Ώρα να ζήσω είπε…

mike
By
31 Views
13 Min Read

Με τα αίματα στα πόδια σηκώθηκε, και τις μελανιές στα χέρια και στο σώμα της.

Έβγαλε την ζακέτα της, τα σκούπισε και πήρε τον δρόμο για το σπίτι. Όλο τον δρόμο σκεφτότανε τι να βρει να πει για κείνες, που σημάδια της είχαν αφήσει μπλάβα.

Έσιαξε όσο μπορούσε τα μαλλιά της, στάθηκε στο ποτάμι, κι έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό της. Θέλησε να ξεπλύνει το αίμα που ξεράθηκε στα μπούτια της, αλλά κάπου είχε ακούσει πως αν ρίξεις νερό στην πληγή τρέχει περισσότερο, και δεν το έκανε.

Έβρεξε λίγο το’ να μανίκι της ζακέτας της, και τα έτριψε μ’ αυτό ώσπου να φύγουν. Την πληγή δεν την άγγιξε.

Μικρή ήταν. Δεκατριών. Δεν ήξερε πως εκεί δεν γινότανε πληγή, παρά μόνο στην ψυχή της.

Εκεί ανάμεσα στα σκέλια της, αίμα τρέχει για λίγο σαν πέφτει πάνω σου με το ζόρι κάποιος μεθυσμένος, κι ύστερα σταματάει μόνο του. Αργότερα έμαθε πως και μεθυσμένος να μην είναι κάποιος, και συ να θέλεις να πέσει πάνω σου, πάλι ματώνεις.

Έτσι γίνεται την πρώτη φορά.

Μόνο που δεν ματώνει η ψυχή σου, γιατί και συ το θέλεις, κι είναι αλλιώς. Δεν θα μάθει ποτέ πως είναι να το θέλει κανείς την πρώτη φορά, μα ήταν το λιγότερο αυτό τώρα.

Όσο για την ψυχή την ματωμένη ποιος δίνει σημασία; Αυτή δεν φαίνεται. Μόνο εσύ το ξέρεις.

Και της το είπε η μάνα της, μην πας μόνη σου στα ζώα, αλλά δεν την άκουσε. Ήθελε να δει αν ο πατέρας της ήταν καλά.

Είχε φύγει με πόνο στο στήθος και είχε την έννοια του.

Τον βρήκε να τρώει και να πίνει με τον φίλο του τον παιδικό. Μια χαρά είμαι της είπε.

Κάτσε να φας μαζί μας και φύγε πριν πέσει ο ήλιος. Μαζί θα φύγουμε της είπε ο φίλος του πατέρα της. Μαζί, και σηκώθηκε να φύγουν. Να πεις στην μάνα σου να έχει νερό ζεστό της είπε.

Σε δυο τρεις ώρες θα έρθω, και θα’ θελα να πλυθώ γιατί ξεγέννησα την φοράδα μαζί με τον Νικολή.

Για τούτο ήρθε. Να’ χει νερό ζεστό να της πεις, να πλυθώ. Στα μισά του δρόμου, ο Νικολής την τράβηξε μέσα στους θάμνους κι έπεσε πάνω της σαν άλογο αφηνιασμένο. Φοραδίτσα μου της έλεγε, και βρωμοκοπούσε η ανάσα του κρασί. Αντιστάθηκε όσο μπορούσε, φώναξε άλλο τόσο μα κανείς δεν περνούσε από κει και το’ ξερε ο Νικολής.

Πόση ώρα ήταν πάνω της, δεν ξέρει. Εκείνο που ξέρει είναι πως βόγκαγε σαν άρρωστο αγρίμι, και πως με κάτι την έκοψε στα σκέλια της. Όταν τον έσπρωξε από πάνω της, κοιμόταν.

Πήρε μια κοτρώνα μεγάλη και του την πέταξε στα μούτρα με δύναμη. Είδε το αίμα στα πόδια της, και με λύσσα την ξανάπιασε με τα δυο της χέρια, και του’ δωσε μια ακόμα.

Άρχισαν να τρέχουν αίματα από την μύτη του, κουνήθηκε λίγο, έκανε να σηκωθεί, και το’ βαλε στα πόδια φοβισμένη μήπως και την ξανακόψει…

Όση ώρα πήγαινε για το σπίτι, σκεφτόταν τι να κάνει με τις μελανιές. Τι να πει αν την ρωτήσουν;

Έφτασε στο σπίτι της, και σαν είδε την ανηφόρα που έπρεπε να ανέβει, το’ κανε γρήγορα. Μόλις την τελείωσε, έκατσε κάτω ξάπλωσε και με δύναμη κυλίστηκε στην κατηφόρα φωνάζοντας την μάνα της. Δεν την άκουσε.

Εκεί την βρήκε ο πατέρας της που επέστρεφε, κατασκοτωμένη. Να που δεν χρειάστηκε να πει για τις μελανιές.

Την πήρε στην αγκαλιά του, και πήγανε στο σπίτι. Την φρόντισαν κι οι δυο μαζί. Κλείσανε τα τραύματα σε δυο τρεις βδομάδες.

Μα της ψυχής της ήταν ανοιχτό μια ζωή ολόκληρη.

Για μέρες άφαντος ο Νικολής, μα κανείς δεν έδωσε σημασία. Ποιος ξέρει που πίνει λέγανε και ξεχάστηκε.

Κι όταν έπειτα από μέρες πολλές φάνηκε, ήταν με μισή μύτη. Την άλλη μισή του την κόψανε.

Σ’ ένα καβγά έμπλεξα είπε, κάποιος με χτύπησε και μολύνθηκε. Με πήγανε στο νοσοκομείο, και μου την κόψανε. Ξανάφυγε και δεν τον ξανάδανε ποτέ.

Ούτε κι έμαθαν που πήγε και τι απέγινε.

Πολύ αργότερα η Νόνη, έλεγε, άλλο…έπρεπε να σου κόψουν.

Πολλές φορές άκουγε ιστορίες για κοπέλες που τις βιάζανε και πως ανύπαντρες μένανε. Ποιος να τις πάρει;

Μα κείνη δεν την ένοιαζε να μη παντρευτεί. Μην το μάθει ο πατέρας της δεν ήθελε. Θα τον σκότωνε τον παιδικό του φίλο και θα πήγαινε στη φυλακή.

Δεν με νοιάζει έλεγε. Ποτέ μην παντρευτώ. Αυτό μέχρι που χτύπησε η καρδιά της, και δεν μπορούσε να την κάνει καλά. Μα αρνήθηκε το θαύμα του έρωτα.

Δεν το έζησε κι ας μην σταμάταγε με τίποτα. Όταν τον είδε να ανεβαίνει την ανηφόρα του σπιτιού τους, χωρίς να το θέλει, και χωρίς να την ρωτήσει, άρχισε η ρημάδα και χτύπαγε, και δεν σταμάτησε ούτε και σαν έφτασε κοντά της, και ζήτησε να δει τον πατέρα της.

Δεν είναι εδώ του είπε. Είναι στα ζώα.

Να δω το πουλαράκι ήρθα της είπε, και κείνη τον πήγε στον πατέρα της, κι έφυγε μην την προδώσει η καρδιά της.

Το μεσημέρι στρώνανε τραπέζι για τέσσερις.

Μαζί τους θα έτρωγε ο ξένος. Ο πατέρας της έκλεισε συμφωνία να του πουλάει όλα τα πουλαράκια που θα γεννιούνταν κι έπρεπε να το γιορτάσουν.

Μόνο μια φορά τον κοίταξε η Νόνη. Μόνο μια φορά. Νόμιζε πως αν τον κοιτάξει ξανά, θα έβλεπε στα μάτια της το καρδιοχτύπι της, και το μυστικό της.

Έφυγε, και πήρε μαζί του, όλα της τα όνειρα. Κι αυτά τα βλογημένα πως βγαίνανε στο σεργιάνι μαζί του; Πως κάνανε λες και δεν συμβαίνει τίποτα;

Όσο κι αν τους έλεγε τζάμπα σεργιανάτε, εσείς δεν πρέπει…κάποιος σας έκοψε, σας μάτωσε…εκείνα τίποτα.

Κρεμασμένα στο μπράτσο του καμαρώνανε μεθυσμένα από έρωτα πίνανε ζωή από τα μάτια του, να κρατιούνται ζωντανά.

Με τούτα τα όνειρα κοιμόταν και ξύπναγε η Νόνη.

Όχι του είπε, δεν σε θέλω σαν μια μέρα από τις πολλές επισκέψεις που έκανε να βλέπει τα συμφωνημένα πουλαράκια, της είπε πως έρχεται για κείνη, κι όχι για την συμφωνία.

Αυτή είναι πρόφαση. Θα σε γυρέψω από τον πατέρα σου της είπε. Εσύ τι λες; Να το κάνω;

Όχι του ξαναείπε. Δεν σε θέλω, και μην το κάνεις. Έφυγε και δεν ξανάρθε. Την είχε αγαπήσει, κι ήθελε να την ξεχάσει, μα δεν ήταν εύκολο. Εκείνη ζούσε με τα όνειρα λες κι ήταν αλήθεια.

Ξαναγύρισε για τις δουλειές του, και την ξαναρώτησε, να το κάνω;

Άλλον αγαπώ του είπε, κι έφυγε.

Πήγε και έκλαψε εκεί που της πήρανε με την βία αυτό που έκρυβε χρόνια τώρα. Πως να το πει; Αυτά δεν λέγονται.

Μόνο στα όνειρά της του το είπε, και κείνος την αγκάλιασε και της είπε, είμαι εδώ. Δεν θα φύγω. Μαζί θα κλείσουμε το τραύμα αυτό και τους φόβους σου.

Δεν έφταιγες εσύ,μα μη μου πεις ποιος είναι, γιατί δεν σου υπόσχομαι να μην τον σκοτώσω. Μόνο στα όνειρά της γινόταν τούτες οι κουβέντες.

Όταν γύρισε, εκείνος είχε φύγει, και πήρε και την συμφωνία μαζί του, μαζί με όλη της την ζωή.

Τα όχι, ήταν πλέον γνωστά σε όλους, για όλους. Κι όλοι λέγανε γιατί, μια τόσο καλή κι άξια κοπέλα αρνείται τον γάμο. Μα δεν την ένοιαζε τι λέγανε.

Τα χρόνια πέρασαν. Κόντευε τα πενήντα πια, μα στα όνειρά της ήταν ακόμα νέα. Αυτά είχαν σταματήσει να μεγαλώνουν.

Δεν μεγαλώνουν και δεν πεθαίνουν, όταν γέρνουν πάνω στο στήθος του, να ξεκουραστούν.

Οι γονείς της φύγανε και κείνη τα πούλησε όλα. Κράτησε μόνο το σπίτι και τον κήπο. Τίποτα δεν ήθελε. Τι να τα κάνει;

Μόνο τον κήπο κράτησε, και τον γέμιζε λογής λογής λουλούδια. Εκεί ανάμεσά τους, σεργιάνιζε η νιότη της η σημαδεμένη, κι ψυχή της η τραυματισμένη.

Εκεί σεργιανίζανε και τα όνειρά της δίπλα του.

Κι όταν νύχτωνε εκείνος έκοβε ένα λουλούδι και της το έβαζε στο μαξιλάρι της.

Το έπαιρνε και το ακούμπαγε στο μέρος της καρδιάς της και χτύπαγε ακόμα δυνατά σαν τότε που τον είδε να ανηφορίζει. Νόνη της είπε μια μέρα κείνος που αγόρασε την περιουσία της. Θα την πουλήσω και’ γω και θα φύγω.

Θα πάω να ζήσω κοντά στα παιδιά μου. Μόνος είμαι. Την γυναίκα μου δεν μπορώ να την φέρω πίσω κι ας μένω εδώ. Αν φύγω, ίσως πονάω λιγότερο. Το μόνο που καταλάβαινε καλά, ήταν ο πόνος. Τον γνώριζε καλά αυτόν τον μουσαφίρη.

Εκείνη σήκωσε τους ώμους της. Δικά σου είναι. Κάνε τα, ό,τι θέλεις. Σε δυο μήνες είχε φύγει. Τα πούλησε και ήρθε ο νέος αγοραστής. Η έκταση ήταν μεγάλη.

Είχε ο πατέρας της πολύ περιουσία. Φωνές άκουσε ένα πρωί και ξύπνησε να δει τι γίνεται. Έριξε μια ρόμπα πάνω της και βγήκε έξω. Βλέπει να βάζουν ψηλούς φράχτες με γερά συρματοπλέγματα. Ο νέος αγοραστής σκέφτηκε, θέλει να το προστατέψει και το φράζει.

Λες και διάβασαν τις σκέψεις της, και της είπαν, άλογα θα φέρουν εδώ, και βάζουμε φράχτες ασφαλείας.

Γύρισε στο σπίτι της. Άλογα είπε. Άλογα. Μα κάποιος κάποτε μούγκριζε πάνω της βρωμοκοπώντας και της έλεγε φοραδίτσα, κι από τότε μουγκρίζει η ψυχή της μα κανείς δεν την ακούει.

Μόνο αυτή και τα όνειρά της το ξέρουν.

Μόλις είχε δύσει ο ήλιος, κι είχε βγει να ποτίσει τα λουλούδια της. Το βλέμμα της στράφηκε στην ανηφόρα. Τον είδε να ανεβαίνει.

Τον είδε να κοιτάζει δεξιά κι αριστερά.

Τον είδε να σκουπίζει τα δάκρυά του. Αααα, είπε στα όνειρά της. Ετούτο δεν ήταν στα σχέδιά μας. Σας επιτρέπω να έρχεστε να μου κάνετε παρέα, αλλά μέχρι εκεί.

Εσείς τώρα ζωντανέψατε για τα καλά, και’ γω δεν το αντέχω. Κι όση ώρα τους μίλαγε εκείνος είχε πλησιάσει. Είμαι ο νέος αγοραστής της είπε.

Μάθαινα για σένα, όλον αυτόν τον καιρό που ασχολιόμουνα με την δεύτερή μου αγάπη, τα άλογα.

Η πρώτη μου, ήσουν εσύ και η τελευταία. Δεν θα σου ζητήσω τίποτα, της είπε. Μόνο να ξέρω πως αναπνέεις στο διπλανό σπίτι.

Μόνο να σε βλέπω για το υπόλοιπο της ζωής μου.

Αυτή την φορά, τρέξανε τα δικά της δάκρυα, και κείνος άπλωσε το χέρι του να της τα σκουπίσει.

Ήρεμα είπε στην ψυχή της. Ήρεμα. Έχομε δουλειά. Πρέπει να κλείσουμε το τραύμα. Πρέπει να το αγγίξουμε…να ανοίξει να μιλήσει, να ξαλαφρώσει..

Κι αν αιμορραγήσει, αν τρέξει αίμα, το χέρι του θα το μαζέψει. Όση ώρα σκεφτόταν ετούτα, τα όνειρά της γείραν πάνω του.

Εκείνος τα αγκάλιασε μαζί με κείνη.

Ώρα να ζήσω είπε. Η καρδιά μου χτυπάει ακόμα σαν τότε, κι αυτός θα με κάνει να νιώσω πως είναι η πρώτη φορά…

Ελευθερία Λάππα

Ομφαλός της γης ΙΙ

add
TAGGED:
Share This Article