Πέρα ἀπό τίς καταιγιστικές ἐξελίξεις που ταλανίζουν τήν κοινωνία μας σε πολλά μέτωπα, οἱ μέρες μας ἔχουν σημαδευτεῖ καί ἀπό μιά σύγχιση καί μιά ἀναστάτωση γύρω ἀπό πνευματικά καί ἐκκλησιαστικά θέματα, πού μᾶς γυρίζει αἰῶνες πίσω, ἀποκαλύπτοντας ἔτσι τήν ἄγνοια καί τήν ἀμάθεια μας, ὅσον ἀφορᾶ στά θέματα τῆς Πίστης καί τῆς Παράδοσής μας. Πολλές φορές μάλιστα ἡ ἄγνοια αὐτή φαίνεται νά ἀγγίζει τά ὅρια τοῦ σκοταδισμοῦ. Χάσαμε τήν ἁγνή, ἄδολη πατρώα πίστη μας καί ὅλα μᾶς φταῖνε.
Τόν τελευταῖο καιρό ὅταν μονοπώλησαν τήν ἐπικαιρότητα διάφορα δημοσιεύματα γύρω ἀπό μνημόσυνο πού τέλεσε ἡ Ἱερά Μητρόπολις
Μόρφου στίς 30 Ἰουλίου, 2023, γιά τόν μακαριστό Γέροντα Σάββα Ἀχιλλέως καί τήν εἰκόνα πού ἁγιογραφήθηκε, κατόπιν καθ᾽ ὑπόδειξης (μετά θάνατον) τοῦ μακαριστοῦ Γέροντα. Πολλοί εἶναι αὐτοί πού ξεσπάθωσαν, τόσο στά κοινωνικά δίκτυα ὅσο καί ἀπό τηλεοράσεως γιά τό θέμα, μέ πρωταγωνιστή τόν γνωστό θεολόγο κ. Θεόδωρο Κυριακοῦ, συνεπικουρούμενο καί ἀπό κάποιους δημοσιογράφους, κατηγορώντας τόν Μητροπολίτη Μόρφου γιά ἀντικανονικότητα, παραδοξότητα, σκανδαλισμό, μεσαίωνα κ.λπ. καί προκαλώντας τήν Ἱερά Σύνοδο νά ἐπέμβει γιά τό θέμα αυτό καί ἄλλα πολλά.
Λόγῳ τοῦ ὅτι τό θέμα προβλημάτισε καί σύγχισε πολλούς Χριστιανούς θελήσαμε νά ἀνατρέξουμε στά ἱερά κείμενα τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῆς Ἱερᾶς Παράδοσης, ὡς σωστική καταφυγή καί φωτεινούς ὁδοδεῖκτες, ὥστε νά ἀντλήσουμε μαρτυρίες καί νά ἀπελευθερωθοῦμε ἀπό τήν σύγχιση καί τήν δουλείαν τοῦ σκότους.
Ἕνας ἀπό τούς ἐπίμαχους ἰσχυρισμούς στίς δηλώσεις περί ἀντικανονικότητας καί κύριο ἐπιχείρημα ὑπῆρξε τό ὅτι μόνον ἡ Ἱερά Σύνοδος ἤ ἡ τοπική Ἐκκλησία, ἤ τό Πατριαρχεῖον μπορεῖ νά ἀποφανθεῖ ἄν κάποιος εἶναι Ἅγιος ἤ ὄχι.
Ποιός λοιπόν λέγεται Ἅγιος;
«Κατά τήν Ὀρθόδοξη μας Ἐκκλησία, οἱ Ἅγιοι εἶναι πρόσωπα φωτισμένα ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα, τά ὁποῖα μέ τήν σώζουσα ἀπό τά ψεκτά πάθη ἄθληση – ἄσκηση, τήν σωστή καί ἐνάρετη χριστιανική τους πολιτεία καί τήν τήν ἔνθεη ζωή καί τήν πύρινη ὁμολογία – μαρτυρίαν Ἰησοῦ Χριστοῦ, εὐαρέστησαν τόν Θεό. Καί τούς ἐπικαλούμαστε, ὄχι ὡς θεούς, ἀλλά ὡς φίλους Θεοῦ καί ὡς προστᾶτες καί πρεσβευτές, πρός τόν Κύριον Οὐρανοῦ κάι γῆς, Τόν Βασιλέα τῆς Δόξης» (πρβλ. Ἀρχιμανδρίου Ἐπιφανίου Εὐθυβούλου, «ὁ Θεός σέ περιμένει νά γίνης Ἅγιος», Λεμεσός 2018).
Ἐπιπρόσθετα, Ἅγιοι καλοῦνται «ὅσοι συνδέονται κατά ποικίλους τρόπους μέ τόν Χριστό καί ζοῦν στήν Ἐκκλησία, αὐτοί μετέχουν τῆς καθαρτικῆς, φωτιστικῆς καί θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ καί ἁγιάζονται. Ἄλλωστε ἡ Ἐκκλησία εἶναι κοινωνία Ἁγίων», θά μᾶς ξεκαθαρίσει ὁ Ἀρχιμανδρίτης Ζαχαρίας Ζάχαρου, τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Τιμίου Προδρόμου Ἔσσεξ.
Στό ἐρώτημα λοιπόν πού τίθεται κατά πόσον μποροῦμε νά χρησιμοποιοῦμε τόν ὅρο «Ἅγιος» γιά περιπτώσεις Χριστιανῶν (Κληρικῶν, Μοναχῶν κ.λπ), πού ἔζησαν κατά Χριστόν καί κοιμήθηκαν μέ ὁσιακό τρόπο, σύμφωνα μέ τόν Μητροπολίτη Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱερόθεο: «ἡ ἀπάντηση εἶναι καταφατική, ἀρκεῖ, βέβαια, νά ὑπάρχουν μερικά θεολογικά καί ἐκκλησιαστικά ἐχέγγυα. Δέν εἶναι δυνατόν νά λησμονεῖ κανείς ὅτι ἀπό θεολογικῆς πλευρᾶς ὁ ὅρος ἅγιος ἀποδίδεται σέ ἐκεῖνον πού συνδέεται κατά ποικίλους βαθμούς μέ τόν Χριστό, ὁ Ὁποῖος εἶναι ὁ Ἅγιος τῶν ἁγίων. Ἄλλωστε, ἡ λατρευτική πράξη τό γνωρίζει πολύ καλῶς αὐτό, γι’ αὐτό στήν ἐκφώνηση τοῦ Ἱερέως «τά ἅγια τοῖς ἁγίοις» ὁ λαός ἀντιφωνεῖ: «εἰς ἅγιος, εἰς Κύριος Ἰησοῦς Χριστός εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός». Τά ἅγια εἶναι τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ καί οἱ Χριστιανοί πού μέ τίς ἀπαραίτητες προϋποθέσεις προσέρχονται νά κοινωνήσουν τῶν ἁγίων, πρέπει νά εἶναι ἅγιοι, πού ἁγιάζονται ἀπό τόν κατ᾽ ἐξοχήν ἅγιο, τόν Χριστό. Εἶναι γνωστόν ὅτι στήν ἀρχαία Ἐκκλησία, ὅπως διασώζεται στίς ἐπιστολές τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, οἱ ζῶντες Χριστιανοί λέγονταν ἅγιοι. Στούς Χριστιανούς τῆς Ἐφέσου ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στέλνει ἐπιστολή καί τούς ὀνομάζει ἁγίους (Ἐφ. Α, 1)… Στούς Κολοσσαεῖς γράφει: «Μετά χαρᾶς εὐχαριστοῦντες τῷ πατρί τῷ ἰκανώσαντι ἡμᾶς εἰς τήν μερίδα τοῦ κλήρου τῶν ἁγίων ἐν τῷ φωτί» (Κολ. Α, 12). Σαφέστατα στά χωρία αὐτά ἅγιοι χαρακτηρίζονται οἱ ζῶντες Χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι μετέχουν τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, ἀνήκουν στόν κλῆρο τῶν ἁγίων μέσα στό Φῶς του Θεοῦ.
Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος στήν Καθολική του ἐπιστολή φθάνει στό σημεῖο νά πεῖ ὅτι οἱ παραλῆπτες τῆς ἐπιστολῆς του Χριστιανοί ἔχουν «ἰσότιμον» μέ αὐτόν πίστη. Ὁ ἴδιος, ὅπως περιγράφει, ἀνέβηκε στό ὅρος Θαβώρ καί εἶδε τήν δόξα τοῦ Θεοῦ, ὅμως καί οἱ Χριστιανοί πού εἶναι μέλῃ τῆς Ἐκκλησίας ἔχουν τήν ἴδια μέ αὐτόν πίστη, (Β´ Πέτρ. Α´, 1)…
Ἡ ἁγιότητα δέν εἶναι μιά ἀφηρημένη ἤ μιά ἠθικιστική ἔννοια, ἀλλά ἡ μέθεξη, κατά διαφόρους βαθμούς, τῆς καθαρτικῆς, φωτιστικῆς καί θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἀρχίζει ἀπό τήν ζωή αὐτή. Στό σημεῖο αὐτό βρίσκεται καί ἡ οὐσία τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Ὅλοι ὅσοι ζοῦν μέ μετάνοια, μέ πνεῦμα ταπεινώσεως, μέ ὑπακοή στήν Ἐκκλησία καί τήν Παράδοσή της, μετέχουν τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ καί τοῦ ἁγιασμοῦ. Ἄλλωστε αὐτή εἶναι ἡ παραγγελία: «κατά τόν καλέσαντα ὑμᾶς ἅγιον καί αὐτοί ἅγιοι ἐν πάσῃ ἀναστροφῇ γενήθητε, διότι γέγραπται· ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγώ ἅγιός εἰμι» (Α´ Πέτρ. Α, 15-16). (πρβλ. Μητρ. Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου, «Ἁγιότητα καί Ἁγιομαχία»)
Ἅγιος λοιπόν «εἶναι ἕνας ὁποιοσδήποτε ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος, μέσα ἀπό μιά προσωπική σχέση αὐθεντικῆς ἀγάπης μέ τόν Θεό, δέχθηκε τήν Θεία Χάρη, «ἀλλοιώθηκε» καί πέρασε σέ ἕνα ἄλλο ἐπίπεδο ὕπαρξης, πού ὀνομάζεται καινή κτίσις (Παῦλος, Β ́ πρός Κορινθίους, Ε´́ 17, Γαλάτας, Στ ́ 15 ) (πρβλ. Θεόδωρου Ρηγινιώτη, «τά ἀλεξικέραυνα τοῦ θανάτου, σύγχρονοι Ἅγιοι καί Ὅσιοι στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία), »καί ἀκόμα, Ἅγιος εἶναι κάθε ἄνθρωπος πού «κερδίζει τόν παράδεισο», πού ἡ ψυχή του γίνεται φωτεινή «εἰς τόν αἰῶνα»· «ἅγιοι εἶναι ὅλοι ὅσοι ἔχουν ὀρθή πίστη καί τήν ἐφαρμόζουν στή ζωή τους» σημειώνει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος.
«Κατά τήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας μας οἱ ἅγιοι ἀντικατοπτρίζουν τή δόξα τοῦ Κυρίου καί ἀκτινοβολοῦν τό ἄκτιστο φῶς τοῦ Θεοῦ… Ὀνομάζονται ἀγαπητοί του Θεοῦ, φίλοι τοῦ Θεοῦ, ἀδελφοί τοῦ Χριστοῦ (Ματθ. ΙΒ’ 50). Εἶναι ναός καί κατοικητήριο τοῦ Θεοῦ, τέκνα Θεοῦ (Ἰω. Α’ 12, Γαλ. Γ’ 26-27), κληρονόμοι καί συγκληρονόμοι τοῦ Χριστοῦ (Ρωμ. Η’ 17). Τό μνημόσυνο τῶν Ἁγίων εἶναι αἰώνιο (Ἑβρ. ΙΑ’ 4-38). Ὁ ἴδιος ὁ Θεός, μέσῳ τοῦ ἁγίου Σώματος τοῦ Χριστοῦ, ἔρχεται σέ προσωπική κοινωνία μέ τόν ἄνθρωπο καί τοῦ μεταδίδει τήν ἁγιότητα. Πρόκειται γιά τήν ἁγιότητα τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, ὄχι γιά τήν ἁγιότητα τοῦ ἀνθρώπου, ἀνεξάρτητα ἀπό τήν κοινωνία του μέ τόν Χριστό» (Πρβλ. π. Ἀντωνίου Ἀλεβιζοπούλου, «Θέματα Ὀρθοδόξου Κατηχήσεως»).
«Ἐμοί λίαν ἐτιμήθησαν οἱ φιλοι σου, ὁ Θεός…», διαβάζουμε στόν Ψαλμό ΡΛΗ 17, καί στήν Ἁγία Γραφή τεκμηριώνεται μέ πολλά χωρία ὅτι ὁ Θεός θαυματοποιεῖ μέσῳ τῶν ἁγίων καί δικαίων Του. Ἄλλωστε σέ ὅλους μας εἶναι γνωστή ἡ περίπτωση ὅπου ὁ Θεὸς βεβαιώνει τὸν Προφήτη πὼς ἂν βρεθεῖ ἔστω καὶ ἕνας ἅγιος ἄνθρωπος, γιὰ χάρη του θὰ σώσει ὁλόκληρη τὴν πόλη (Ἱερεμ. Ε´1. Ἰεζ. ΚΒ´ 30).
Ὅμως ὁ Θεός δέν θαυματουργεῖ μόνον μέσῳ τῶν ζώντων Ἁγίων, Ὁσίων καί Δικαίων, ἀλλά καί μέσῳ κεκοιμημένων Ἁγίων, ἄλλωστε «ἄν γίνονται θαυματουργίες, προοράσεις ἤ προφητεῖες, αὐτά γίνονται γιά τή διακονία τῆς Ἐκκλησίας», τονίζει ὁ Μητροπολίτης Λεμεσοῦ Ἀθανάσιος.
«Ἡ τιμή αὐτή καί ὁ σεβασμός στούς Ἁγίους ἐκδηλώνεται στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί μέ τήν προσκύνηση, ἡ ὁποία σέ καμμιά περίπτωση δέν θεωρεῖται λατρευτική, ἀλλά μᾶλλον ἀποτελεῖ ἐκδήλωση τιμῆς καί ἀγάπης, ἄλλωστε ἡ Γραφή διδάσκει ὅτι οἱ ἅγιοι ἐπιβάλλεται νά τιμοῦνται καί ἐν ζωῇ: «ὁ λαός ὅμως τούς δόξαζε» (Πράξεις Ε´,13), (πρβλ. Ὀρθόδοξη Ὁμάδα Δογματικῆς Ἔρευνας, περί ἁγιοκατάταξης) .
Ὅσον μάλιστα ἀφορᾶ στούς Μάρτυρες, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἀναφέρει πώς ἡ δύναμη τῶν ἁγίων μαρτύρων «καθημερινῶς ζεῖ καί ἐνεργεῖ, ἐκδιώκει δαιμόνια, ἀπομακρύνει τάς ἀσθενείας, ἐμψυχώνει πόλεις ὁλοκλήρους καί συναθροίζει ἐδῶ πλῆθος».Τά ἴδια ἀκριβῶς ὑποστηρίζει καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος: «Πρέπει νά πανηγυρίζουμε ὅλους τούς μάρτυρες…Καί τώρα ἐκεῖνος εἶναι στόν οὐρανόν καί ἐκεῖ προσφέρει τίς θυσίες του γιά ἐμᾶς».
Ἀνάδειξη Ἁγίων
Εἶναι ἀποδεδειγμένον ἀνά τούς αἰῶνες, πώς ὁ λαός εἶναι ὁ πρῶτος πού ἀναδεικνύει κάποιον Ἅγιο καί τόν τιμᾶ ὡς τέτοιον ἕνεκα θαυμαστῶν περιστατικῶν πού σημειώνονται γύρω ἀπό τόν συγκεκριμμένον Ἅγιο καί κατόπιν ἀκολουθεῖ ἡ ἐπίσημη ἁγιοκατάταξή του. Τό φαινόμενο ἡ Ἐκκλησία νά λαμβάνει ἐνεργότερο ρόλο στά θέματα κυρίως τῆς τιμῆς τῶν Ἁγίων μέ τήν Ἐκκλησία νά συγκεντρώνει στοιχεῖα, νά καταγράφει τόν βίο, τά θαύματα καί τίς μαρτυρίες των ἀνθρώπων γιά τήν ἁγιότητα τοῦ βίου του ἄρχισε τόν ΙΔ´αἰῶνα. Ἡ Ἐκκλησία ὅμως ἔχει ἑκατομμύρια Ἁγίους πολύ πρίν τόν ΙΔ´ αἰῶνα.
Τιμή πρός Γέροντες καί Πνευματικούς
Ὁ Γέροντας Ἐφραίμ, ἡγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Βατοπαιδίου, ἀναφέρει πώς «κατ᾽ ἀρχήν δέν ὑπάρχει στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀνακήρυξη Ἁγίου. Αὐτό πού συμβαίνει σήμερα εἶναι ἕνα νέο δεδομένο, πού γίνεται βέβαια. Παρατηροῦμε στήν Μονή μας, πού εἶναι χιλιόχρονη Μονή, ἔχομε τόσους Βατοπαιδινούς Ἁγίους. Δέν βρήκαμε ἐπίσημη ἀνακήρυξη τῶν Ἁγίων. Δέν ὑπάρχει ἔγγραφο ὅπως τώρα ,πού γίνεται πατριαρχικό σιγίλιο καί ἔρχεται ἀνακήρυξη, πού στήν οὐσία εἶναι ἐπίσημη κατάταξη στό ἁγιολόγιο τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτό εἶναι πού κάνει ἡ Ἐκκλησία τώρα. Αὐτό πού ὑπῆρχε πάντοτε ἦταν τό βῆμα τῆς Ἐκκλησίας. Ὅπως ὁ Ἅγιος Νεκτάριος. Τόν εἶχαν Ἅγιον πρίν νά κοιμηθεῖ. Τοῦ Ἁγίου Σάββα τοῦ ἐν Καλύμνῳ στίς σαράντα μέρες τοῦ ἔφτιαξαν τήν εἰκόνα. Βλέπετε ἐδῶ πῶς ἡ Ἐκκλησία λειτουργεῖ. Θυμᾶμαι τόν Γέροντα μας, ὅταν διάβασε τό βίο τοῦ Γέροντος Σιλουανοῦ. Μόλις τόν διάβασε μᾶς εἶπε: «αὐτός ὁ ἄνθρωπος εἶναι Ἅγιος». Προτοῦ ἀνακηρυχθεῖ ὁ Γέροντας Σιλουανός Ἅγιος. Τό ἴδιο καί γιά τόν π. Ἰουστῖνο Πόποβιτς πού ἀνακηρύχθηκε πρόσφατα. Ὁ Γέροντας πρίν τήν ἀνακήρυξή του ἔβγαλε σέ μοναχό μας τό ὄνομα Ἰουστῖνος… Δέν μπορεῖ κανείς νά ἐμποδίσει τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας αὐθόρμητα νά προσεύχονται σ’ αὐτόν. Δέν δίνει κανείς γραμμή. Ξέρετε, φτιάξτε εἰκόνα. Σάν ἐμεῖς, θυμᾶμαι, γιά τόν Νικόλαο Πλανᾶ. Μόλις διάβασα τόν βίο του, μοῦ δημιουργήθηκε μιά ἀγάπη γι’ αὐτόν τόν ἄνθρωπο καί παραγγείλαμε εἰκόνα μέ τό φωτοστέφανο, προτοῦ ἀνακηρυχθεῖ ἐπίσημα Ἅγιος. Καί τήν εἴχαμε. Καί εἴχαμε τήν αἴσθηση μέσα μας ὅτι κάποτε θά ἀνακηρυχθεῖ ἅγιος… Πῆγε ὁ π. Νήφων στόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη καί τοῦ ἔδειξε μερικές τοιχογραφίες πού ὑπάρχουν σέ ἕνα παρεκκλήσιο. Εἶναι ὁ Γέροντας Ἰωσήφ ὁ ἡσυχαστής, ὁ γέρο-Πορφύριος, ὁ Γέρο-Παΐσιος, ὁ Γέρων Φιλόθεος Ζερβάκος, ὁ Γέρο-Ιάκωβος, ὁ Γέρων Σωφρόνιος. Τοῦ λέγει ὁ Πατριάρχης: «Πολύ προτρέχεις». «Παναγιώτατε, τοῦ λέγει, τό βίωμα τῆς ἐκκλησίας εἶναι πρῶτα καί ἡ Ἐκκλησία βλέποντας τό βίωμα ἔρχεται καί ἐπισήμως ἀναγράφει στό ἁγιολόγιο της». Ὁ Πατριάρχης βλέποντας τίς ἁγιογραφίες τίς ἀσπάσθηκε μία μία. Καί μάλιστα ὅταν ἦλθε ἐδῶ στό Ἅγιον Ὅρος ἐκεῖ στή σύναξη τῶν ἡγουμένων καί ἀντιπροσώπων στήν Ἱερά κοινότητα ἀνέφερε ὅτι σιγά σιγά ἡ Μήτηρ Ἐκκλησία θά προέβαινε στήν ἐπίσημη ἁγιοκατάταξη αὐτῶν τῶν ἐναρέτων γερόντων».
Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος
Ἐντύπωση προκαλεῖ καί ἡ περίπτωση ἀπόδοσης τιμῆς ἀπό τόν Ἅγιο Συμεών τόν Νέο Θεολόγο πρός τόν Γέροντά του, μετέπειτα Ἅγιο Συμεών τόν Εὐλαβῆ, γιά τόν ὁποῖο συνέταξε καί Ἀκολουθία πρός τιμήν του.Ὄχι μόνον ἀποδεχόταν τήν ἁγιότητά του, ἀλλά καί ἤθελε νά ἑορτάζει τή μνήμη του, βρῆκε ὅμως ἀντίθετο τόν Μητροπολίτη Νικομηδείας Ʃτέφανο, ὁ ὁποῖος ἔπεισε τόν Πατριάρχη ἀφενός νά τοῦ ἀπαγορεύσει κάθε ἀπόδοση τιμῆς στόν ὁ Γέροντά του καί ἀφ’ ἑτέρου νά τόν ἐξορίσει στήν περιοχή τῆς Χρυσουπόλεως. Ὁ Ἅγιος Ʃυμεών τότε ἐγκαταστάθηκε σέ ἕνα ἐρημοκκλήσι τῆς Ἁγίας Μαρίνας μέχρι πού ἀργότερα ὁ Πατριάρχης τόν ἀθώωσε καί τόν ἀπάλλαξε ἀπό τήν ἐξορία ἐπιτρέποντάς του νά ἑορτάζει ἰδιωτικά τήν μνήμη τοῦ πνευματικοῦ του.
Ἅγιος Σωφρόνιος τοῦ Ἔσσεξ
Ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος τοῦ Ἔσσεξ, σύμφωνα μέ ὁμολογία τοῦ ἰδίου, ἀπέκτησε τέτοια πίστη καί εὐλάβεια πρός τόν Γέροντά του, τόν μετέπειτα Ἅγιο Σιλουανό τόν Ἀθωνίτη, ὥστε μέ τό πνεῦμα του νά προσκυνεῖ καί τά ἀχνάρια τῶν ποδιῶν του. Μετά τήν ὁσιακή κοίμηση τοῦ Γέροντά του, τόν τιμοῦσε ὡς Ἅγιο πολύ πρίν τήν ἁγιοκατάταξή του.
Ὅσιος Βησσαρίωνας, τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἀγάθωνος
Ὁ Ὅσιος ἀνακηρύχθηκε ἅγιος ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο τό 2022. Εἶναι ὅμως ἀξιοσημείωτο ὅτι τό 2006 ὁ ἀείμνηστος Μητροπολίτης Φθιώτιδας Νικόλαος εἶχε σημειώσει χαρακτηριστικά: «Ὁ ἀφανής ἱερομόναχος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἀγάθωνος κατέστη παγκοσμίως γνωστός, παρ’ ὅτι δέν διέθετε ἐπικοινωνιολόγους, γιά νά τόν προβάλλουν, οὔτε ὀργανωμένη ὁμάδα θαυμαστῶν. Τό ἀντίθετο μάλιστα. Βρέθηκε στό κέντρο κυκλῶνος ἀμφισβητιῶν καί ὑβριστῶν, οἱ ὁποῖοι ἐνέπαιζαν καί καθύβριζαν τό πρόσωπό του καί τό «οὐράνιο σημεῖο» τοῦ ἀφθάρτου σκηνώματός του. Ἡ μυστική, ὅμως, δύναμη τῆς Θείας Χάριτος, πού ἐξέπεμπε ἡ μορφή του, ὑπερίσχυσε τοῦ σκότους και τῶν ὀργάνων τῆς ἀσέβειας, ἡ δέ αὔρα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μετά τόν κλύδωνα, ἔφερε τήν εἰρήνη».
Γέρων Χατζηγιώργης ὁ Ἀθωνίτης
Ὁ Ἅγιος Παΐσιος θεωροῦσε Ἅγιο τόν Γέροντα Χατζηγιώργη τόν Ἀθωνίτη καὶ τὸν ἐπικαλεῖτο στὸ κομποσχοίνι του. “Δὲν ἔχει σημασία ποὺ ἡ Ἐκκλησία μας ἀκόμη δὲν τὸν ἔχει ἀνακηρύξει Ἅγιο, γιὰ νὰ τοῦ δώσει τὸ φωτοστέφανο. Αὐτὸ ποὺ ἔχει μεγάλη σημασία εἶναι ἡ φωτεινὴ ζωή τοῦ Γέροντα, τὸ ἁπλὸ καὶ ἄκακο σιωπηλό του παράδειγμα. Ἦταν γεμάτος ἀπὸ ἀρετὲς καὶ δυνάμεις Θεϊκές, τὶς ὁποῖες διέθετε μαζὶ μὲ τὸν ἑαυτό του, γιὰ νὰ βοηθήσει τοὺς συνανθρώπους του. Κήρυττε Χριστὸ καὶ ἀπὸ μακριά. Ἔκανε θαύματα, ἔβλεπε ὁράματα θεϊκά, καὶ εἶχε καὶ τὸ διορατικὸ χάρισμα. Πολλὴ χάρη Θεοῦ, ἡ ὁποία δὲν τὸν πρόδωσε».
Ἀποστολική καί Ἁγιοπατερική ὁδός
Περιδιαβάζοντας λοιπόν στά ὅσα οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἀνά τούς αἰῶνες μᾶς ἔχουν κληροδοτήσει, διαπιστώνουμε ὅτι στήν δισχιλιετῆ πορεία τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀγῶνες πολλοί ἔγιναν καί ποταμοί αἱμάτων χύθηκαν γιά νά διασφαλιστεῖ τό Ὀρθόδοξο, τό ἀληθές καί τό αὐθεντικό στήν ζωή της… Οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι, καί στήν συνέχεια οἱ Ἅγιοι Πατέρες, ὁριοθέτησαν μέ ἀκρίβεια καί ἱερότητα τήν ἀποστολική καί ἁγιοπατερικήν αὐτήν ὁδόν, ὥστε ὀ κάθε Χριστιανός νά μπορεῖ ἀπρόσκοπτα νά βρίσκεται ἐν πορείᾳ στήν Ὁδό τῆς Ἀληθείας, ἔχοντας ὡς πυξίδα καί τίς Οἰκουμενικές Συνόδους, «Τόν μέν (Χριστόν) ὡς Θεόν καί Δεσπότην, τούς δέ (ἁγίους) διά τόν κοινόν Δεσπότην, ὡς αὐτοῦ γνησίους θεράποντος τιμῶντες καί σέβοντες καί τήν κατά σχέσιν προσκύνησιν ἀπονέμοντες», (Ζ’ Οἰκουμενική Σύνοδος).
Ἐν κατακλείδι καί σύμφωνα μέ τόν Ἀρχιμανδρίτη Ζαχαρία Ζάχαρου, τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τιμίου Προδρόμου τοῦ Ἔσσεξ, «ὅσοι τυχόν σκανδαλίζονται ἀπό τό γεγονός ὅτι κάποιοι ἄνθρωποι προβάλλονται καί θεωροῦνται ἀπό τόν λαό ὡς Ἅγιοι, χωρίς ἀκόμη νά τεθοῦν σέ τιμητική προσκύνηση, γιατί ἀναμένεται ἡ κρίση τῆς Ἐκκλησίας,δείχνουν ὅτι δέν γνωρίζουν τήν ὀρθόδοξη θεολογία ἤ ἔχουν ἐσφαλμένη ἀντίληψη γιά τήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Ʃτήν περίπτωση αὐτή τό σκάνδαλο βρίσκεται μέσα τους, σύμφωνα μέ τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ (Ματθ. Ε´, 29-30».