Όταν ο διάβολος μάς πολεμά με την ίδια μας την αρετή

mike
By
13 Views
8 Min Read

Η άσκηση χωρίς διάκριση και η σωτήρια δύναμη της υπακοής

Δεν οδηγεί πάντοτε ο διάβολος τον άνθρωπο στην πλάνη με την αμαρτία. Μερικές φορές τον οδηγεί μέσα από κάτι που μοιάζει με αρετή. Δεν του λέει να σταματήσει την προσευχή, αλλά να προσευχηθεί περισσότερο. Δεν του λέει να εγκαταλείψει τη νηστεία, αλλά να νηστέψει αυστηρότερα. Δεν του λέει να σταματήσει τις μετάνοιες, αλλά να τις πολλαπλασιάσει. Και όταν ο άνθρωπος αρχίσει να θαυμάζει τον εαυτό του για τα πνευματικά του κατορθώματα, τότε ο πειρασμός έχει ήδη βρει την πόρτα από την οποία θα εισέλθει.
Μια παλαιά μοναστική διήγηση, όπως παραδίδεται στην προφορική πνευματική παράδοση, μας προσφέρει ένα συγκλονιστικό δίδαγμα.

Κάποτε, σε ένα μοναστήρι, ζούσε ένας νεαρός δόκιμος μοναχός με μεγάλη αγάπη για την προσευχή. Ο Γέροντάς του, γνωρίζοντας τις δυνάμεις και την πνευματική του κατάσταση, του είχε ορίσει έναν καθημερινό κανόνα με συγκεκριμένες μετάνοιες και κομποσχοίνια.

Ο νεαρός μοναχός ακολουθούσε πιστά τον κανόνα του. Κάποια στιγμή όμως σκέφτηκε: «Αφού μπορώ να κάνω τόσα, γιατί να μην κάνω περισσότερα; Δεν θα ευαρεστήσω έτσι περισσότερο τον Θεό;»

Χωρίς να ρωτήσει τον Γέροντά του, άρχισε να αυξάνει την άσκησή του. Οι εκατό μετάνοιες έγιναν διακόσιες. Τα δέκα κομποσχοίνια έγιναν είκοσι. Και όσο περισσότερο προσευχόταν, τόσο περισσότερο πίστευε ότι προόδευε πνευματικά.
Μια νύχτα, ενώ βρισκόταν στο κελί του, εμφανίστηκε μπροστά του ένας λαμπρός άγγελος.
«Ευλογημένε μοναχέ», του είπε, «ο Θεός ευαρεστείται πολύ από τον αγώνα σου. Συνέχισε έτσι, γιατί έχεις φτάσει σε μεγάλα πνευματικά μέτρα».

Ο μοναχός γέμισε χαρά. Πίστεψε ότι ο ίδιος ο ουρανός επιβεβαίωνε την αγιότητά του. Δεν σκέφτηκε όμως να αναφέρει την εμφάνιση στον Γέροντά του. Κράτησε το γεγονός μυστικό και αύξησε ακόμη περισσότερο τις προσευχές και τις μετάνοιές του.

Ο υποτιθέμενος άγγελος συνέχισε να εμφανίζεται και να τον επαινεί, ώσπου ο μοναχός άρχισε να πιστεύει ότι είχε αποκτήσει ιδιαίτερη παρρησία ενώπιον του Θεού.

Κάποια ημέρα είπε στον άγγελο:
«Θα ήθελα να αξιωθώ να δω την Παναγία».
«Δεν έχεις φτάσει ακόμη σε τέτοια μέτρα», του απάντησε. «Συνέχισε όμως τον αγώνα σου και θα έρθει η ώρα».

Ο μοναχός πολλαπλασίασε την άσκησή του. Ώσπου μια ημέρα ο άγγελος εμφανίστηκε και του ανακοίνωσε:
«Τώρα ήρθε η ώρα. Ακολούθησέ με και θα δεις την Υπεραγία Θεοτόκο».

Βγήκαν από το μοναστήρι και προχώρησαν μέσα σε ένα πυκνό δάσος. Έφτασαν σε ένα απομονωμένο σημείο, κοντά σε έναν βαθύ γκρεμό.
«Κοίταξε προς τον ουρανό», του είπε ο άγγελος.
Ξαφνικά, ο μοναχός είδε τον ουρανό να ανοίγει. Μέσα σε απερίγραπτη λαμπρότητα εμφανίστηκε η μορφή της Παναγίας, καθισμένη σε ένδοξο θρόνο και περιτριγυρισμένη από αγγέλους.
Η μορφή τού έκανε νόημα να πλησιάσει.

Ο μοναχός, συγκλονισμένος, ετοιμάστηκε να προχωρήσει. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή όμως θυμήθηκε μια απλή συμβουλή που του είχε δώσει κάποτε ο Γέροντάς του:
«Αν ποτέ δεις την Παναγία, να πεις το “Θεοτόκε Παρθένε”».

Και άρχισε:
«Θεοτόκε Παρθένε, χαῖρε, κεχαριτωμένη Μαρία, ὁ Κύριος μετὰ σοῦ· εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξί, καὶ εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου…»

Μόλις πρόφερε αυτά τα λόγια, το όραμα εξαφανίστηκε.

Ο θρόνος χάθηκε. Οι άγγελοι εξαφανίστηκαν. Το ουράνιο φως έσβησε.

Και ο μοναχός αντίκρισε την τρομακτική αλήθεια.

Βρισκόταν στην άκρη ενός βαθύτατου γκρεμού. Ένα ακόμη βήμα και θα είχε πέσει στο κενό.

Τότε κατάλαβε ότι ο άγγελος δεν ήταν άγγελος και ότι η λαμπρή εμφάνιση δεν ήταν η Παναγία. Ήταν μια δαιμονική πλάνη που είχε καλλιεργηθεί μέσα από την υπερηφάνειά του.

Επέστρεψε στο μοναστήρι, έπεσε στα πόδια του Γέροντά του και εξομολογήθηκε τα πάντα. Από τότε ακολούθησε με ταπείνωση τον κανόνα που του είχε δοθεί, χωρίς αυθαίρετες προσθήκες, και προόδευσε πραγματικά στην πνευματική ζωή.

Ας προσέξουμε όμως κάτι βαθύτερο.
Τον μοναχό δεν τον έσωσαν οι εκατοντάδες μετάνοιες που έκανε από το δικό του θέλημα. Τον έσωσε η ανάμνηση μιας απλής συμβουλής του Γέροντά του και η προσευχή προς την Παναγία.

Ο πειρασμός δεν τον πλησίασε λέγοντάς του να αμαρτήσει. Τον πλησίασε επαινώντας την αρετή του. Δεν του ζήτησε να εγκαταλείψει τον Θεό. Τον έκανε να πιστέψει ότι είχε ήδη πλησιάσει τόσο πολύ τον Θεό, ώστε δεν χρειαζόταν πλέον καθοδήγηση.

Αυτό είναι ένα από τα πιο λεπτά σημεία του πνευματικού αγώνα: ο άνθρωπος μπορεί να υπερηφανευθεί ακόμη και για την ταπείνωσή του. Μπορεί να θαυμάσει τον εαυτό του επειδή νηστεύει, επειδή προσεύχεται, επειδή κάνει μετάνοιες, επειδή θεωρεί ότι έχει νικήσει τα πάθη του.

Και τότε η αρετή, αντί να τον οδηγεί στον Χριστό, γίνεται καθρέφτης μέσα στον οποίο θαυμάζει τον εαυτό του.

Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να φοβόμαστε την προσευχή, τη νηστεία ή τις μετάνοιες. Ούτε ότι κάθε πρόσθετη προσευχή είναι επικίνδυνη. Σημαίνει ότι η άσκηση χρειάζεται ταπείνωση, μέτρο και διάκριση.

Ο πνευματικός κανόνας δεν είναι τιμωρία. Δεν είναι ένας λογαριασμός που πληρώνουμε στον Θεό για τις αμαρτίες μας. Δεν είναι ένας διαγωνισμός στον οποίο νικητής είναι όποιος κάνει περισσότερες μετάνοιες.

Είναι ένα μέσο θεραπείας. Ένα καθημερινό στήριγμα. Ένας τρόπος να καλλιεργούμε τη σταθερότητα, την προσευχή και την εμπιστοσύνη στον Θεό.

Και όπως ο καλός γιατρός δεν δίνει σε όλους τους ασθενείς την ίδια θεραπεία, έτσι και ο διακριτικός πνευματικός δεν δίνει σε όλους τον ίδιο κανόνα.

Άλλος χρειάζεται περισσότερη άσκηση. Άλλος χρειάζεται λιγότερη. Άλλος χρειάζεται να μάθει να αγωνίζεται. Και άλλος, που αγωνίζεται υπερβολικά, χρειάζεται να μάθει να σταματά.

Γιατί δεν είναι πάντοτε η μεγαλύτερη άσκηση και η ωφελιμότερη.

Ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος αναδεικνύει τη διάκριση ως μία από τις σπουδαιότερες αρετές της πνευματικής ζωής. Χωρίς αυτήν, ακόμη και ο καλός ζήλος μπορεί να χάσει τον προσανατολισμό του.

Ας θυμόμαστε, λοιπόν, ότι ο Θεός δεν μετρά την αγιότητά μας με τον αριθμό των μετανοιών ούτε την αγάπη μας με το μήκος του κομποσχοινιού.
Βλέπει την καρδιά.
Και πολλές φορές ένας άνθρωπος που κάνει λίγες μετάνοιες με συντριβή και ταπείνωση βρίσκεται πνευματικά πιο κοντά στον Θεό από κάποιον που κάνει εκατοντάδες και μέσα του καμαρώνει για τα κατορθώματά του.
Δεν αγιάζει τον άνθρωπο η ποσότητα της άσκησης, αλλά η Χάρη του Θεού που ενεργεί μέσα στην ταπεινή καρδιά.
Ας μη λησμονούμε, λοιπόν, το μεγάλο δίδαγμα αυτής της διήγησης:

Η άσκηση χωρίς διάκριση μπορεί να θρέψει την υπερηφάνεια, ενώ η υπακοή, ακόμη και στην πιο απλή εντολή, καλλιεργεί την ταπείνωση.

Και τελικά, ο δρόμος προς τον ουρανό δεν ανοίγει με την αυτοπεποίθηση ότι φτάσαμε σε μεγάλα πνευματικά μέτρα, αλλά με την ταπεινή ομολογία:

«Κύριε, χωρίς Εσένα δεν μπορώ να κάνω τίποτε».

Αρχμ Χριστοδουλος

add
TAGGED:
Share This Article