Η ΠΑΝΑΠΑ ΤοΥ ΑΘΩΝΑ
Πάνω ἀπ᾿ τὴ Ζαγορά, τανυέται πρὸς τὰ ὕψη τοῦ πηλιο ορείτικου στερεώματος, φαλακρό ἕνα πετροβούνι. Γκρίζες πέτρες καὶ σταχτόμαυρα χάλαρα εἶναι σπαρμένα πάνω στὰ πλευρά του, ἄλλα καρφωμένα στὴ γῆ κι ἄλλα γυμνὰ καὶ σα- πρακιασμένα ἀπὸ τ᾿ ἀρνάρι τοῦ καιροῦ. Μὲ τὴ θωριά τους τὴν ἄγρια καὶ τὸ ξαφνιαστικὸ καὶ πολύπληθο φύτρωμά τους, συνθέτουν ἔτσι τὸ τοπίο, ποὺ θαρρεῖ κανεὶς ὅτι στὰ ὠγύγια χρόνια τῆς ἑλληνικῆς ζωῆς, οἱ θρυλικοὶ Κένταυροι τοῦ Πη- λίου πετροβολήθηκαν ἐδῶ, γιομάτοι ἁψανὸ πεῖσμα μὲ τοὺς Γί- γαντες ἢ τοὺς Λαπίθες.
Κατάκορφα στὸ ραχοβούνι ὀρθώνεται σὰ διάδημα παλαιϊ- κοῦ θεσσαλοῦ ταγοῦ, ἡ ἐκκλησία τοῦ ῾Αγίου ᾿Αθανασίου τοῦ ἐν ῎Αθῳ.
Κάθε πρωΐ ἡ ροδοδάχτυλη Αὐγούλα, ξεπροβάλλοντας ντρο- παλὰ τ᾿ ἁπαλόσαρκο κορμί της μέσα ἀπὸ τὶς ὑδάτινες κι ἀφρό- ζωστες ἀγκαλιὲς τοῦ Αἰγαίου, τυλίγεται βιαστικὰ τὴν κροκάτη σάρπα της — γιὰ νὰ φυλαχτεῖ λὲς ἀπ᾿ τὸ πουρνιάτικο ἀγιά- ζι – κι ἀλαφροπάτητα περνάει ἀπ’ τὸ παραθυράκι τῆς κόγ- χης τοῦ ἱεροῦ νὰ κάνει τὴν προσευχή της στὸ ταπεινό ξωκ- κλήσι.
Οἱ δροσοσταλίδες σπιθίζουν πολύχρωμα πάνω στοὺς
κάλυκες τῶν λουλουδιῶν, τ᾿ ἀέρι μοσχόφτερο ριπίζει τὰ κορ-
φάδια τῶν δέντρων, τὰ θάμνα ἀνοίγουν τὶς φύλλουριασμένες
τέντες τους νὰ δεχτοῦν τοὺς σπουργίτες, ποὺ σὰ πρωινά χα-
μίνια πλανιοῦνται ὁλοτρόγυρα, κι ἡ σαύρα τεντώνει ράθυμα
ΑΠΟ ΤΟ ΛΕΙΜΩΝΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ
τὰ μέλη της πάνω στὴν πλάτη τῆς πέτρας, ἀγουροξυπνημένη ἀρχόντισσα μὲ τὸν καταπράσινο στιχτὸ ταφτά της.
Ὅλα τὰ πλάσματα ἀναδεύονται ἀπὸ τὰ γιατάκια τους καὶ καρτεροῦν πότε θὰ βγεῖ ἀπὸ τὴν ἐκκλησιὰ ἡ χαραυγούλα νὰ δώσει τὸ σύνθημα γιὰ ν’ ἀρχίσουν τὰ ὁλήμερα τρελά παι- χνίδια τους.
Σήμερα ὡστόσο, στῆς Παναγιᾶς τὴ γιορτή, ἡ ροδομά γουλη παιδούλα ἄργησε νὰ διαβεῖ τὸ κατώφλι τῆς πόρτας. Καὶ τὰ ζούζουλα ὅλα βιάζονται κι ἀνυπομονοῦν· τὰ προσκαλεῖ ἡ ζωὴ μὲ τὶς χάρες καὶ τῆς χαρές της, μὲ τὰ σεργιάνια καὶ τὶς ἀγάπες της.
Μιὰ γλυκειὰ ἀργυρόηχη φωνή, ξεχύνεται σὰ κρυστάλλι- νη νεροσυρμὴ ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ἐκκλησιᾶς. Τ’ ἀεράκι δίπλω σε τὶς φτερούγες του, τὰ πλατάνια ἔπνιξαν τὸ θρόϊσμά τους, κι ἡ σαύρα, ἡ νωχελικὴ ὀδαλίσκη, ξαφνιασμένη κι αὐτὴ ἀνά- συρε τὴν οὐρά τῆς ταφταδένιας ρόμπας της κι αὐτιαζόταν. Μόνο ἕνας ἀπόκοττος ἀλητάκος σπουργίτης, φτεράκισε
ὡς τὸ φεγγίτη τῆς ἐκκλησιᾶς γιὰ νὰ δεῖ τί γίνεται. Γονατισμένη ἡ Αὐγούλα μπροστὰ στὴ θαυμάσια τριακο- σάχρονη εἰκόνα τῆς Παναγιᾶς τοῦ ῎Αθωνα, ψέλνει σήμερα τὴν προσευχή της. Η παναμώμητη Θεοτόκος, μὲ τὸ σεμνὸ βυζαντινό πρόσωπό της καὶ τὰ γλυκὰ μυγδαλάτα μάτια της, ἀκούει εὐπρόσδεχτα τὸν ὕμνο.
Σήμερα ἡ Αὐγούλα λέει διαβαστὰ τὴν προσευχή της. Κρατάει μὲ χάρη στὰ κρινένια δάχτυλά της ποὔχουν ροδό- φυλλα γιὰ νύχια, ἕνα κιτρινιασμένο παλιό χειρόγραφο, ποὺ τὸ πῆρε κρυφὰ ἀπὸ τὴ βιβλιοθήκη τῆς Ζαγορᾶς – ὤ, καὶ νὰ τὴν ἔπαιρνε εἴδηση ὁ Σῶρος, ὁ κλητήρας τῆς Κοινότητας! Εἶναι τοῦ ζαγοριανοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη Καλλίνικου τοῦ Γ΄ τὸ χειρόγραφο αὐτό.
Ο σπουργίτης – ποιητάρης κι αὐτὸς – στήνει τ’ αὐ- τάκι του στοὺς στίχους:
Χαῖρε αὔγασμα ἡλίου καὶ ἀγέλη θείου. Χαῖρε ἄμπελε τοῦ κόσμου
καὶ αἰὼν λαμπρού φωτός μου. Χαῖρε βάτε φλογοφόρε καὶ βαλβὶς οὐρανοχῶρε.
Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΟΥ ΑΘΩΝΑ
Χαῖρε βρῶσις ἀθανάτων καὶ βραβεῖον τῶν καμάτων.
Χαῖρε δένδρον ἀνθοφόρον καὶ διάδημα πυρφόρον.
Χαῖρε δρόμος τῆς πρωΐας καὶ δρυμὸς τῆς εὐχλοΐας.
Χαῖρε ἴαμα πταισμάτων καὶ ἰκμὰς τῶν βλαστημάτων.
Χαῖρε κέδρε τοῦ δρυμῶνος καὶ κειμήλιον αἰῶνος.
Χαῖρε κλάδε καρποφόρε καὶ καθέδρα θεοφόρε.
Χαῖρε λίμνη ἰατρείας καὶ λαλάγημα εὐδίας.
Χαῖρε λύχνος πενομένων καὶ λιμὴν χειμαζομένων.
Χαῖρε μήτηρ γλυκυτάτη καὶ μεσίτης θερμοτάτη.
Χαῖρε μύρον νεανίδων καὶ μυρσίνη βασιλίδων.
Χαῖρε νέκταρ ἀμβροσίας καὶ νεφέλη θειομβρίας.
Χαῖρε πάγκαλε παρθένε καὶ πορθμὲ χαριτωμένε. Χαῖρε πέρδιξ πορφυραία
καὶ περιστερὰ ὡραία. Χαῖρε ρόδαμνε ἐλαίας καὶ ρομφαία πάσης γαίας. Χαῖρε τεῖχος θυγατέρων καὶ τριήρης τῶν πατέρων. Χαῖρε ὕλη ἡσυχίας καὶ ὑάκινθε φιλίας. Χαῖρε ὑετὲ ἐλέους καὶ ὑπέρμαχε τοῦ κλέους. Χαῖρε φέγγος εὐδοξίας καὶ φλογμὲ πολυθεΐας. Χαῖρε χείλος χελιδόνων καὶ χιτὼν τῶν εὐδαιμόνων. Χαῖρε ψῆφος θεανδρίας καὶ ψεκὰς φιλανθρωπίας. Χαῖρε ψάλτρια τρυφῆς μου καὶ ψιθύρισμα ζωῆς μου. Χαῖρε ψέλλιον νυμφώνος καὶ ψωμίον δαιτυμόνος. Χαῖρε ὤκιμον εὐῶδες καὶ ὠτίον κοσμιῶδες. Χαῖρε ἥδυσμα γλυκαίνον καὶ ἡδύοσμε εὐφραίνων. Χαῖρε ἥλιε τῶν φώτων καὶ ἡμέρα αἰχμαλώτων.
Κι οἱ στίχοι πιδακίζουν ἀπ᾿ τὸ γλυκόλαλο στόμα τῆς Αὐγῆς, κουδουνιστοί, μεστοὶ ἀπὸ βυζαντινή μεγαλοπρέπεια κι ἐκκλησιαστικὴ χάρη, μὲ τὰ οὐσιαστικὰ κρουστά, μὲ τὰ ἐπίθε- τα γιομάτα φραστικὴ ὀμορφάδα καὶ λαμπρόθωρο ντύμα, μὲ τὶς παρομοιώσεις τῆς παρθένου ἀξιοζήλευτα ποιητικὲς καὶ τὶς ὁμοιοκαταληξίες γερὲς σὰ σήμαντρο μοναστηριού, γραμμένοι ἀπ’ τὸ τρεμάμενο χέρι τοῦ γερο – δεσπότη, λαμπρύνουν τὸ σημερινό ζαγοριανὸ ὄρθρο.
Κι ἡ Παναγία τοῦ ῎Αθωνα, ἀφήνοντας νὰ ξεχειλίσει ἡ τερπωλὴ ποὺ πλημμυρίζει τὴν ἀπέραντη μητρική καρδιά
ΑΠΟ ΤΟ ΛΕΙΜΩΝΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ
της, χαμογελά ἥμερα γιατὶ σήμερα ἀκούει παινέδια συνθεμέ- να στὴ δόξα της ἀπὸ ζαγοριανὸ ὑμνογράφο.
Ο σπουργίτης τρεμόπαιξε τὰ ματάκια του – δεῖγμα κάποιας σοφῆς ἰδέας.
Ἔπειτα τινάχτηκε σὰ σαΐτα καὶ ροβόλησε τὸν κατήφο ρο. Τὰ πλατάνια καὶ τὰ θάμνα καὶ τ’ ἀεράκι κι ἡ σαύρα τὸν ρώτησαν ἀπορεμένοι :
-«Ποῦ πᾶς;»
Μὰ ἐκεῖνος οὔτε νοιάστηκε κἂν νὰ τοὺς ἀπαντήσει.
Μὲ δυὸ – τρεῖς κάθετες βουτιές στὸν αἰθέρινο πόντο, ἔ- φτασε στὸ κοιμητήρι τοῦ μαχαλᾶ τῆς Σωτήρας. Κάθησε πά- νω στὸν τάφο τοῦ Πατριάρχη. Ξανάσανε λιγάκι ἀπὸ τὴν πι- λάλα, ἄνοιξε τὸ ραμφί του καὶ φώναξε :
-«Ξύπνα παππού! Η χρυσαυγὴ πάνω στὸν “Αθωνα, ψέλνει σήμερα τοὺς χαιρετισμούς σου, ποὔγραψες γιὰ τὴν Παναγίτσα».
Κι ὁ Πατριάρχης χαμογέλασε εὐχαριστημένος μέσα στὸν ἀξύπνητο ὕπνο του.