάπη Του.
Πέπεισμαι γὰρ ὅτι οὔτε θάνατος οὔτε ζωή, δυνήσεται ἡμᾶς χωρίσαι ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ τῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν.
Προς Ρωμαίους 8,38–39
Και ίσως, τελικά, αυτό να ήταν πάντοτε το βαθύτερο μυστικό εκείνου του ταπεινού προσφόρου επάνω στο παλιό ξύλινο τραπέζι:
μια μάνα ζύμωνε με τα χέρια της ψωμί για την Εκκλησία,
και την ίδια ώρα μάθαινε με την καρδιά της να παραδίδει όλη τη ζωή της
Στόν Χριστό.
Ιερεας Γκελιας Αρσενιος