΄Ενας ασκητής επίσκοπος: Η προστασία της Παναγίας
Κάποια μέρα (ο όσιος Νήφων), καθώς αντλούσε νερό από ένα πηγάδι, γλίστρησε, από δαιμονική ενέργεια, κι άρχισε να κατρακυλάει μέσα! Θα σκοτωνόταν σίγουρα… Μα καθώς έπεφτε, κρατώντας στα χέρια κα το σταμνί, φώναξε μ’ όλη του τη δύναμη:
-Παναγία Δέσποινα, βοήθησέ με!
Την ίδια στιγμή βρέθηκε όρθιος έξω από το πηγάδι. Από τότε βεβαιώθηκε πως η Θεοτόκος τον προστάτευε παντού και πάντοτε, γι ‘ αυτό και τ’ όνομα της το άγιο δεν έλειπε από το στόμα του.
Κάποτε αρρώστησε βαριά. Ο καιρός περνούσε, μα δεν καλυτέρευε. Κι όμως, δεν απελπιζόταν και δεν βαρυγγωμούσε. Μόνο έλεγε και ξανάλεγε:
-Δόξα τω Θεώ!… Δόξα τω Θεώ!…
Στις προσευχές του πάντως καλούσε ικετευτικά την Υπεραγία Θεοτόκο σε βοήθειά του.
Ήρθε η μεγάλη εορτή της Αναστάσεως κι αυτός βρισκόταν ακόμη άρρωστος στο κρεβάτι. Πέρασε η Κυριακή των Αρτοκλασιών, πέρασε και η Κυριακή των Μυροφόρων, μα η κατάσταση του παρέμενε στάσιμη…
Έφτασε η Δευτέρα πριν η Μεσοπεντηκοστή. Ξαπλωμένος στο κρεβάτι του πόνου, δόξαζε, όπως πάντα, το Θεό. Μέσα του όμως θέριεψε ο πόθος να κοινωνήσει ανήμερα τη Μεσοπεντηκοστή. Σε μια στιγμή, λοιπόν σήκωσε ψηλά τα μάτια, αναστέναξε βαθιά και είπε:
-Κύριε ο Θεός μου,
Εσύ που κάνεις θαύματα,
Εσύ, ο μοναδικός Θεός,
σήκωσέ με από τούτη την αρρώστια,
για ν’ αξιωθώ κι εγώ να κοινωνήσω
τα άγια Σου Μυστήρια.
Γιατί πολύ το πόθησε η ψυχή μου
απ’ την άχραντη Σάρκα Σου να χορτάσει
κι απ’ το τίμιο Αίμα Σου να ξεδιψάσει.
Δυό δάκρυα κύλησαν στα μάγουλά του. Σώπασε κι αποκοιμήθηκε. Βλέπει τότε σε όνειρο δυο γυναίκες σεμνές, με ποδήρεις χιτώνες, σαν τις μυροφόρες, να πλησιάζουν στο κρεβάτι του. Η μία, που πήγαινε μπροστά, ήταν πορφυροντυμένη και κρατούσε ένα λιόκλαδο. Η άλλη που την ακολουθούσε, ήταν ντυμένη πιο απλά και βάσταγε στο ένα χέρι μπουκαλάκι με αγίασμα και στο άλλο παπύρους ποτισμένους με άγιο έλαιο. Σαν έφτασαν μπροστά του, γυρίζει η πρώτη και λέει στη δεύτερη:
-Αναστασία, κάνε τη διάγνωση. Από τί υποφέρει ο νέος;
-Αυτός, Κυρία μου, έχει αρρωστήσει εξαιτίας της γλώσσας του. Όταν ήταν καλά, η αθυροστομία και η ματαιολογία του δεν είχαν όρια. Γι’ αυτό λοιπόν τώρα, σύμφωνα με τη δικαιοκρισία του Θεού, παιδεύεται με την αρρώστια εδώ, «ίνα μη συν τω κόσμω κατακριθή» στην άλλη ζωή. Τον τιμωρεί παιδαγωγικά ο Θεός, επειδή τον αγαπάει πολύ. Εσύ όμως Κυρία μου, αν θέλεις να τον ελεήσεις, κάνε το και μην αργοπορείς.
-Ας τον πάρουμε μαζί μας, εκεί που πάμε, κι ας του μεταδώσουμε πλούσιο το έλεος του Θεού, είπε η πρώτη γυναίκα.
Η άλλη τον έπιασε από το χέρι και δεν τον άφησε, ώσπου ήρθαν σ’ έναν τεράστιο ναό, αφιερωμένο στους Αγίους Αποστόλους. Τότε λέει η πορφυροντυμένη στην άλλη:
-Βγάλε του όλα τα ρούχα και στήσε τον γυμνό μπροστά στο άγιο Βήμα.
Όταν η προσταγή της εκτελέστηκε, ξαναλέει:
-Μπές στο Ιερό και φέρε μου το ακοίμητο καντήλι, που καίει πάνω στο άγιο θυσιαστήριο.
Η γυναίκα το έκανε πρόθυμα και αυτό.
-Σήκωσε τώρα τα μανίκια σου, και άλειψέ τον με λάδι απ’ το κεφάλι ως τα πόδια.
Αμέσως εκείνη έχυσε πάνω στο Νήφωνα το λάδι του καντηλιού και το άπλωσε με τα χέρια της σ’ όλο του το σώμα. Έπειτα τον έντυσε πάλι με τα ρούχα του.
-Να, Δέσποινα μου, έκανα ό,τι με πρόσταξες
-Τούτος εδώ είναι άνθρωπος ελεημοσύνης, είπε εκείνη χαμογελώντας. Γι’ αυτό κι εμείς τον ελεήσαμε. Ας είναι από τώρα υγιής. Στράφηκε κατόπιν στο Νήφωνα και του πρόσφερε το κλαδί της ελιάς, που κρατούσε ως τότε.
-Συλλογίσου καλά την ευεργεσία, που αξιώθηκες. Ποτέ μην την ξεχάσεις. Και τούτο το κλαδί, που σου δίνω, είναι σημάδι και ένδειξη της ευεργεσίας αυτής. Σήμερα ξεχύθηκε πάνω σου το έλεος του πανάγαθου Θεού. Από τώρα θα
βρίσκεσαι σε πόλεμο. Θ’ αγωνίζεσαι εναντίον των δαιμόνων και θα τους συντρίβεις σαν το χορτάρι και τις καλαμιές.
Ο Νήφων έπεσε στα πόδια της και την προσκύνησε. Μα παρευθύς ξύπνησε… Ήταν συνεπαρμένος από το όνειρο. Η Παναγία! Και η αγία Αναστασία η Φαρμακολύτρια! Τον είχαν επισκεφθεί, σταλμένες από τον Κύριο!
Αμέσως ένιωσε θαυμάσια. Δυνατός και υγιής. Την άλλη μέρα σηκώθηκε, έφαγε με όρεξη και περπάτησε άνετα μέσα στο σπίτι. Την ημέρα της Μεσοπεντηκοστής πήγε στην εκκλησία. Ένιωθε βαθειά κατάνυξη και πνευματική θέρμη Μόλις μπήκε στο ναό, μια υπερκόσμια, άρρητη ευωδία τον τύλιξε και τον γέμισε γλυκύτητα και χαρά. Στάθηκε αντίκρυ στο Ιερό. Από τα χείλη του βγήκαν αυθόρμητα λόγια ευχαριστίας στον πανάγαθο και πολυεύσπλαχνο Θεό:
-Δοξασμένος να’ σαι, άγιε, τρισάγιε,
υπερουράνιε και παντοκράτορα Θεέ,
που μ’ άκουσες, τον αμαρτωλό,
και την υγεία μου χάρισες
του σώματος και της ψυχής.
Και τώρα, Κύριέ μου Ιησού Χριστέ
να μεταλάβω αξίωσέ με
τα φρικτά Σου και αθάνατα
και ζωοποιά μυστήρια,
για ν’ αφεθούν οι αμαρτίες μου,
να ξανανιώσει η ψυχή μου…
Έμεινε εκεί, βυθισμένος στην προσευχή, ώσπου κοινώνησε κι ένιωσε αισθητά την παρουσία του Αγίου Πνεύματος, γεμίζοντας με ουράνια γλυκύτητα.
Από το βιβλίο “΄Ενας ασκητής επίσκοπος”

Αφήστε μια απάντηση