Τετάρτη χθες και έχουμε πάει με τον έναν κολλητό για καφεδάκι. Εκεί που τα λέγαμε, χτυπάει το κινητό του.
Ήταν η κόρη του, μόλις τελείωσε τις πανελλήνιες και έχει πάει διακοπές σε κάποιο νησί με τις φίλες της.
“Μπαμπάκα μου” ακούω από το ακουστικό που ήταν δίπλα μου.
“Καρδούλα μου, ψυχούλα μου…μπλα μπλα μπλα”
“Μπαμπάκα μου περνάμε υπέροχα, είμαι ευτυχισμένη”
“Να περνάς όμορφα κοριτσάκι μου, ότι χρειαστείς, θα στο στείλει ο μπαμπάκας”
Μλκες…ζήλεψα.
Έτσι μιλάνε οι κόρες στους μπαμπάδες?
Τι χάνω ρε γμτ τόσα χρόνια με τους μαντράχαλους που έκανα εγώ.
Και όχι μόνο αυτό αλλά τσακ του έρχονται στο κινητό και κάποιες φωτογραφίες.
Η κόρη του στο μουσείο, η κόρη με τις φίλες της μέσα στα σοκάκια του νησιού…κτλ κτλ
Έσκασα. ΘΈΛΩ ΚΌΡΗ.
Σε λίγα λεπτά, χτυπάει και το δικό μου κινητό. Ήταν ο μικρός, κι αυτός μόλις έδωσε πανελλήνιες και πήγε διακοπές με τους φίλους του.
“Καρδιά μου, παιδί μου” άρχισα να λέω κι εγώ για να βγάλω το άχτι μου.
“Έλααααα?” ακούω μια φωνή μέσα απ΄το τηλέφωνο σαν του Βαγγέλα του νταλικέρη που μόλις φόρτωσε μπρόκολο και είναι έτοιμος για αγώι
“Είσαι καλά? ΆΑΑΡΓΚΚΚ” ακούω και μάλλον τεντώθηκε πάνω στο κρεβάτι για να ξυπνήσει το μυαλό του.
“Περνάς καλά αγόρι μου?” του λέω
“Ναι μια χαρά. Άντε σε κλείνω τώρα για να προλάβουμε το πρωινό” και μου το κλείνει.
Δεν μπήκα στην διαδικασία να καταλάβω ποιό πρωινό σερβίρεται στις 8 το απόγευμα, μάλλον ξενύχτησαν τα ρεμάλια και δεν ξέρουν τι τους γίνεται.
ΤΣΑΚ…μου ερχεται και μένα ένα βίντεο.
“Ψυχούλα μου. Νάτο το παιδί μου, τον σκέφτηκε τον μπαμπά” λέω στον κολλητό που με ξέρει καλά ενώ γελάει ο κάφρος κάτω από το μούσι του.
΄Χαρηκα τόσο πολύ ρε παιδια, μέχρι που είδα το βίντεο και με βάρεσε εγκεφαλικό.
Είχαν ανέβει όλα τα τθογλάνια σε ένα πανύψηλο βράχο και πήδαγαν στην θάλασσα.
Σαν αυτά που πηδάνε με χορηγό το ρεντ μπουλ αλλά τσάμπα τα δικά μας.
Ρώτησα τον σερβιτόρο αν η δεύτερη μπύρα, σερβίρεται με ζάναξ. Πατατάκια μου έφερε.
Πως να συνέλθεις με πατατάκια?