Την μάνα σου, την μάνα σου! Επικατάρατο το χέρι που κτυπά τους γονείς του. Γύρισε πίσω και όταν σε συγχωρήσει η μάνα σου έλα στο Ληξούρι».

mike
By
224 Views
5 Min Read

Τον κα­λο­προ­αί­ρε­το άν­θρω­πο, ο Θεός τον φω­τί­ζει κατ΄ανα­λο­γία της καρ­διάς του, για πράγ­μα­τα πα­ρά­ξε­να, που δεν τα ξέ­ρουν ούτε αυ­τοί οι μορ­φω­μέ­νοι ακό­μη. Χα­ρι­τώ­νον­ται και γί­νον­ται θε­ο­δί­δα­κτοι και ας εί­ναι αγράμ­μα­τοι..
Άμα υπάρ­χει καλή προ­αί­ρε­ση μέσα στον άν­θρω­πο, δεν δυ­σκο­λεύ­ε­ται ο Θεός, να τον βγά­λει με Τον τρό­πο Του από το σκο­τά­δι στο φως. Δεν δυ­σκο­λεύ­ε­ται ο Θεός από τις αμαρ­τί­ες μας, απλά ζη­τά­ει, να του επι­τρέ­ψου­με να μας λύ­σει τα χέ­ρια..
Ακούω πολ­λούς να λένε ότι, να εγώ δεν πει­ρά­ζω κα­νέ­ναν, με τέ­τοιο τρό­πο, λες και θα πρέ­πει να τους συγ­χα­ρού­με γι΄αυτό. Εί­ναι σαν να συγ­χα­ρού­με το πρό­βα­το που εί­ναι καλό. Μα εί­ναι καλό εκ φύ­σε­ως και όχι εκ προ­αι­ρέ­σε­ως.
Δεν χει­ρο­κρο­τού­με την πορ­το­κα­λιά που κά­νει πορ­το­κά­λια, για­τί η φύση της πορ­το­κα­λιάς εί­ναι να κά­νει πορ­το­κά­λια.
Αυτό που βρα­βεύ­ε­ται εί­ναι η προ­αί­ρε­ση και όχι κάτι το οποίο εί­ναι κατά φύση.
Το ίδιο πράγ­μα ισχύ­ει και στον άν­θρω­πο.
Θα τον συγ­χα­ρού­με, όχι επει­δή δεν πει­ρά­ζει κα­νέ­ναν, αφού η φύση του εί­ναι πλα­σμέ­νη να μην βλά­πτει κα­νέ­ναν, αλλά διό­τι αγα­πά­ει τους εχθρούς του.
Αυτή η προ­αί­ρε­σή του αμοί­βε­ται.
Δημήτριος Παναγόπουλος ο ιεροκήρυκας +

===================================

Όσο πε­ρισ­σό­τε­ρο προ­ο­δεύ­ει κά­ποιος στα πνευ­μα­τι­κά, τόσο πε­ρισ­σό­τε­ρο θα πο­λε­μη­θεί με τα όπλα του εχθρού. Εί­ναι πνευ­μα­τι­κός νό­μος!
Εκεί­νοι που δεν αγω­νί­ζον­ται πνευ­μα­τι­κά και αμαρ­τά­νουν, δεν πο­λε­μούν­ται κα­θό­λου, διό­τι μό­νοι του πο­λε­μούν τον εαυ­τόν τους.
Ο αγω­νι­ζό­με­νος πι­στός πράτ­τον­τας την αρε­τή, αυτή η ίδια αρε­τή, έχει μια αυ­θυ­πάρ­χου­σα Χάρη και ενέρ­γεια, η οποία σπεύ­δει σαν φω­τιά και κα­τα­καί­ει τον διά­βο­λο.
Ο διά­βο­λος στη συ­νέ­χεια, επει­δή κα­τα­καί­γε­ται σαν το­ξό­της, ρί­χνει τα πε­πυ­ρω­μέ­να βέλη του και πο­λε­μά­ει τον πι­στό..
Ο κό­πος που κά­νου­με για το Θεό, ως Μύρο λο­γί­ζε­ται. Τώρα αυ­τοί που ερ­γά­ζον­ται και κο­πιά­ζουν στη δου­λειά τους, δεν αμοί­βον­ται από το Θεό.
Κο­πιά­ζουν για τον εαυ­τόν τους και αμοί­βον­ται από τους αν­θρώ­πους.
Η δου­λειά εί­ναι κο­σμι­κός κό­πος και δεν βο­η­θά­ει στη σω­τη­ρία του αν­θρώ­που, απλά βο­η­θά­ει στο να επι­βιώ­σει ο άν­θρω­πος.
Αυτά που θα πά­ρου­με μαζί μας στον άλλο κό­σμο, εί­ναι ο πνευ­μα­τι­κός κό­πος και προ­η­γεί­ται, από όλους τους κό­πους..
Θα πρέ­πει ο άν­θρω­πος στη ζωή του να προ­ο­δεύ­ει και να εξε­λίσ­σε­ται στα πνευ­μα­τι­κά, διό­τι άμα μεί­νει στά­σι­μος, τότε όχι μόνο βλά­πτε­ται, αλλά και θα κο­λα­στεί.
Αυ­τός που στα­μα­τά τον πνευ­μα­τι­κό του αγώ­να, εί­ναι σαν να πα­ρα­δί­σει τα όπλα και εί­ναι δει­λός.
Γέροντας Εφραίμ Σκήτης Αγίου Ανδρέα, Άγιον Όρος +

=======================================

Ο Α.Μ., πατέρας της νυν Ηγουμένης Α. της Ι. Μονής Κορωνάτου από το Νεοχώριον Πάλλης στην νεανική του ηλικία ήταν ατίθασος και νευρικός.
Μια μέρα η μητέρα του του έκανε μια παρατήρηση. Ο νέος οργίστηκε, μίλησε άπρεπα στην μητέρα του και από τον θυμό του παρασύρθηκε και άπλωσε το χέρι του και την έδειρε άσχημα. Η μητέρα του πόνεσε και κλαίοντας του είπε «την κατάρα μου να έχεις»!
Ο Ανδρέας μετά το γεγονός ντύνεται και με το άλογό του ξεκίνησε για τη χώρα (το Ληξούρι). Ενώ πλησίαζε στο Ληξούρι συναντά τον Παπά-Μπασιά [Άγιος Παναγής Μπασιάς], και κατά την συνήθειαν κατέβηκε από το άλογό του και έσκυψε να προσκυνήσει τον ιερέα λέγοντας «προσκυνώ άγιε Δέσποτα».
Και ο Άγιος Παναγής δεν δέχθηκε το προσκύνημα του Ανδρέα αλλά με έντονο τόνο του λέγει:
– Την μάνα σου, την μάνα σου! Επικατάρατο το χέρι που κτυπά τους γονείς του. Γύρισε πίσω και όταν σε συγχωρήσει η μάνα σου έλα στο Ληξούρι».
Τάχασε ο Ανδρέας. Κανείς δεν ήξερε το γεγονός πώς το έμαθε ο Άγιος ιερεύς; Ήταν δε ο τόνος τέτοιος του Ιερέα που δεν έπαιρνε αντίρρηση.
Ο Ανδρέας επέστρεψε στο χωριό του και διηγήθηκε στην μητέρα του το περιστατικό και κλαίοντας ζητούσε συγγνώμη.
Και η μητέρα του πονεμένη του έλεγε «καλά σου έκανε ο Παπά-Μπασιάς· όχι δεν σε συγχωρώ»!
Αναγκάστηκε και έμεινε στο χωριό.
Μετά από τρεις μέρες η μητέρα του τον συγχώρεσε, του έδωσε την ευχή της και ξεκίνησε για το Ληξούρι αλλά με φόβο.
Στον δρόμο τον συναντά και πάλιν ο Παπα-Μπασιάς και προσκυνώντας του λέγει:
Συγχώρα με Άγιε Δέσποτα!
Ο Άγιος τον ευλόγησε και του λέει:
Ευλογητός ο Θεός· και άλλην φορά την μάνα σου μην την πειράξεις!

facebook.com

add
TAGGED:
Share This Article
Δεν υπάρχουν Σχόλια

Αφήστε μια απάντηση