Του Ἀρχιμ. Ἀρσενίου Κατερέλου
“…Και θυμάμαι όλα, όσα έγιναν εκείνη την Μεγάλη Εβδομάδα, στην Σουρωτή τα συγκινητικότατα, και ιδιαίτερα την Μεγάλη Πέμπτη το πρωί, στην Λειτουργία, στην ακολουθία, και κατά την ακολουθία της Αναστάσεως, πού αυτές έγιναν χωρίς κόσμο, εννοείται.
Έγιναν παρουσία μόνον του Γέροντος και της αδελφότητος εκεί, στο παρεκκλήσι των Ταξιαρχών, των Αρχαγγέλων.
Τί να πρωτοαναφέρω, από όσα επιτρέπονται, βέβαια.
Ο τρόπος με τον όποιο ο π. Παΐσιος έπαιρνε το Άγιο Φώς κι ενώ έψελνε τόσο σιγά, νόμιζες ότι βοά προς τον Κύριο.
Όπως τότε, που είπε ο Θεός στον Μωυσή «τί βοάς προς με;»
Κι ο Μωυσής μιλούσε από μέσα του.
Πώς σιγόψελνε σε όλη την ακολουθία…
Ο τρόπος που έλεγε τα «Αληθώς Ανέστη!»
Η ευλάβεια του.
Οι σταυροί του.
Το ύφος του,
οι κινήσεις του,
τα πάντα του.
Το πώς κοινωνούσε από την αναξιότητα μου.
Μάς έπιανε ένα τρέμουλο…
Ή καρτερία του,
πού έδειχνε στους πόνους.
Η όλη φερέπονος διάθεσίς του, κλπ.,
γιατί, τότε, είχαν απομείνει μόνο 25-30 κιλά βάρος στο σώμα του