Ἔ­δι­νε τήν ἐν­τύ­πω­ση τοῦ πα­ρά­ξε­νου, τοῦ ἰ­δι­ό­τρο­που, τοῦ σα­λοῦ, τοῦ πλε­ο­νέ­κτη, ἐ­νῶ ὁ ἴ­διος ζοῦ­σε τό­σο πτω­χι­κά καί ἀ­σκη­τι­κά.

mike
By
207 Views
2 Min Read

Ἀσκητής Εὐθύμιος Βιγλολαυριώτης.

Ἕ­να Σάβ­βα­το, ἐ­νῶ ἔ­κα­νε κομ­πο­σχο­ί­νι στο­ύς ἁ­γί­ους Πάν­τες, εἶ­δε τόν Ἀρ­χάγ­γε­λο Μι­χα­ήλ, ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως εἶ­ναι σέ μία τοι­χο­γρα­φί­α στήν Λι­τή τοῦ Κα­θο­λι­κοῦ τῆς Λαύ­ρας, μέ ξί­φος καί μαν­δύ­α. «Βά­δι­ζε», δι­η­γεῖ­το, «καί ἡ οὐ­ρά τοῦ μαν­δύ­α ἄ­νοι­γε–κλοῦ­σε». Τό ἐ­ξωμο­λο­γή­θη­κε στόν Γέ­ρον­τά του καί ἐ­κεῖ­νος σταυ­ρο­κο­πι­ό­ταν καί ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε: «Δό­ξα σοι ὁ Θε­ός!».

Πή­γαι­νε στοῦ Φι­λο­θέ­ου, πα­λαι­ά πού ἦ­ταν ἰ­δι­όρ­ρυθ­μο, καί ὅ­ταν ὁ ὑ­πεύ­θυ­νος μο­να­χός μοί­ρα­ζε τήν κουμ­πά­νια στο­ύς πα­τέ­ρες, ὁ γε­ρω–Εὐ­θύ­μιος ἔ­λε­γε σ᾽ ἕ­να κα­λο­γέ­ρι· «τώ­ρα νά δῆς τί θά τούς κά­νω». Πήγαινε καί ἔμ­παι­νε μπρο­στά στήν γραμ­μή πρίν ἀπ᾽ ὅ­λους τούς πα­τέ­ρες, καί ἐ­νῶ δέν ἐδι­και­οῦ­το κουμ­πά­νια, για­τί δέν ἦ­ταν ἀ­πό τό Μο­να­στή­ρι, ἔ­λε­γε ἀ­παι­τη­τι­κά: «Θά μοῦ δώ­σεις δύ­ο κου­τιά κα­λα­μα­ρά­κια, μία πλά­κα τυ­ρί, ἐ­κεῖ­νο καί ἐ­κεῖ­νο», καί ἀ­φοῦ γέ­μι­ζε τόν ντορ­βά του μέ τρό­φι­μα, πή­γαι­νε καί τά μοί­ρα­ζε σέ φτω­χά καί ἀ­νήμ­πο­ρα γε­ρον­τά­κια. Ἔ­δι­νε τήν ἐν­τύ­πω­ση τοῦ πα­ρά­ξε­νου, τοῦ ἰ­δι­ό­τρο­που, τοῦ σα­λοῦ, τοῦ πλε­ο­νέ­κτη, ἐ­νῶ ὁ ἴ­διος ζοῦ­σε τό­σο πτω­χι­κά καί ἀ­σκη­τι­κά.

Ἡ ἑ­κού­σια διά Χρι­στόν πτω­χεί­α του ἦ­ταν με­γά­λη. Τά ρά­σα του ἦ­ταν μπά­λω­μα στό μπά­λω­μα. Κα­νείς δέν θά τά ἔ­παιρ­νε. Οὔ­τε καί γιά σκιά­χτρα ἔ­κα­ναν. Τό κα­λυ­βά­κι του πα­λαι­ό καί ἁ­πλό, ἀλ­λά κα­θα­ρό καί πε­ρι­ποι­η­μέ­νο. Ἀρ­γό­τε­ρα ἄ­φη­σε καί τό ἐρ­γό­χει­ρο καί ἀ­σχο­λεῖ­το μό­νο μέ τά πνευ­μα­τι­κά. Ἀ­πό χρή­μα­τα εἶ­χε μό­νο 200 δραχ­μές καί δύ­ο–τρί­α τάλ­λη­ρα, μήπως περάση κά­ποι­ος φτω­χός μέ «παν­ταχοῦ­σα» νά δώ­ση ἐ­λε­η­μο­σύ­νη.

Προ­αι­σθα­νό­με­νος τήν κοί­μη­σή του συγ­χω­ρήθηκε μέ ὅ­λους τούς πα­τέ­ρες καί ἐ­κοι­μή­θη εἰ­ρη­νι­κά στίς 9 Ἰ­ου­λί­ου τοῦ ἔ­τους 2004

Spiros Kontogouris

add
TAGGED:
Share This Article