Διηγείται Ο ΚΥΡ ΑΠΌΣΤΟΛΟΣ . “- Δεν είχα πατήσει καλά καλά τα είκοσι και είχα ένα από τα καλύτερα συνεργεία μοτοσικλετών στην Αθήνα.

mike
By
36 Views
3 Min Read

Κάποια μέρα εκεί που διόρθωνα μια μηχανή,
πετάχτηκε ένα ελατήριο και καρφώθηκε στην καρωτίδα μου.

Ακατάσχετη αιμορραγία.

Με τρέξανε στο ΚΑΤ.

Πέσαν πάνω μου όλοι οι γιατροί.

Μέσα στην παραζάλη άκουσα να λένε ότι αυτός έχει ελάχιστες ελπίδες να ζήσει.

Εγκεφαλικό.

Δεν ξέρω πως μου ήρθε.

Είπα:
“Παναγιά μου κάνε με να ζήσω…”…είδα μια άγνωστη μικρή εικόνα της Παναγίας να μου λέει:
” Είμαι η Παναγία η φανερωμένη .Θα ζήσεις”!
Έζησα.
Όπως με βλέπεις… ξερός από την μία πλευρά..

Μήνες μετά ανέβηκα στην Ελευθερούπολη.

Η μητέρα μου κατάγεται από Αντιφιλίππους.

Είχα φίλους εδώ, ερχόμουν από μικρός.

Με πληροφόρησαν ότι ΄’Παναγία Φανερωμένη” είναι το όνομα του ναού της Νέας Ηρακλείτσας.

Πήρα αμέσως ταξί.

Ο ναός ήταν ανοικτός.

Στο βάθος ο παπάς.

Του είπα πως θέλω να προσκυνήσω τη Παναγία την Φανερωμένη.

Mου έδειξε το προσκυνητάρι.
– Δεν είναι αυτή η εικόνα που είδα…
Του εξήγησα.
Με κάλεσε στο Ιερό… άνοιξε ένα σεντούκι..
Έβγαλε μια μικρή εικόνα…
την ξετύλιξε.. έπαθα.. ήταν η εικόνα , εκείνη η εικόνα που μου χάρισε την ζωή…”

Έμεινε ο κυρ Απόστολος για πάντα στην Ελευθερούπολη ο Απόστολος.

Παντρεύτηκε μια πολύ αξιόλογη κοπέλα από φτωχή οικογένεια.

Απόκτησαν δύο κόρες.

Πάντα μιλούσε για τις τρείς γυναίκες του σπιτιού του
και το στόμα του έσταζε μέλι.

Λιγομίλητος.

Σοβαρός.

Με περισσή αίσθηση χιούμορ.

Κάθε Παρασκευή ανέβαινε από τα μαύρα μεσάνυχτα στο παρεκκλήσι της Αγίας Παρασκευής.

Φορούσε ένα ράσο και περίμενε να απαγγείλει το Πάτερ Ημών.

Ποτέ δεν τον άκουσα να παραπονιέται,
να κριτικάρει, να γκρινιάζει.

Έζησε φτωχά, που να ακουμπήσει τη πενιχρή αναπηρική του σύνταξη..

Αρρώστησε…
έφυγε ήσυχα να συναντήσει τη μεγάλη του αγάπη, ΤΗ ΠΑΝΑΓΊΑ ΤΗ ΦΑΝΕΡΩΜΈΝΗ .

Την επομένη της κηδείας βρέθηκα με έναν κοινό μας φίλο τον Γιάννη.

– Θα σου πω κάτι..

Πριν λίγο καιρό με φώναξε να τον βοηθήσω να κόψει με το πριόνι κάτι ξύλα.
Αυτός τα κρατούσε με το ένα χέρι κι εγώ τα έκοβα.
Κάθε φορά που κόβονταν ένα ξύλο αυτός ψιθύριζε
“Δόξα τω Θεώ”…
Δόξα τω θεώ Απόστολε.
Που μας δίδασκες με την σιωπή σου.
Εμάς τους αρτιμελείς που σερνόμαστε ανάμεσα στα ξέρω τα θέλω τα έχω μας….
Μιχάλης Μάλαμας

Πολυξένη Ρέρρα

add
TAGGED:
Share This Article