Η πλάνη του Καζαντζάκη: Πώς από μελετητής της Καινής Διαθήκης κατάντησε βλάσφημος και διώκτης του Χριστού

mike
By
168 Views
6 Min Read

Η αθεΐα του Καζαντζάκη (Απόσπασμα)

Μελέτησε κι ο Καζαντζάκης την Καινή Διαθήκη, και μάλιστα περισσότερο από πολλούς πιστούς χριστιανούς! Την μελέτησε συστηματικά και, θα λέγαμε, σε βάθος με ένα και μοναδικό σκοπό, όμως, την κατάρριψη της!

Τίποτε άλλο δεν τον βασάνιζε τόσο πολύ στη ζωή του, όσο το προβαλλόμενο μέσα από τις σελίδες της θεανθρώπινο πρόσωπο του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, την κατασπίλωση του Οποίου έθεσε ως κύριο σκοπό της ζωής του!

Η χολή και το μίσος του κατά του Χριστού δεν περιγράφονται, και βεβαίως παραμένουν ανεξήγητα. Έγραφε κι έγραφε ακατάπαυστα για να προλάβει να γκρεμίσει τον Θεό από τον θρόνο του.

Η βλασφημία, ο σαρκασμός, η λοιδορία, η ειρωνεία, η προσπάθεια εξευτελισμού και γελοιοποίησης του προσώπου και του ονόματος του Ιησού, ήταν ο αγώνας του όλος και η αγωνία του! Και είναι αλήθεια πως σ’ αυτό ξεπέρασε όλους τους άθεους, οι οποίοι ωχριούν μπροστά στην κυνικότητα των αθεϊστικών του αντιλήψεων και συλλήψεων και στην βλάσφημη κατά του Χριστού ευρηματικότητα του! Ακόμη και αυτός ο διάβολος θα τον ζήλευε για τις αθεϊστικές του πρωτοτυπίες!

Όταν όμως ένας τέτοιος άνθρωπος πιάνει στα χέρια του την Καινή Διαθήκη όχι απλώς προκατειλημμένος, αλλά εμπαθής και διαβολοκίνητος, δεν μπορεί ποτέ να ωφεληθεί από την μελέτη της, διότι δεν το θέλει, δεν αποδέχεται την όποια ήθελε προκύψει από την μελέτη της Γραφής ωφέλεια. Ήταν δε τόση η ασέβεια του προς την Καινήν Διαθήκην, το Ευαγγέλιον, όπως την αποκαλούσε, ώστε με το μόνο βιβλίο που καταδεχόταν να την συγκρίνει ήταν Tα παραμύθια της Χαλιμάς! Έτσι στο μυθιστόρημα του O Χριστός ξανασταυρώνεται, το πιο βλάσφημο, κατά τη γνώμη μου, απ’ όλα τα έργά του, γράφει: «Έχω κι ένα βιβλίο, τη Χαλιμά, την κουτσοδιάβαζα κάθε Κυριακή που πήγαιναν οι άλλοι στην εκκλησία και περνούσε η ώρα μου. Αυτή να την πάρει ο Κωνσταντής ο καφετζής και κάθε Κυριακή μετά το ευαγγέλιο, που θα ‘ρχονται οι χωριανοί στον καφενέ, να την διαβάζει ένας δυνατά, να ξεστραβωθείτε κακομοίρηδες. Δε λέω, μεγάλο πράμα το Ευαγγέλιο, μα κι η Χαλιμά δεν πάει πίσω!»(σελ. 154).

Παρ’ όλα αυτά εγώ επιμένω πως, αν θέλει κάποιος άθεος να γνωρίσει την αλήθεια, να διαβάσει την Καινή Διαθήκη, απροκατάληπτα, ελεύθερα και αβίαστα, όχι με σκοπό να την απορρίψει a priori, αλλά να ερευνήσει την διδασκαλία της και μετά να αποφασίσει για την ορθότητα της. Αυτό κάνει κάθε τίμιος, ευσυνείδητος και αντικειμενικός ερευνητής της αλήθειας!

Ο Καζαντζάκης ήταν άνθρωπος με ακατανόητες, για να μη πω ανόητες, αντιχριστιανικές εμμονές. Δεν τα ‘βαλε μόνο με τον Θεό, και ειδικώτερα με τον Χριστό, αλλά και με όλα ανεξαιρέτως τα μεγάλα, τα υψηλά και ευγενή ιδανικά του ανθρώπου, τον οποίον κατά ένα παθολογικό τρόπο ταύτιζε με το «τίποτα»! Δική του είναι η προσταγή στον άνθρωπο παρμένη από την Ασκητική του: «Χρέος σου είναι να λες: Δεν υπάρχει τίποτα» (σελ.25). Κι ακόμη ευχαριστιόταν πολύ να υποβιβάζει τον άνθρωπο στη θέση του ζώου ξεπερνώντας κι αυτόν ακόμη τον Δαρβίνο, γράφοντας ικετευτικά προς τον δικό του θεό, τον αρρωστημένο του Νου, τούτα τα λόγια: «Έλεος για το πλάσμα τούτο, που ξεκόρμισε μια μέρα απ’ τους πιθήκους, γυμνό, ανυπεράσπιστο, χωρίς κέρατα και δόντια, μονάχα με μια σπίθα φωτιά στο μαλακό του καύκαλο».

Αλλά δεν μπορούσε κανείς να περιμένει μια διαφορετική συμπεριφορά σκέψης και δράσης από τον Καζαντζάκη, ο οποίος ήταν κατά την ομολογίαν του γνήσιο «πνευματικοπαίδι» του Νίτσε, του Φρόυδ και του Μπέρξον. Ιδιαιτέρως δε «ευλαβείτο» τον Νίτσε, για την πρώτη του γνωριμία με τον οποίον γράφει τα εξής ωμά και κυνικά: «Στην αρχή με κατατρόμαξε, τίποτε δεν του ‘λειπε, αναίδεια, αλαζονεία, μυαλό απροσκύνητο, λύσσα καταστροφής, σαρκασμός, κυνισμός, ανόσιο γέλιο, όλα τα νύχια, τα δόντια και τα κέρατα του Εωσφόρου, μα με είχε συνεπάρει η περηφάνια, με είχε μεθύσει ο κίντυνος και βυθιζόμουν μέσα στα έργα του με λαχτάρα και τρόμο σαν να ‘μπαινα σε βουερή ζούγκλα γεμάτη πεινασμένα θηρία!» (Αναφορά στον Γκρέκο, σελ. 381).

Κι αλλού στο ίδιο του έργο (σελ. 393) διαβάζομε πάλι για τον Νίτσε, τον πνευματικό του, όπως είπαμε, μέντορα, τα εξής: «Ποτέ, κι όταν ήμουν παιδί κι ανάγνωθα τους βίους των αγίων, δεν έζησα συναξάρι αγίου με τέτοιαν ένταση. Ντράπηκα για τη ζωή μου, τη νοικοκυρεμένη και άνανδρη, που δεν τολμούσε να γκρεμίσει πίσω της όλα τα γιοφύρια, ν’ αρνηθεί όλες τις παρηγοριές – θεούς, πατρίδες, ηθικές αλήθειες. Λιονταρίσια θροφή με τάισε ο Νίτσε στην πιο πεινασμένη στιγμή της νιότης μου. Α! Φώναξα αγανακτησμένος, η παμπόνηρη η θρησκεία που μετατοπίζει τις αμοιβές και τιμωρίες σε μελλούμενη ζωή για να παρηγορήσει τους σκλάβους και τους κιοτήδες… Όχι, δεν μπορεί να είναι λεύτερος αυτός που ελπίζει παράδεισο ή που φοβάται κόλαση. Ντροπή πια να μέθουμε στις ταβέρνες της ελπίδας. Τόσα χρόνια και δεν το ‘χα καταλάβει κι έπρεπε να ‘ρθει ο άγριος τούτος προφήτης να μου ανοίξει τα μάτια»!

Μεγαλωμένος με τέτοια αβιταμινωμένη πνευματική τροφή ο Καζαντζάκης δεν μπορούσε να γίνει τίποτε άλλο από άθεος, ένας άθεος που, όπως είπα, θα τον ζήλευε κι αυτός ακόμη ο διάβολος, τον οποίον ξεπερνούσε σε πολλά!

(Βασίλειος Ευτ. Νικόπουλος, Πρόεδρος Αρείου Πάγου ε.τ. Δ.Ν., “Η δυστυχία του να είσαι άθεος”, εκδ.Αρμός, σελ.101-104)

add
Share This Article