Ο Δ. Παναγόπουλος για την προσευχή

Κάποτε σε ένα λιμάνι κατέφθασε ένα εμπορικό πλοίο. Δύο Άγγλοι ναύτες, θέλησαν να πάνε να διασκεδάσουν το βράδυ.
Ήπιαν και γλέντησαν όλο το βράδυ και τα ξημερώματα, μπήκανε μέσα στη βάρκα, για να επιστρέψουν στο πλοίο.
Πιάσανε τα κουπιά οι δυο τους και άρχισαν να κωπηλατούν.
Ξημέρωσε όμως και οι ναύτες δεν είχαν φύγει από το μουράγιο. Τους πήρανε εκεί χαμπάρι οι κάτοικοι και άρχισαν να μαζεύονται και να γελούν με το θέαμα που έβλεπαν. Αυτοί μεθυσμένοι όπως ήταν, δεν έλυσαν τη βάρκα. Η βάρκα ήταν δεμένη και αυτοί κωπηλατούσαν χωρίς να προχωράει η βάρκα.

Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και στην προσευχή. Είναι αλήθεια ότι κωπηλατούμε, ζητάμε, λέμε τις ανάγκες μας στην προσευχή μας, αλλά η αμαρτία, μας κρατάει στο μουράγιο, δεν πάει στον προορισμό της.
Θα πρέπει ο άνθρωπος να αφήσει την αμαρτία, για να μπορέσει να παρουσιαστεί στο Θεό. Δεν μπορεί ο άνθρωπος να είναι δίψυχος, να είναι έτσι και έτσι. Να εργάζεται δηλαδή την αμαρτία και να είναι και με τον Θεό.

Δημήτριος Παναγόπουλος ο Ιεροκήρυκας

Αφήστε μια απάντηση