Ο Αντρέας ήταν ένα αγόρι κοντό,και χοντρούλικο.

mike
By
237 Views
15 Min Read

Μην τρως του έλεγε η μάνα του σαν ήταν μικρός, Μην τρως πολύ. Άσε το παιδί να φάει,της έλεγε ο πατέρας του.

Να δυναμώσει,να΄ναι γερός.Μπόι να το κάνει. Η γη θέλει δύναμη να την κουμαντάρεις,και μας δεν μας έδωσε ο θεός άλλον γιο. Άσε τον να φάει.

Οι γυναίκες δεν είναι για τα χωράφια. Είναι για τα νοικοκυριά,κι έχομε τρεις από δαύτες. Την καλύτερη μερίδα θα του βάζεις. Να,ναι γερός να με βοηθήσει.

Μα ο Αντρέας δεν πήρε μπόι,ούτε και ήθελε να δουλεύει την γη. Μεγάλωνε σε ηλικία,αλλά μπόι δεν έπαιρνε. Μαράζωνε η μάνα,κι ο πατέρας βλαστήμαγε για τον γιο που του΄καμε.

Δεν τους έφτανε ο καημός τους,είχαν και τον κόσμο να λένε για τον στουμπαντρέα. Σαν στούμπος είσαι,σαν στούμπος είσαι,στουμπαντρέας το παρατσούκλι του.

Τον κοίταγε κι ο κύρης του καθώς περπάταγε με κείνα τα μικρά και τα γρήγορα βήματά του,κι ας ήταν χοντρούλης,και μια γέλαγε γιατί το’βρισκε αστείο το βήμα του,και την άλλη σκεφτόταν,μωρέ καλά τον είπαν στούμπο.

Και’γω περίμενα βοήθεια να δουλέψουμε μαζί την γη. Την απαξίωση του έβλεπε στα μάτια του ο Αντρέας,κι η καρδιά του ράγιζε,όπως ράγιζε και της μάνας,σαν τον έβλεπε να μην γίνεται σαν τα άλλα τα παιδιά. Ο πατέρας του,ίχνος ευαισθησίας για τον γιο του.

Του χάλασε και τα σχέδια,κι απόμεινε εκείνος μόνος να παλεύει με τα χώματα,και τις δουλειές τους. Βοήθεια καμία από τον στούμπο. Μαζί του δεν τον έπαιρνε πουθενά. Ήταν ντροπή να τον βλέπει ο κόσμος. Να βλέπει τι; Ένα βαρέλι σε δυο πόδια.
Αυτό το βαρέλι,το βαρελάκι μου,όπως το’λεγε κι η μάνα και τ’αγκάλιαζε κι έλιωνε από αγάπη,στοργή και προστασία,γεννήθηκε με τέχνη στα χέρια του,κι ας ήταν τα δαχτυλάκια του κοντά και στρουμπουλά.

Όταν πιάνανε τα χαλασμένα τα παπούτσια γινόταν τόσο ευέλικτα που τα ζήλευε κι ο καλύτερος ταχυδακτυλουργός. Με την τέχνη στα δάχτυλα γεννήθηκε,κι ήταν ο δικός του τρόπος να κερδίζει το ψωμί του. Όλη η περιοχή τα παπούτσια τα χαλασμένα στον στουμπαντρέα τα πηγαίνανε να τα φτιάξει,και κείνος έκανε θαύματα.

Στα μάτια του πατέρα του όμως ήταν πάντα η απαξίωση.
Μάνα της είπε μια μέρα. Ετοίμασέ μου τα πράγματά μου. Θα φύγω όσο μακριά μπορώ,να μη με βλέπεις και να μαραζώνεις,και να μην ντρέπεται ο πατέρας για μένα.
Λες κι άμα θα έφευγε εκείνη δεν θα μαράζωνε. Χειρότερα θα ήταν. Διπλό το μαράζι της. Ένα που δεν θα τον έχει να τον φροντίζει,κι άλλο ένα για την μοναξιά του εκεί που θα πήγαινε.

Στα γόνατα έπεσε η μάνα του να μην φύγει. Κι οι αδερφές του το ίδιο,μα την απόφασή του δεν του την αλλάξανε.
Ετοίμασε δυο τρεις αλλαξιές,τις έκανε ένα μπογαλάκι,το’βαλε στην πλάτη του το βαρελάκι της,πήρε και στο χέρι του το κοντούλικο τα σύνεργα του και τα τσαγκαροσούφλια του,αγκάλιασε την μάνα και τις αδερφές του,πήρε και την πίκρα του παραμάσχαλα, δεν χώραγε η καρδιά του άλλη,κι έφυγε.

Πριν φύγει έβαλε στην τσέπη του,ένα μαντηλάκι σφιχτοδεμένο,με κείνους τους λίγους παράδες που της είχε δώσει από την δούλεψή του για την προίκα των αδερφών του,και τα φύλαγε.
Αυτά είναι για κείνες της είπε,δεν τα θέλω. Θα σου χρειαστούνε γιε μου. Πάρε τα.
Να μας γράφεις του φώναξε,μέσα από τα δάκρυά της,καθώς τον έβλεπε να απομακρύνεται,και σαν να τον είδε εκεί μακριά στη στροφή του δρόμου να σκοντάφτει στην πίκρα του και να πέφτει,μα λάθεψε.

Έτρεξε κι έφτασε μέχρι εκεί,να δει αν ήταν αλήθεια,μ’αυτός ήταν ολόρθος στην απόφασή του να σταθεί στα πόδια του.Του νου της ήταν τούτο. Του νου της.
Γύρισε πίσω και πήγε στη γωνιά που’χε το τσαγκάρικό του,και’κει άφησε ένα μουγκρητό σαν πληγωμένο ζώο. Με τούτη την πληγή θα πεθάνω είπε. Με τούτη.
Όχι γιατί είναι κοντό το παιδί μου,όχι. Μα για την δική του την πληγή,που την κουβαλάω και’γω,και τι σόι μάνα θα’μουν αν δεν ήταν έτσι. Μόνο που αυτός δεν την είδε ποτέ,και δεν έπρεπε να την δει. Είχα χρέος να γιάνω την δική του.
Ο πατέρας έδειχνε ανακουφισμένος,μ’αυτή την φυγή.και κείνη έκοψε τα πολλά πολλά μαζί του. Το ίδιο κι οι κόρες του. Όση απαξίωση έδωσε στον στουμπαντρέα,την πήρε στο δεκαπλάσιο.

Να μας γράφεις του φώναξε,κι ο στουμπαντρέας,μόλις ταχτοποιήθηκε αυτό έκανε.
Είμαι σ’ένα χωριό μεγάλο της διαβάζανε οι κόρες της. Σε ένα μεγάλο χωριό,κι όμορφο με πολλούς περαστικούς. Βρήκα μια τρύπα ίσα ίσα που με χωράει,δίπλα σε ένα καφενείο στην πλατεία,κι έστησα το τσαγκάρικό μου.
Είμαι καλά μάνα. Θα σας γράφω τα νέα μου.
Και ήταν καλά! Ο κόσμος εκεί τον δέχτηκε,και τον εκτιμούσε για την εργατικότητά του. Ξαναγεννήθηκε ο Αντρέας σε τούτο το χωριό,κι άρχισε να αποκτά αυτοπεποίθηση. Βγήκε ο πραγματικός του εαυτός.

Ένας καλόκαρδος χαρακτήρας,χωρατατζής,κι όταν γελούσε η κοιλιά του πήγαινε πάνω κάτω,μα κανείς δεν το πρόσεχε αυτό. Όλοι κοιτούσαν τα καλοσυνάτα μάτια του,και κείνη την γλυκιά ηρεμία που είχε το στρουμπουλό του πρόσωπο.Όταν ο θεός φτιάχνει ένα τέτοιο καλούπι σαν του στουμπαντρέα,την ίδια στιγμή φτιάχνει και το ταίρι του.
Γιατί ο κόσμος μπορεί να είναι άδικος,μ’αυτός δεν είναι. Τώρα θα μου πεις,γιατί επιτρέπει στον κόσμο να είναι άδικος; Αυτό είναι άλλη ιστορία…

Εκεί σ’αυτό το χωριό πριν από δέκα εννιά χρόνια,γεννήθηκε ένα κορίτσι. Η Μαρίτσα. Η Μαρίτσα που δεν ήταν σαν τα άλλα παιδιά. Είχε το ποδαράκι της κοντότερο από το άλλο.
Όχι πολύ. Λίγο. Μα ήταν αρκετό να μην περπατάει σαν τα άλλα παιδιά,ούτε να μπορεί να τρέξει σαν μικρή και κείνη μαζί τους και να είναι στα παιχνίδια τους.
Μαζί μ’αυτό το ποδαράκι,της είχε δώσει όμως και πολύ πείσμα. Της είχε δώσει θέληση να πετύχει ό,τι και τ’αλλα παιδιά. Τι κι αν δεν έτρεχε μαζί τους. Έπαιζε κι έτρεχε στο βαθμό που μπορούσε,και κανείς δεν την απέρριψε.

Μεγαλώνοντας,έκανε πράγματα που τα παιδιά εκείνα με τα κανονικά τους πόδια δεν τα κάνανε. Αυτή έτρεχε με το μυαλό της. Και κάθε που κατάφερνε κάτι με την θέλησή της,κείνο το πείσμα που είχε,την έκανε να τεντώνει το κεφάλι της,και μα τον θεό,ήταν ψηλότερο από των άλλων παιδιών.Η Μαρίτσα,τι κι αν κούτσαινε λιγάκι,άξια ήταν.

Περισσότερο από τ’άλλα κορίτσια. Τόσο άξια που δεν άργησε να αποκτήσει τη φήμη της γιάτρισσας. Ζήτησε από τον πατέρα της να αγοράσει βιβλία που μιλούσαν για τα βότανα. Χώθηκε μέσα στα βιβλία κι ανακάλυψε όλα τα μυστικά τους.
Οι γονείς της, δεν την αποπήραν ποτέ για το ποδαράκι της. Το αντίθετο…Την ενθαρρύνανε να είναι μέσα σε όλα εκείνα που κάνανε οι συνομήλικοί της.

Σήμερα έχει έναν δικό της χώρο,και βοηθάει ανθρώπους να ανακουφίζουν τον πόνο τους,μέσα από τα βότανά της.
Για τον δικό της κρυφό πόνο,που έβγαινε από την κρυψώνα του μόνο τα βράδια,σαν ήταν μόνη στο δωμάτιό της,δεν είχε βρει κάτι. Δεν τον άφηνε όμως για πολύ φανερωμένο. Τον έκρυβε ξανά με ένα από τα βοτάνια της.
Το παπούτσι από το κοντό της πόδι χάλασε και πήγε στον στουμπαντρέα να της το φτιάξει. Καθώς περπατούσε στην πλατεία,πηγαίνοντας στην τρύπα του,σήκωσε τα μάτια του,ο στούμπος,και η πικραμένη του καρδιά χτύπησε άτακτα.
Κι όσο εκείνη πλησίαζε,τόσο χτυπούσε αυτή. Για μια στιγμή φοβήθηκε πως θα την άκουγε εκείνη,μα το πάχος του,δεν άφησε τους χτύπους ν’ακουστούν.
Κι ήταν από τις φορές που του άρεσε τούτο το πάχος. Ε,τι; Να ακουστούνε οι άτακτοί του χτύποι; Να γελάει η γιάτρισσα; Πες μου του είπε,αν μπορείς να το φτιάξεις,η να το πετάξω.
Θα το φτιάξω της είπε,αλλά θα μου το αφήσεις για μια μέρα.

Έφυγε κείνη,πήγε σπίτι,φόρεσε της μάνας της τα πασούμια,και γύρισε σε λίγο να του το αφήσει. Αύριο τέτοια ώρα θα’ναι έτοιμα της είπε. Τα σουλούπωσε και τα δυο.
Η Μαρίτσα εντυπωσιάστηκε από την καλοσύνη του. Της έκανε μεγάλη εντύπωση η ηρεμία κι η γλυκύτητα του προσώπου του.
Αυτός είχε το γιατροσόφι τούτο στην ψυχή του σκέφτηκε,και δεν είχε κι άδικο. Η ψυχούλα του στούμπου,σαν πήρε την απόφαση να φύγει,ψήλωσε. Απόχτησε μπόι.και κείνη η πίκρα που’χε η καρδιά του,πάλιωσε σαν τα παπούτσια των ανθρώπων που έφτιαχνε.
Πάλιωσε τόσο που την πέταξε σε μια γωνίτσα εκεί στην τρύπα,και δεν την άγγιξε ποτέ. Αργότερα,πολύ αργότερα που μετέφερε το τσαγκάρικό του,σε νέο χώρο,δεν την είδε πουθενά. Είχε φύγει για τα καλά.
Αυτός το γιατροσόφι το’χει στην ψυχή του σκέφτηκε η Μαρίτσα,και τούτη την φορά χαμογέλασε και σαν να γλύκανε,λίγο,λιγάκι,και κείνος ο πόνος που έβγαινε τα βράδια,μόνο που το βράδυ δεν βγήκε. Το βράδυ είχε παρέα της,το πρόσωπο του στούμπου.

Χαμογελούσε κι έλεγε,πως δεν μπορεί. Κάπου μέσα και στην δική της την ψυχή θα υπήρχε κάποιο γιατροσόφι,να μην της κάνει παρέα ο πόνος σαν πέφτει το σκοτάδι. Δεν μπορεί,κάπου μέσα της θα υπάρχει.
Είμαι καλά τους έγραφε ο στουμπαντρέας. Είμαι καλά και θα έρθω μόλις μπορέσω να σας δω. Μόλις μπορέσεις μάνα,έλα και συ. Σε έχω πεθυμήσει,όπως και τις αδερφές μου. Και τον πατέρα πεθύμησα,μάνα. Και τον πατέρα. Κι όταν το’λεγε τούτο ψήλωνε και ξεπέρναγε τον κύρη του στο μπόι. Τον ξεπέρναγε.

Κόντευε η ώρα που θα πήγαινε να πάρει το παπούτσι της η Μαρίτσα,κι όσο πλησίαζε στο τσαγκάρικο,γλύκανε κι ο πόνος της. Γλύκανε τόσο πολύ,που η μιλιά της σαν έφτασε κοντά του έτρεμε. Φόρεσέ τα της είπε. Φόρεσε τα,και βγες έξω να περπατήσεις.
Βγήκε κείνη έξω,κι είδε πως δεν κούτσαινε. Πως είναι δυνατόν σκέφτηκε. Το παπούτσι είπα να μου φτιάξει,όχι το πόδι,και γύρισε και τον ρώτησε,αν είναι μάγος.
Όχι της είπε. Δεν είμαι μάγος. Τεχνίτης είμαι και της εξήγησε πως πρόσθεσε στο παπούτσι του κοντού ποδιού της, ένα κομμάτι της τέχνης του,ώστε να μην κουτσαίνει.
Όταν ο θεός,ο θεός,φτιάχνει ένα σουλούπι,κάπως λειψό…κάπου αλλού φτιάχνει και το ταίρι του,γιατί ο στούμπος,όταν έφυγε από το σπίτι του,όσο κι αν τον παρακαλέσανε κάποιοι να μείνει στον τόπο τους,που είχαν ανάγκη έναν τσαγκάρη,εκείνος δεν έμεινε.
Μια δύναμη τον έσπρωχνε για αλλού. Και το αλλού του,ήταν η τρύπα στο χωριό της Μαρίτσας. Εκεί έριξε άγκυρα. Στη θάλασσά της.και στην καρδιά της.

Ετούτη την τέχνη,την έμαθε για το κουτσό της πόδι. Όταν κατάλαβαν πως ήταν πλασμένοι ο ένας για τον άλλο,κράτησαν τόσο σφιχτά τα χέρια τους,που ο πόνος της Μαρίτσας κομματιάστηκε,κι έφυγε. Κι όταν του είπε.στουμπαντρέα μου,σ’αγαπάω,ανακάλυψε πως η αγάπη της αυτή ήταν το γιατροσόφι.
Την ίδια στιγμή που του είπε το σ’αγαπάω,έκλεισε και η πληγή της μάνας,γιατί τις πληγές τις κλείνει μόνο η αγάπη. Κι όταν ένας άντρας αγαπιέται τόσο δυνατά από γυναίκες,οι πληγές κλείνουν.
Έρχομαι να σας δω έγραψε στους δικούς του. Ο πατέρας σαν το έμαθε,ξέσπασε σε κλάματα. Από την μέρα που είχε φύγει,η μάνα του κι οι αδερφές του,τον τιμώρησαν τόσο πολύ με την απαξίωσή τους,που κατάλαβε το κακό που έκανε στο ίδιο του το παιδί.
Κι έπεσε να πεθάνει από την στεναχώρια του και τις τύψεις. Ποιος σατανάς τον έβαλε να απαρνηθεί το ίδιο του το παιδί; Τι πατέρας ήταν αυτός;
Πολλές ήταν οι φορές που θέλησε να πάει να τον βρει,να του ζητήσει συγνώμη,μα δεν έβρισκε την δύναμη. Δεν τον άφηνε και κείνη η αρρώστια που’χε φωλιάσει στα κόκαλά του.
Η ψυχή του,την γέννησε λέγανε οι γιατροί. Ποια ψυχή;
Έχει ψυχή ένας πατέρας που φέρνεται έτσι στο παιδί του; Του διαβόλου είναι κι αυτή η αρρώστια και μου αξίζει έλεγε κι έκλαιγε τόσο μετανιωμένος,που λυγίσανε,μάνα και κόρες.

Όρθιες τον καρτερούσαν όλες τους,και σαν ήρθε,σαν τον είδαν με την Μαρίτσα στο πλάι του,τους φάνηκε τόσο ψηλός κι αδύνατος ο στούμπος τους,που καμάρωναν για κείνον ακόμα περισσότερο.
Ο πατέρας; Τους ρώτησε. Που είναι; Μέσα είπε η μάνα και σε περιμένει.
Μπήκε μέσα ο Αντρέας,έκατσε δίπλα του,και είπε,πατέρα,θα γίνεις καλά. Έγινα γιε μου. Έγινα. Την ώρα που μπήκες μέσα,φοβήθηκα πως θα χτύπαγες στο ταβάνι. Τόσο ψηλός είσαι γιε μου. Τόσο ψηλός. Συγνώμη είπε και δεν ξαναμίλησε. Έφυγε.
Πρόλαβε όμως κι είδε τον στούμπο του ψηλό. Η Μαρίτσα με τον Αντρέα δεν παντρεύτηκαν ποτέ. Όταν ζευγαρώνουν οι ψυχές,δεν χρειάζονται στέφανα του είπε.
Αυτό που χρειάζονται,είναι να δένονται έτσι,ώστε να μπορούν να είναι ελεύθερες,να εξελίσσονται μαζί με την αγάπη. Κι αυτοί μείνανε ελεύθεροι και ενωμένοι,ως το τέλος της ζωής τους.
Είχε τέτοιο μπόι η αγάπη τους,κι έτρεχε τόσο πολύ,που γύρναγε όλο τον κόσμο,και γύριζε πίσω να τους πει,πως μόνο στο παπούτσι του κοντού ποδιού χωράω.
Στο παπούτσι του,και στην κοιλίτσα που χορεύει σαν γελάει από ευτυχία.
από τη φίλη της σελίδας μας Ελευθερία Λάππα

Ομφαλός της γης ΙΙ

add
TAGGED:
Share This Article