-Ποὺ εἶσαι καὶ φορᾶς τόσο λαμπερὰ ροῦχα; τὸν ρώτησε ἐκεῖνος ἔκπληκτος.
-Εἶμαι, στὸν Παράδεισο!
-Καὶ πῶς βρέθηκες ἐκεῖ;
-Νὰ σοῦ πῶ… πὼς βρέθηκα. Ρώτησα τὸν Χριστὸ:
-Χριστέ μου, βρέθηκα στὸν Παράδεισο, γιὰ τὰ καλά μου ἔργα;
-Όχι, μοῦ εἶπε..
–Μήπως γιὰ τὶς πολλὲς καὶ κρυφὲς ἐλεημοσύνες μου;
– Ὄχι, μοῦ ξαναλέει..
–Μήπως ἐπειδὴ… κοινωνοῦσα συχνά, ἀφοῦ μοῦ τὸ ἐπέτρεπε ὁ πνευματικός μου καὶ φρόντιζα νὰ ἔχω μιὰ καθαρ ζωή;
– Ὄχι..
– Μήπως γιὰ τὶς νηστεῖες ποὺ ἔκανα;
– Ὄχι, οὔτε γιὰ τὶς νηστεῖες βρέθηκες στὸν Παράδεισο..
– Μήπως ἐπειδὴ διάβαζα τὸ Ψαλτήρι καὶ τὸ Εὐαγγέλιο;
– Ὄχι..
– Ἔ, τότε πὼς βρέθηκα στὸν Παράδεισο, ἂν τὸ ἕνα ὄχι, τὸ ἄλλο ὄχι καὶ τὸ παραάλλο ὄχι;
Καὶ μοῦ ἀπάντησε ὁ Χριστός:
– Βρέθηκες στὸν Παράδεισο, ἐπειδὴ Μὲ ἀγάπησες πολύ!
Καὶ προσπάθησες μὲ ὅλη σου τὴν ψυχὴ νὰ Μοῦ μοιάσεις!
Ἤθελες νὰ γίνεις ὅλος «Χριστός»!
Γι’ αὐτὸ ἦρθες ἐδῶ..».
π. Στέφανος Ἀναγνωστόπουλος
Ηλιας Καλλιωρας