Στὴν ἐπέτειο τῆς ἐκλογῆς τοῦ Πάπα Λέοντα ΙΔ΄, ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης μίλησε σὲ καθολικὴ λειτουργία στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ζήτησε τὴν ἀποκατάσταση τῆς ἑνότητας μὲ τὴν Ρωσικὴ Ἐκκλησία.
Ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος συμμετεῖχε σὲ καθολικὴ λειτουργία γιὰ τὴν πρώτη ἐπέτειο τῆς ἐκλογῆς τοῦ Πάπα Λέοντα ΙΔ΄, ἡ ὁποία πραγματοποιήθηκε στὶς 9 Μαΐου 2026, στὴν ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴν περιοχὴ Harbiye τῆς Κωνσταντινούπολης. Στὶς ὁμιλίες του, μίλησε γιὰ ἄλλη μία φορὰ γιὰ τὴν πορεία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινούπολης πρὸς τὴν πλήρη ἑνότητα μὲ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ρώμης.
«Κοιτάζοντας πίσω στὸν περασμένο χρόνο, μποροῦμε μόνο νὰ εὐχαριστήσουμε τὸν Θεὸ γιὰ τὴν ἐμβάθυνση τῆς προσέγγισης ποὺ συνεχίζει νὰ ἐμπνέει τὶς δύο Ἀδελφὲς Ἐκκλησίες μας – τὴ Ρώμη καὶ τὴν Κωνσταντινούπολη. Αὐτὴ ἡ μὴ ἀναστρέψιμη πορεία, ἡ ὁποία ξεκίνησε τὸ 1964 μὲ τὴν προφητικὴ συνάντηση τοῦ Πάπα Παύλου ΣΤ΄ καὶ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη Ἀθηναγόρα, ἔχει διαμορφώσει βαθιὰ τὸ ταξίδι τῆς συμφιλίωσης στὸ ὁποῖο συνεχίζουμε νὰ πορευόμαστε μὲ ἐλπίδα, ἐμπιστοσύνη καὶ πίστη στὸν Θεό», δήλωσε ὁ Πατριάρχης.
Σύμφωνα μὲ αὐτόν, «ἡ Σύνοδος τῆς Νίκαιας δὲν εἶναι ἁπλῶς μία ἀνάμνηση, ἀλλὰ ἕνας ὁρίζοντας: ἕνα σημεῖο πνευματικοῦ προσανατολισμοῦ, ἀπὸ τὸ ὁποῖο μπορεῖ νὰ φανεῖ ξανὰ ἡ πορεία πρὸς τὴν ἀποκατάσταση τῆς πλήρους κοινωνίας».
Ὅπως ἀνέφερε ἡ ΕΟΔ, ὁ ἐπικεφαλῆς τοῦ Φαναρίου δήλωσε ὅτι τὸ «κοινὸ δισκοπότηρο» μὲ τοὺς Καθολικοὺς εἶναι ἀναπόφευκτο. Ὁ διάλογος μεταξὺ τῶν Ὀρθοδόξων καὶ Καθολικῶν Ἐκκλησιῶν συνεχίζεται ἀπὸ τὸ 1964, ὅταν ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ἀθηναγόρας καὶ ὁ Πάπας Παῦλος ΣΤ΄ ᾖραν ἀμοιβαῖα τὰ ἀναθέματα τοῦ 1054. Ἔκτοτε, οἱ δύο πλευρὲς ἀνταλλάσσουν τακτικὰ ἀντιπροσωπεῖες καὶ πραγματοποιοῦν κοινὲς θεολογικὲς συναντήσεις.
Πηγή: HELLENISCOPE
Ὁ Νίκος Σταματάκης ὁ διαχειριστὴς τοῦ ἱστολογίου HELLENISCOPE ἔκανε τὸν ἀκόλουθον σχολιασμὸν σχετικὰ μὲ τὴν ὡς ἄνω εἴδησιν:
«Ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος δὲν εἶναι ὁ «Πάπας τῆς Ἀνατολῆς», οὔτε κατέχει καμία καθολικὴ δικαιοδοσία ἐπὶ τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν πίστευε ποτὲ σὲ ἕνα παπικὸ μοντέλο ἐξουσίας, ὅπου ἕνας ἐπίσκοπος μπορεῖ μονομερῶς νὰ δεσμεύει τὴ συνείδηση ὁλόκληρης τῆς Ἐκκλησίας ἢ νὰ διαπραγματεύεται ζητήματα δόγματος καὶ ἐκκλησιολογίας ἐκ μέρους ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων πιστῶν. Ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης εἶναι «πρῶτος μεταξὺ ἴσων» – ἕνα πρωτεῖο τιμῆς, ὄχι ὑπεροχῆς. Ὁποιαδήποτε προσπάθεια νὰ προχωρήσουμε πρὸς τὴν «πλήρη κοινωνία» μὲ τὴ Ρώμη χωρὶς τὴ συναίνεση τῶν κανονικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, τῶν ἐπισκόπων, τοῦ κλήρου, τῶν μοναχῶν καὶ τῶν πιστῶν δὲν θὰ ἦταν πράξη ἑνότητας, ἀλλὰ ἡ πιθανὴ αἰτία ἑνὸς ἀκόμη καταστροφικοῦ σχίσματος ἐντὸς τῆς ἴδιας τῆς Ὀρθοδοξίας.
Ἡ τραγικὴ ἱστορία τῶν ψευδῶν ἑνώσεων τῆς Λυὼν (1274) καὶ τῆς Φλωρεντίας (1439) ἀποτελεῖ μόνιμη προειδοποίηση γιὰ τὴν Ἐκκλησία. Καὶ στὶς δύο περιπτώσεις, οἱ ἱεράρχες ἐπιδίωξαν τὴν ἐπανένωση μὲ τὴ Ρώμη μέσῳ πολιτικῆς πίεσης καὶ θεολογικοῦ συμβιβασμοῦ, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ ἀπορρίψουν οἱ πιστοὶ Ὀρθόδοξοι, οἱ μοναχοὶ καὶ οἱ ἅγιοι αὐτὲς τὶς ἑνώσεις ὡς προδοσίες τῆς Ὀρθόδοξης Πίστης. Ἡ ἀληθινὴ ἑνότητα δὲν μπορεῖ νὰ ἔλθει μέσῳ διπλωματικῆς γλώσσας, συμβολικῶν χειρονομιῶν ἢ συναισθηματικῶν ἐκκλήσεων πρὸς τὶς «ἀδελφὲς ἐκκλησίες», ἐνῶ οἱ θεμελιώδεις δογματικὲς διαφορὲς ποὺ προκάλεσαν τὸ σχίσμα παραμένουν ἄλυτες. Ἡ Ρώμη ἐξακολουθεῖ νὰ διατηρεῖ διδασκαλίες ἄγνωστες στὴν ἀδιαίρετη Ἐκκλησία τῆς πρώτης χιλιετίας, συμπεριλαμβανομένης τῆς παπικῆς ὑπεροχῆς, τοῦ παπικοῦ ἀλάθητου, τοῦ Filioque, τοῦ καθαρτηρίου καὶ ἄλλων καινοτομιῶν μετὰ τὸ σχίσμα ποὺ ἡ Ὀρθοδοξία ἔχει ἀπορρίψει συστηματικά.
Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν ἐπιδιώκει ἐχθρότητα μὲ τοὺς Ρωμαιοκαθολικούς, οὔτε πρέπει οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ νὰ τοὺς μισοῦν ἢ νὰ τοὺς περιφρονοῦν. Προσευχόμαστε γιὰ ὅλους καὶ ἐπιθυμοῦμε τὴ σωτηρία ὅλων. Ἀλλὰ ἡ ἀγάπη χωρὶς ἀλήθεια δὲν εἶναι αὐθεντικὴ χριστιανικὴ ἑνότητα. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες δὲν δίδαξαν ποτὲ ὅτι ἡ εὐχαριστιακὴ κοινωνία θὰ μποροῦσε νὰ ὑπάρξει ξεχωριστὰ ἀπὸ τὴν ἑνότητα στὴν πίστη. Τὸ νὰ μιλᾶμε γιὰ ἕνα «ἀναπόφευκτο κοινὸ δισκοπότηρο» πρὶν ἐπιτευχθεῖ δογματικὴ συμφωνία ἀντιστρέφει τὴν ὀρθόδοξη κατανόηση τῆς ἴδιας τῆς κοινωνίας. Ἡ κοινωνία εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἑνότητας στὴν πίστη – ὄχι ἕνα ἐργαλεῖο ποὺ χρησιμοποιεῖται γιὰ τὴ δημιουργία της.
Ἐπιπλέον, κανένας πατριάρχης, συμπεριλαμβανομένου τοῦ Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, δὲν ἔχει τὴν ἐξουσία νὰ ἀλλάξει τὴν Ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία ἢ τὰ δογματικὰ ὅρια μὲ προσωπικὸ ὅραμα ἢ οἰκουμενικὸ ἐνθουσιασμό. Ἡ πίστη παραδόθηκε «τῇ ἅπαξ παραδοθείσῃ τοῖς Ἁγίοις» (Ἰούδα 1:3) καὶ ἀνήκει σὲ ὁλόκληρη τὴν Ἐκκλησία, ὄχι σὲ ἕνα ἱεράρχη ἢ σὲ ἕνα πατριαρχεῖο. Ἡ διατήρηση τῆς Ὀρθοδοξίας ἐξαρτιόταν πάντα ὄχι μόνο ἀπὸ τοὺς ἐπισκόπους, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν πληρότητα τῆς Ἐκκλησίας – κληρικούς, μοναχούς, θεολόγους καὶ πιστοὺς λαϊκούς, ποὺ στέκονται μαζὶ πιστοὶ στὴν Ἱερὰ Παράδοση. Ὁποιαδήποτε ἐπανένωση ποὺ ἀγνοεῖ αὐτὴ τὴν πραγματικότητα διακινδυνεύει νὰ διαλύσει τὴν Ὀρθοδοξία ἐσωτερικὰ πολὺ πρὶν μπορέσει ποτὲ νὰ ἰσχυριστεῖ ὅτι θεραπεύει τὸ σχίσμα μὲ τὴ Ρώμη.
Τώρα εἶναι ἡ χειρότερη δυνατὴ στιγμὴ γιὰ τὸν Πατρ. Βαρθολομαῖο νὰ κάνει τέτοιες δηλώσεις. Καθὼς ἡ Βουλγαρία, ἡ Γεωργία, ἑνώνονται μὲ τὴ Σερβία καὶ τὴ Ρουμανία σὲ διάφορα ἐπίπεδα ἀποδοκιμασίας τῆς οὐκρανικῆς «κακοκεφαλίας», καθὼς ἡ Ἀντιόχεια καὶ ἡ Ἱερουσαλήμ, μαζὶ μὲ τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς Ἑλλάδας καὶ τῆς Κύπρου, κάνουν τὸ ἴδιο καὶ καθὼς ἡ Ρωσία πρόκειται νὰ ἀποκαταστήσει (εἴτε μὲ βία εἴτε μὲ εἰρηνευτικὲς συμφωνίες) τὰ δικαιώματα τῆς UOC στὴν Οὐκρανία, τώρα δὲν εἶναι ἡ ὥρα γιὰ αὐτὸν τὸν ΑΙΡΕΤΙΖΟΝΤΑ Πατριάρχη νὰ κάνει τέτοιες δηλώσεις. Καλύτερα νὰ σιωπήσει, καθὼς περιμένει τὴν τιμωρία του ἀπὸ ψηλά…».
orthodoxostypos.gr