Τα τέσσερα “έσχατα”
Ο Σοφός Σειράχ μας δίνει μια συμβουλή θαυμάσια και ψυχωφελέστατη:
“Μιμνήσκου τα έσχατά σου, και είς τον αιώνα ούχ αμαρτήσεις” (7:36).
Δηλαδή, “να θυμάσαι πάντα τα τέλη της ζωής σου, και ποτέ δεν θ΄αμαρτήσεις”
Τα “έσχατα” αυτά είναι:
α) ο σωματικός θάνατος του ανθρώπου,
β) η Δευτέρα παρουσία του Χριστού,
γ) η δόξα του Παραδείσου και
δ) η οδύνη της κολάσεως.
Όποιος τα θυμάται και τα μελετάει με το νου του συνεχώς, πολιτεύεται ενάρετα και θεάρεστα.
α΄. Ο θάνατος
Ο άγιος Ιωάννης ο ελεήμων, πατριάρχης Αλεξανδρείας (610-619), για να χαράξει βαθιά μέσα στο νου του τη μνήμη του θανάτου και να την έχει πάντα ζωηρή μπροστά στα μάτια του, πρόσταξε να φτιάξουν τον τάφο του, αλλά να μην τον τελειώσουν. Ύστερα είπε στον κατασκευαστή να έρχεται σε κάθε επίσημη γιορτή, τότε που φορούσε τη λαμπρή αρχιερατική του στολή, και να του λέει δυνατά, μπροστά σε όλους: “Δέσποτα, το μνήμα σου είναι ατέλειωτο μέχρι σήμερα. Δώσε μου την άδεια να το τελειώσω, γιατί δεν ξέρεις πότε θα σε επισκεφθεί ο θάνατος”. Αυτό το έκανε ο άγιος, για να μην ξεγελαστεί από την πρόσκαιρη τιμή του αρχιερατικού αξιώματος, πού μπορεί να εμπνεύσει την έπαρση, αλλά να θυμάται πάντα το θάνατο, που ταπεινώνει και… προσγειώνει.
Η αληθινή φιλοσοφία είναι η μελέτη του θανάτου, σύμφωνα με τον Μέγα Βασίλειο. Μ΄αυτή τη μελέτη φιλοσόφησε κι εσύ, αδελφέ, αν θέλεις να βρίσκεσαι μέσα στην πραγματικότητα. Θα ΄ρθει ώρα, και δεν ξέρεις πότε, πού θα σβήσει η ζωή σου, και μαζί μ΄αυτήν όλα τα όνειρα, όλες οι αυταπάτες. Η γη θα καταπιεί αμείλικτα το σώμα σου, πού θα γίνει τροφή των σκουληκιών. Άχρηστες θ΄αποδειχθούν η γνώση και η σοφία σου. Οι κληρονόμοι θ΄αρπάξουν την περιουσία σου, που με τόσους μάταιους μόχθους έφτιαξες. Και οι δαίμονες, αλίμονο, θα περιλάβουν την ψυχή σου, πού για όλα αγωνίστηκε όσο ήταν σ΄αυτόν τον κόσμο, εκτός από το σπουδαιότερο: τη σωτηρία της!
Την ώρα εκείνη, καθώς θα βρίσκεσαι μπροστά στην οδυνηρή αυτή αλήθεια, την αλήθεια πού ως τότε περιφρονούσες ή αμφισβητούσες, θα μετανοείς όψιμα και θα θρηνολογείς ανώφελα. Γιατί θα είναι πολύ αργά…
Πράγματι, φοβερό είναι του θανάτου το μυστήριο! Φρίκη προξενεί σε όλους, άρχοντες και υπηκόους, πλούσιους και φτωχούς, άνδρες και γυναίκες, νέους και γέρους, σοφούς και απλοϊκούς, κληρικούς και λαϊκούς, πιστούς και άπιστους. Η Ιστορία έχει διασώσει κάποιες λεπτομέρειες από το θάνατο ή και τις τελευταίες στιγμές ορισμένων μεγάλων ανδρών, στιγμές που συγκλονίζουν και διδάσκουν.
Όταν ο κοσμοκράτορας Μέγας Αλέξανδρος (356-323 π.Χ.) βρισκόταν στην κλίνη του θανάτου, είχαν συναχθεί ολόγυρά του στρατηγοί, φίλοι και φιλόσοφοι. Ένας απ΄αυτούς κούνησε με θλίψη το κεφάλι του και είπε θυμόσοφα: “Χθες δεν χωρούσε τον Αλέξανδρο το πλάτος του κόσμου όλου, και σήμερα θα τον χωρέσουν τρεις πήχες γης”. Κάποιος άλλος πρόσθεσε: “Χθες η ζωή και ο θάνατος χιλιάδων ανθρώπων κρέμονταν απ΄αυτόν, και σήμερα είναι ανίκανος ν΄αποτρέψει τον δικό του θάνατο”. Ένας τρίτος παρατήρησε: “Χθες πατούσε τη γη με δόξα ασύγκριτη, και σήμερα η γη θα τον σκεπάσει άδοξα”. Κι ένας τελευταίος, βλέποντας τον χρυσοστόλιστο τάφο του, είπε: “Χθες έκλεινε εκείνος χρυσάφι στα σεντούκια του, και σήμερα θα κλειστεί ο ίδιος άψυχος μέσα σε χρυσάφι”. Με όλ΄αυτά τα λόγια οι Έλληνες εκείνοι φιλόσοφοι, μολονότι ειδωλολάτρες και αφώτιστοι από την αληθινή πίστη, έδειχναν πώς κατανοούσαν τη ματαιότητα της πρόσκαιρης ζωής, του πλούτου και της δόξας.
Περίπου έναν αιώνα αργότερα πέθανε ο γενναίος Μάγων, αδελφός του Μεγάλου Αννίβα (247-183 π.Χ.), του ατρόμητου και μεγαλοφυούς Καρχηδόνιου στρατηλάτη, πού σκόρπισε το θάνατο και την καταστροφή στην Ιταλία. Όταν, λοιπόν, ο Μάγων κατάλαβε ότι από στιγμή σε στιγμή θα ξεψυχούσε, στράφηκε με πόνο στον αδελφό του και τους άλλοςυ συγγενείς, που του παραστέκονταν, και είπε: “Αλλίμονό μου, έφτασε το τέλος… Και τι τέλος! Πόσο ανόητο είναι να μεθάει κανείς από την εξουσία πού χάνεται και τη δόξα που μαραίνεται! Πόσο αδύναμη είναι η δύναμη και πόσο άστατη η ευτυχία! Ώ ύψος των τιμών, πόσο γρήγορα πέφτεις και τσακίζεσαι! Ώ κενή δόξα! Ώ ψεύτικη ανθρώπινη ελπίδα! Ώ ζωή εφήμερη και βασανισμένη! Σε τι ωφελήθηκα, που κυρίεψα κάστρα, γκρέμισα πύργους, αφάνισα πολιτείες και νίκησα λεγεώνες; Τι κέρδισα, αδελφέ μου, πού έχτισα παλάτια μαρμάρινα, παλάτια που άστραφταν απ΄το χρυσάφι και τ΄ασήμι, αφού τώρα θα καταλήξω, σαν πάμφτωχος και άστεγος, στο υγρό χώμα; Άχ, αδελφέ μου Αννίβα, μεγάλα σχέδια κάνεις και σπουδαία έργα ετοιμάζεις, γιατί ξεχνάς το πικρό και άδοξο τέλος σου! Να, εγώ φεύγω κιόλας σήμερα… Φεύγω και δεν θα ξαναγυρίσω κοντά σου… Μά κι εσύ αύριο-μεθαύριο θα έρθεις να με βρεις στον μαύρο άδη!…”. Και πράγματι, μετά από λίγο καιρό πέθανε και ο Αννίβας άδοξα, με δηλητήριο, εξόριστος και κυνηγημένος από τους Ρωμαίους.
Αλλά και στα νεότερα χρόνια, όταν στις 4 Μαρτίου 1193, πέθανε σε ηλικία μόλις 55 χρονών ο περιβόητος σουλτάνος της Αιγύπτου Σαλαντίν, ο μεγάλος εκείνος πολέμαρχος, που με το σπαθί κυριάρχησε σ΄όλη τη Μέση Ανατολή, πρόσταξε έναν στρατιώτη να κρεμάσει σε κοντάρι τον νεκρικό του χιτώνα και να τον δείχνει σ΄όλον τον λαό, διαλαλώντας: “Ο αφέντης μας, που όριζε τόσα βασίλεια και εξουσίαζε τόσες χώρες, πεθαίνει σήμερα! Και δεν εξουσιάζει πια άλλο τίπτοα, πέρα από τούτον τον εντάφιο χιτώνα!”. Με την ενέργεια εκείνη ο ετοιμοθάνατος σουλτάνος φανέρωνε πώς τότε πια καταλάβαινε τη ματαιότητα και την ανοησία της απληστίας του, που τον κινούσε σε κατακτήσεις και συγκέντρωση θησαυρών. Τότε πια καταλάβαινε πώς όλα ήταν καπνός, αφού τ΄άφηνε πίσω του κι έφευγε γυμνός και αβοήθητος.
Βλέπεις πώς συναισθάνονταν την πραγματικότητα, έστω και αργά, οι άπιστοι; Τι πρέπει, λοιπόν, να κάνουμε εμείς, που πιστεύουμε στην ανάσταση των νεκρών και τη μέλλουσα ζωή; Εκείνοι, με την περιορισμένη φυσική τους γνώση, ομολογούσαν την ευτέλεια και τη μηδαμινότητα των εγκοσμίων, κι εμείς, που αξιωθήκαμε να γνωρίσουμε την αποκαλυμμένη από το Χριστό αλήθεια, κυνηγάμε τα λεφτά και τη δόξα και την ηδονή του κόσμου τούτου;
Συλλογίσου, αδελφέ, την ώρα που η ψυχή σου θα χωρίζεται από το σώμα. Τελειώνει τότε το πανηγύρι της ζωής, το πανηγύρι των ανόητων, και αρχίζει η μεγάλη δοκιμασία! Το σώμα μελανιάζει, τα μέλη ακινητοποιούνται, τα όργανα αδρανούν, τα μάτια κλείνουν, η γλώσσα παραλύει, η δύναμη χάνεται, η ομορφιά εξαφανίζεται…
“Πάντα σκιάς ασθενέστερα, πάντα ονείρων απατηλότερα”, όπως γράφει στα υπέροχα νεκρώσιμα ιδιόμελά του ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός.
“Ως άνθος μαραίνεται και ως όναρ παρέρχεεται και διαλύεται πάς άνθρωπος”.
Την ώρα εκείνη, “πού έστιν η του κόσμου προσπάθεια; Πού έστιν ή των προσκαίρων φαντασία; Πού έστιν ο χρυσός και ο άργυρος; Πού έστι των οικετών η πλημμύρα και ο θόρυβος; Πάντα κόνις, πάντα τέφρα, πάντα σκιά”. Την ώρα εκείνη, ποιος θα βοηθήσει την ψυχή;
“Οίμοι, πόσα δακρύει τότε, και ούχ υπάρχει ο ελεών αυτήν! Προς τους αγγέλους τα όμματα ρέπουσα, άπρακτα καθικετεύει, προς τους ανθρώπους τάς χείρας εκτείνουσα, ούκ έχει τον βοηθούντα…”.
Άκουσέ τα καλά όλα τούτα, αδελφέ, και βάλε τα μέσα στην καρδιά σου. Άκουσέ τα, γιατί σε λίγο θα εφαρμοστούν και σ΄εσένα! Τι κι αν σ΄έχει μεθύσει τώρα η δόξα; “Κάθε άνθρωπος είναι σαν το χορτάρι, και κάθε ανθρώπινη δόξα είναι σαν το άνθος του χορταριού, ξεράθηκε το χορτάρι, και το άνθος του έπεσε κάτω”, σου φωνάζει ο μεγαλόφωνος Ησαϊας (40:6-7). Τι κι αν σ΄έχει χαυνώσει τώρα ο πλούτος; “Αυτή τη νύχτα θα παραδώσεις τη ζωή σου. Αυτά, λοιπόν, πού ετοίμασες, σε ποιόν θ΄ανήκουν;”, σε προειδοποιεί ο δίκαιος Θεός (Λουκ. 12:20). Τι κι αν βουτάς τώρα μέσα στις ηδονές
και τις απολαύσεις; “Εσύ απόλαυσες την ευτυχία στη ζωή σου, τώρα, λοιπόν, υποφέρεις”, θα σου πει με τη σειρά του κάποτε και ο πατριάρχης Αβραάμ (Λουκ. 16:25).
Ξέρεις με τι μοιάζουν οι σημερινοί άνθρωποι; Με τις κότες, ναι, με τις άμυαλες κότες, που βόσκουν σκόρπιες και αμέριμνες μέσα σ΄ένα χωράφι. Και καθώς τριγυρίζουν πέρα-δώθε, πετάγεται ξαφνικά ανάμεσά τους ο αιμοβόρος λύκος, αρπάζει μία κι εξαφανίζεται, για να την ξεσκίσει και να την καταβροχθίσει κάπου με την ησυχία του. Οι υπόλοιπες, μόλις δούν το λύκο, τρομάζουν και κρύβονται. Σε λίγη ώρα, όμως, σαν ανόητες που είναι, ξεχνούν και το λύκο και ητν κότα που άρπαξε εκείνος και την τρομάρα που πέρασαν αυτές, και βγαίνουν πάλι στη βοσκή. Ο λύκος δεν αργεί να ξανάρθει, οπότε επαναλαμβάνεται η ίδια σκηνή. Και επαναλαμβάνεται πολλές φορές, ώσπου όλες οι κότες εξολοθρεύονται.
Έτσι, λοιπόν, είναι και οι άνθρωποι. Ανόητοι! Βόσκουν αμέριμνοι στο λιβάδι των κοσμικών μεριμνών και των σαρκικών απολαύσεων, ώσπου έρχεται ξαφνικά ο θάνατος και αρπάζει έναν συγγενή ή φίλο τους. Τότε συγκλονίζονται, καταθλίβονται, τρομάζουν και συλλογίζονται τη δική τους ώρα, το δικό τους τέλος. Τότε κάνουν μερικές ευλαβικές σκέψεις, συνειδητοποιούν τι φοβερό θα είναι να πεθάνουν μέσα στην αμαρτία, και αποφασίζουν να μετανοήσουν. Όλ΄αυτά, όμως, δεν διαρκούν πολύ. Περνούν λίγες μέρες, ή έστω λίγες εβδομάδες, και ξεχνιέται ο φίλος, ξεχνιέται ο θάνατος, ξεχνιέται και η μετάνοια. Ο θάνατος, βέβαια, δεν θ΄αργήσει να ξαναχτυπήσει. Και τότε, πάλι ο ίδιος συγκλονισμός, πάλι οι ίδιες σκέψεις… μά και πάλι γρήγορα επιστροφή στη μάταιη καθημερινότητα. Έτσι σιγά-σιγά τους παίρνει όλους ο θάνατος -και όλους αδιόρθωτους και αμετανόητους!
Χαρά σ΄εκείνον που κρατάει σταθερά στο νου του τη μνήμη του θανάτου! Γιατί αυτή οδηγεί σε μετάνοια, φέρνει τα δάκρυα και το πένθος, υπομένει όλους τους κόπους και τους εξευτελισμούς, απομακρύνει τα πάθη και τις αμαρτίες, απελευθερώνει από τις βιοτικές μέριμνες, τρέφει την αδιάλειπτη προσευχή, εμποδίζει την προσκόλληση στα υλικά, διευκολύνει την εκκοπή του ιδίου θελήματος, συντηρεί την αγωνιστικότητα και το ζήλο, κάνει ελαφριά τη νηστεία, προπαντός όμως αυξάνει την αγάπη και την ταπείνωση, τα δυο φτερά που μας ανεβάζουν ως τον ουρανό.
Τελειώνοντας, αξίζει να διηγηθούμε την ιστορία του Ησυχίου του Χωρηβίτη, για τον οποίο γράφει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος στον έκτο λόγο του. Ο μοναχός αυτός ζούσε αμελέστατα, χωρίς το παραμικρό ενδιαφέρον για την ψυχή του. Κάποτε όμως αρρώστησε τόσο βαριά, που έφτασε στο σημείο να φαίνεται νεκρός για μία ώρα περίπου. Μετά συνήλθε, και παρακάλεσε όσους ήταν εκεί να φύγουν και να τον αφήσουν μόνο. Έχτισε τότε την πόρτα του κελλιού του κι έμεινε κλεισμένος μέσα δώδεκα ολόκληρα χρόνια, χωρίς να μιλήσει ποτέ με κανέναν και χωρίς να φάει τίποτ΄άλλο πέρα από ψωμί και νερό. Συλλογιζόταν ακατάπαυστα εκείνα που είδε στην έκστασή του, την ώρα που φαινόταν σαν νεκρός. Η έκφραση του προσώπου του δεν άλλαξε όλ΄αυτά τα χρόνια. Ήταν συνεχώς σαν αφηρημένος, κι από τα μάτια του έτρεχαν θερμά δάκρυα. Μόνο σαν πλησίασε η ώρα του θανάτου του, οι άλλοι αδελφοί γκρέμισαν τη χτισμένη πόρτα και μπήκαν μέσα. Μετά από πολλές ικεσίες, κατόρθωσαν να του πάρουν τούτα μονάχα τα λόγια: “Συγχωρέστε με, αδελφοί! Όποιος γνώρισε τι σημαίνει μνήμη θανάτου, δεν θα μπορέσει πια ν΄αμαρτήσει!” Οι αδελφοί θαύμαζαν, βλέποντας τον άλλοτε αμελέστατο Ησύχιο να έχει μεταμορφωθεί τόσο ανέλπιστα. Όταν πιά ξεψύχησε, τον έθαψαν στο κοιμητήρι. Μά ύστερ΄από λίγες μέρες το άγιο λείψανό του είχε εξαφανιστεί! Με το θαυμαστό αυτό σημείο της σωματικής μεταστάσεως, ο Κύριος φανέρωσε σε όλους, όσοι θ΄αποφασίσουν να διορθωθούν και μετά από μεγάλη ακόμη αμέλεια, πόσο ευάρεστα δέχτηκε τη μετάνοιά του.