΄Οσιος Νήφων: Η πτώση
Σχόλιο ιστολογίου: ΄Οχι μόνο εμείς οι κοινοί θνητοί αλλά ακόμα και οι άγιοι έρχεται η στιγμή που “πέφτουν” και υποκύπτουν στα πάθη τους. Στην παρακάτω περιγραφή της “πτώσης” του οσίου Νήφωνα, σαν να αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας, τις δικές μας πτώσεις και την απελπισία που σπέρνει στις ψυχές μας ο αντίδικος, προκειμένου να μας αποτρέψει από τη μετάνοια και την εξομολόγηση και να μας δέσει μια για πάντα στο δικό του άρμα…
——————————————————————————————————-
Πέρασε καιρός. Ο Νήφων είχε προκόψει όχι μόνο στα γράμματα, μα και στην αρετή. Βλέποντας τα κατορθώματά του ο διάβολος, έγινε θηρίο. Λύσσαξε…
-Ακούς εκεί! Τόσο νέος και να μ’ αγνοεί! Έννοια σου, παλικάρι μου… Θα σε περιποιηθώ εγώ…
Και πράγματι – αλίμονο! Ο Νήφων δεν είχε πείρα στον πνευματικό πόλεμο. Κι αυτό ακριβώς ήταν που εκμεταλλεύτηκε ο πονηρός. Αλλά και κάτι ακόμα: Την αστάθεια της νιότης, που εύκολα γλιστράει στην αμαρτία…
Πρώτα λοιπόν σκόρπισε το νού του σε ανώφελες μέριμνες. Ύστερα τον έσπρωξε προς τη μέθη και τη γαστριμαργία. Τέλος έσπειρε μέσα του τη νοσταλγία των γονιών και της πατρίδας. Σπάραζε η καρδιά του στη θύμηση της μάνας και του πατέρα. Οι λογισμοί άρχισαν να τον πνίγουν. Μα που να φανταστεί πώς όλα τούτα ήταν πόλεμος δαιμονικός… Στη αρχή αντιστεκόταν γενναιόψυχα στους λογισμούς. Μα τελικά η θλίψη κι η βαρυθυμία του πλάκωσαν τελείως την καρδιά. Τον έκαναν κουρέλι.
Η γυναίκα του στρατηγού, μη βρίσκοντας άλλο τρόπο για να τον παρηγορήσει, άρχισε να τον περιποιείται υπερβολικά και να του ετοιμάζει πλούσια γεύματα, με φαγητά ποικίλα και κρασιά εκλεκτά.
Αυτό κράτησε καιρό. Ο Νήφων συνήθισε τα φαγοπότια, που εξελίχθηκαν σιγά – σιγά σε κραιπάλες.
Από τις καταχρήσεις σκοτίστηκε ο νούς του. Κι έτσι το ένα κακό έφερε το άλλο, αφού ο κατήφορος της αμαρτίας, όπως ξέρουμε, σταματημό δεν έχει: Ο σιωπηλός πρώτα και ήσυχος, έγινε τώρα αυθάδης και αθυρόστομος. Όλους τους έβριζε και τους διέσυρε με το παραμικρό. Καβγάδιζε για το τίποτα. Έβαζε σκάνδαλα κι έσπερνε διχόνοιες.
-Πώ πώ! Τι αδιάντροπος! Τι ταραξίας! Στην οικουμένη δεν έχει τον όμοιό του! Έλεγαν οι άνθρωποι, και φρόντιζαν να τον αποφεύγουν.
Τάχα για να ξεχάσει τους γονιούς και τον καϋμό της ξενιτιάς, άρχισε να συχνάζει και στα θέατρα και στα καπηλειά και στα κακόφημα νυχτερινά κέντρα. Το ξημέρωμα τον έβρισκε να πίνει, να χορεύει, να τραγουδάει, να αισχρολογεί… Μα το πιο αξιοθρήνητο ήταν, πώς έπεσε στο βούρκο των σαρκικών αμαρτημάτων. Έσμιξε με νέους ακόλαστους κι έφτασε στο σημείο να λερώνει, μαζί μ’ αυτούς, την καθαρότητα της ψυχής του, πέφτοντας σε πορνείες, μοιχείες, ακόμα και σε σοδομίες!…
Μέρα με τη μέρα σκοτιζόταν, καθώς βούλιαζε μέσα στην αμαρτία. Όλο και παρασυρόταν από τις πανουργίες του σατανά. Και όλο πιο θρασύς γινόταν. Κουβέντα δεν σήκωνε. Όποιος αποτολμούσε να του πει κάτι, δεχόταν βρισιές και χτυπήματα.
-Μά την αλήθεια, ο διάβολος κι αυτός εδώ δεν έχουν καμιά διαφορά μεταξύ τους! Έλεγαν με αγανάκτηση όσοι έβλεπαν τα καμώματά του.
Και πράγματι, τόσο πολύ κυλιόταν μες στην αμαρτία, που όλα τα δαιμόνια έτρεχαν ξοπίσω του με γέλια και χαρές. Και τόσο εφευρετικός ήταν σε κάθε είδος ασωτίας, που οι νέοι τον είχαν σαν πύλη προς την απώλεια! Σιγά – σιγά έβγαλε κακό όνομα σ’ ολόκληρη την πόλη. Οι παλιοί γνωστοί του και όλοι οι ευσεβείς χριστιανοί λυπόντουσαν με το κατάντημά του. Ένας απ ́ αυτούς, που λεγόταν Βασιλεύς, του έλεγε συχνά – πυκνά:
-Αλίνονό σου, ταλαίπωρε Νήφωνα! Έτσι που κατάντησες, είσαι ζωντανός νεκρός! Διορθώσου πια…
Μερικές φορές, όταν άκουγε τέτοια λόγια ο Νήφων, συναισθανόταν τις αμαρτίες του. Έπεφτε σε συλλογή, αναστέναζε, ξεσπούσε σε δάκρυα. Δεν μπορούσε όμως ν’ αφήσει τα πονηρά του έργα, γιατί πολύ γρήγορα η δύναμη της συνήθειας τον έσερνε στα ίδια, σαν άλογο χαλινωμένο. Και τότε η απόγνωση, το μεγαλύτερο απ’ όλα τα κακά, ερχόταν να συμπληρώσει το έργο της ψυχικής καταστροφής του νέου:
̈ Τώρα πια δεν υπάρχει για σένα μετάνοια ̈, του ψιθύριζε, ̈Κοίταξε να μη στερηθείς τουλάχιστον τα επίγεια…
Τόσο σφιχτοδεμένο κοντά του τον είχε ο διάβολος, που, όχι μόνο προσευχή δεν μπορούσε να ψελλίσει, μα ώρες – ώρες ένιωθε αβάσταχτη δυσφορία, σα να του είχαν ακουμπήσει μια βαριά πλάκα πάνω στο στήθος.
Η καλή γυναίκα του στρατηλάτη, βλέποντάς τον σε τέτοια χάλια, έκλαιγε και οδυρόταν.
-Αχ, τι έπαθα, η αμαρτωλή! Τι πειρασμός είναι τούτος που με βρήκε; Έλεγε και ξανάλεγε.
Πολλές φορές τον έπιανε με το καλό και τον συμβούλευε. Άλλοτε τον έπιανε με το άγριο, κάποτε μάλιστα τον ξυλοκοπούσε! Μα όλες της οι προσπάθειες έμεναν χωρίς αποτέλεσμα. Ο Νήφων ήταν αδιόρθωτος.
Μια φορά πήγε να δει κάποιον παλιό γνωστό του, το Νικόδημο, άνθρωπο ευσεβή και ενάρετο.
Ο Νικόδημος τον υποδέχθηκε με φανερή αγάπη.
-Ώ καλώς ώρισε ο αδελφός μου εν Κυρίω! Αναφώνησε.
-Η χάρη του Θεού να είναι μαζί σου, αποκρίθηκε ο Νήφων, κι αμέσως
σκέφτηκε πώς είχε καιρό να πει τέτοιο χαιρετισμό. Μα μόλις ο Νικόδημος ήρθε κοντά του, κοντοστάθηκε. Στήλωσε το βλέμμα πάνω του κι έμεινε να τον κοιτάζει σαν αφηρημένος για κάμποση ώρα. Ο Νήφων τα έχασε.
-Τί συμβαίνει; Τον ρώτησε αμήχανα. Γιατί με κοιτάς έτσι αμίλητος; Πρώτη φορά με βλέπεις;
Ο άλλος τότε σα να συνήλθε.
-Πίστεψέ με, αδελφέ μου, δεν ξέρω τι να πώ… Να, το πρόσωπό σου μου φαίνεται κατάμαυρο, σαν του αράπη! Πώς να το εξηγήσω;…
Ο Νικόδημος σώπασε πάλι, μα ο Νήφων κατάλαβε πολύ καλά, πώς το πλήθος των αμαρτιών του είχαν κάνει την όψη του να φαίνεται μαύρη! Συγκλονίστηκε.
Γεμάτος ντροπή και συντριβή, έκρυψε το πρόσωπό του στις παλάμες του κι έφυγε μονολογώντας: ̈Αλίμονο σ’ εμένα τον αμαρτωλό! Και σ’ αυτή τη ζωή έγινα περιγέλασμα των ανθρώπων, και στη άλλη θα καίγομαι στη γέεννα του πυρός. Ώχ ο άθλιος! Τί θα κάνω; Θα μπορέσω τάχα να μετανοήσω και να σωθώ;… Ποιός θα με βοηθήσει; Ποιός θα με βεβαιώσει πώς θα βρώ πραγματικά έλεος, αν μετανοήσω;… Μα πώς να πώ στο Θεό «ελέησον με», μετά από τόσες βρωμερές αμαρτίες, που έκανα μπροστά στα μάτια Του;.
Από το βιβλίο “΄Ενας ασκητής επίσκοπος”

Αφήστε μια απάντηση