Ρε ψυχούλα
καμιά φορά με ρωτάνε:
Δεν έχεις θυμώσει με τον Θεό που δεν μπορείς να περπατήσεις;
Μένω σιωπηλή, και πάλι χαμογελάω
και σκέφτομαι…
Πώς μπορώ να θυμώσω με τον Θεό που με έπλασε;
Εκείνος με έφερε πάνω σε τούτη τη γη.
Μου χάρισε ανάσα.
Μια καρδιά που χτυπά και μου δίνει…
μέρες…
χρόνια…
στιγμές…
αναμνήσεις…
χρώματα…
Χρώματα που με το φως που μου χάρισε ο Θεός μπορώ να τ’ αντικρίσω.
Μου χάρισε φωνή.
Φωνή για να μιλάω…
να προσφέρω…
να βοηθάω…
Και τότε κατάλαβα κάτι.
Τα μικρά…
τα απλά…
τα καθημερινά…
είναι τα μεγαλύτερα θαύματα.
Γιατί υπάρχουν ανθρώποι που έχουν δύο πόδια
και παρ’ όλα αυτά
δεν έχουνε μάθει ποτέ να περπατούν μέσα σε αυτήν την ζωή.
Δεν την ζουν.
Την σπαταλούν με γκρίνια.
Εγώ δεν σπαταλάω θαύματα.
Τα ζω και είμαι ευγνώμων.
Χαμογελάω…