«Κάποτε, γύρω στο 1900, υπήρχε στο Άγιον Όρος ένας περίφημος Πνευματικός, ο παπα-Γιάννης. Ήταν Γέροντας στο κελί «Άξιόν Εστι», όπου κατά την παράδοση ο Αρχάγγελος Γαβριήλ με μορφή μοναχού παρέδωσε τον Θεομητορικό ύμνο «Άξιόν Εστίν».
Διηγείται, λοιπόν, αυτός ο παπα-Γιάννης, που ήταν Σερραίος, ότι κάποτε πήγε να εξομολογηθεί σ΄αυτον ένας νέος, που εργαζόταν στη Σκήτη του Αγίου Ανδρέου, το Σεράι, και του είπε:
Όταν ήταν μικρός, πέθανε! Αμέσως τότε η μητέρα του έτρεξε στην Εκκλησία να προσευχηθεί. Ήταν στα περίχωρα των Σερρών.
Οι γειτόνισσες πήγαν αμέσως και φρόντισαν, άλλαξαν το παιδί και το ετοίμασαν για τον ενταφιασμό.
Η μητέρα, όλο αυτό το διάστημα των 2, 3, 5 ωρών ήταν στον Ναό του χωριού και προσηύχετο θερμά στην Υπεραγία Θεοτόκο.
Κατόπιν επέστρεψε στο σπίτι της και τους έδιωξε όλους· Παραξενεύτηκαν …Ήταν και χήρα με μονάκριβο παιδί και όλοι έλεγαν μήπως έπαθε τίποτα.
Όταν βγήκαν όλοι έξω, άλλαξε ρούχα, ετοιμάστηκε, πήγε δίπλα στο νεκρό παιδί της, ξάπλωσε και είπε:
– Σήκω εσύ, παιδί μου, είσαι μικρός. Εγώ θα πάρω τη θέση σου. Είναι εντολή της Παναγίας. Όταν μεγαλώσεις, θα πας να την υπηρετήσεις στοΠεριβολι της, στο Άγιον Όρος.
Το παιδί αναστήθηκε και η μητέρα πέθανε! Όταν έγινε 20 περίπου ετών, πήγε στο Άγιον Όρος και εργαζόταν ως εργάτης. Όταν, όμως, εξομολογήθηκε στον παπα-Γιάννη και του είπε το τι συνέβη στην ζωή του, τι είδε και τι άκουσε η ψυχή του, όσο το σώμα του παρέμενε νεκρό και το φρόντιζαν οι γυναίκες του χωριού, τότε ο Γέροντας, ο παπα-Γιάννης δηλαδή, του συνέστησε μια συνοδεία μακρινή, στα Κατουνάκια και εκεί, εκάρη μοναχός και εκοιμήθη οσιακώς ύστερα από λίγα χρόνια.
Μετά την κοίμηση του νέου ο παπα-Γιάννης διηγείτο αυτό το γεγονός της νεκραναστάσεως, όχι όμως και το τι είδε ο μικρός.
Αν της πονεμένης και πιστεύουσας αυτής μάνας η προσευχή έφερε τέτοιο πλούσιο και παράδοξο καρπό και αποτέλεσμα, πόσο μάλλον οι αιτήσεις μας και οι παρακλήσεις μας μέσα στη Θεία λειτουργία.
ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ.
Ιερεας Γκελιας Αρσενιος