Αμαρτωλών Σωτηρία: Περί οπτασίας ωφέλιμης κάποιου Ιωάννη. 

 

Στα χρόνια του βασιλιά Κωνσταντίνου υπήρχε κάποιος ράπτης ονόματι Ιωάννης, που ζούσε άσεμνα με τις ηδονές της σάρκας, χωρίς να σκέφτεται την αιώνια κόλαση. Ο πολυεύσπλαχνος Θεός του έδειξε μια νύχτα ένα όνειρο: ότι τελείωσε ένα ένδυμα και το πήγε στο βασιλιά και συζητούσαν και χαίρονταν. Ξαφνικά όμως ο βασιλιάς τον άρπαξε από τα μαλλιά και με ένα μαχαίρι του τα έκοβε λέγοντας, ότι μετά από τα μαλλιά θα του κόψει και το κεφάλι. ΄Οταν ένιωσε το μαχαίρι στο λαιμό του, ξύπνησε έντρομος και χάρηκε που δεν ήταν αλήθεια. ΄Ετσι έμεινε αδιόρθωτος.

Στη συνέχεια ο Θεός του έστειλε βαριά αρρώστια και του έδειξε με έκσταση οπτασία: Τον πήραν σε ένα τόπο που συνήθιζαν, να κάθονται οι κριτές, όταν επρόκειτο, να θανατώσουν κάποιον. Μπροστά του βλέπει ένα φοβερό Βασιλιά με αρχιερατική και βασιλική στολή. Δίπλα στο βασιλιά στέκονταν εκ δεξιών κάποιοι ιεροπρεπείς άνδρες ενώ εξ αριστερών κάποιοι άγριοι και άσχημοι στη θέα. Πίσω Του ήταν ένας σκοτεινός και οδυνηρός λάκκος.

Και του είπε ο Βασιλιάς: ” ΄Αραγε γνωρίζεις, ποιος είμαι Εγώ, νέε;” Και ο Ιωάννης αποκρίθηκε: `” Νομίζω, ότι είσαι ο Υιός του Θεού, ο σαρκωθείς δι ημάς, όπως λέγουν οι Γραφές.” Του λέει τότε ο Χριστός: “Και αφού με γνωρίζεις από τις Γραφές, γιατί αγνόησες την απειλή, που σε φόβισε ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος; Γιατί δε μετανόησες για τις αμαρτίες σου; Να ξέρεις, ότι Εγώ ήμουν και όχι ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, που σου έδειξα εκείνα τα φοβερά.” Και αφού είπε αυτά, έκανε νεύμα στους παρισταμένους, να τον ρίξουν σε εκείνο το φοβερό βόθρο.

Ο Ιωάννης τρομαγμένος  φώναξε δυνατά: “Παναγία Θεοτόκε, βοήθησέ με.” Και αμέσως η Παναγία παρακάλεσε το Δεσπότη, να τον ελεήσει. Και Εκείνος την άκουσε και του έδωσε καιρό, για να μετανοήσει. Αμέσως μετά ο ασθενής όχι μόνο συνήλθε αλλά έγινε και καλά από την ασθένειά του. Και πήγε και βρήκε ένα μοναχό και του διηγήθηκε όσα του είχαν συμβεί.

Και εκείνος του είπε: “Δόξαζε το Θεό και ευχαρίστησε την Παναγία που σε αξίωσε τέτοιας οράσεως. Και διόρθωσε αμέσως το βίο σου, μην την πάθεις όπως ένας άρχοντας ονόματι Γεώργιος που είδε ένας φίλος του παρόμοια οπτασία για εκείνον, ότι τον έσερναν να τον βυθίσουν στον ΄Αδη και γλύτωσε και του δόθηκε διορία είκοσι ημερών, να μετανοήσει και τον προειδοποίησε. Αλλά εκείνος έμεινε αδιόρθωτος και μετά τις είκοσι μέρες πήγε στα φοβερά εκείνα κολαστήρια. Φυλάξου λοιπόν κι εσύ αφού σώθηκες με τις πρεσβείες της Παναγίας και να της ζητάς συνεχώς, να σε αξιώσει της αιωνίου μακαριότητας.”

Και ο Ιωάννης άκουσε τη συμβουλή του μοναχού και ενθυμούμενος το φοβερό εκείνο όραμα εξομολογήθηκε, έκανε ελεημοσύνες, νηστείες και άλλες αρετές και αφού έζησε θεάρεστα, απήλθε στην αιώνια ζωή.

Αφήστε μια απάντηση