ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ΝΗΣΤΕΙΩΝ: Γέροντος Ἀθανασίου Μυτιληναίου «ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΝΤΑΛΛΑΓΜΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ;»

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ[:Μάρκ.8,34-9,1]

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία μακαριστοῦ γέροντος Ἀθανασίου Μυτιληναίου
μὲ θέμα:
« ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΝΤΑΛΛΑΓΜΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ;»

[ἐκφωνήθηκε στὴν Ἱερὰ Μονὴ Κομνηνείου Λαρίσης στὶς 30-3-1997]

[ Β 353 ]                                                                                                     Ἔκδοσις Β΄

Σήμερα, Κυριακὴ Γ΄ νηστειῶν, ἀγαπητοί μου, ἡ ἐπιλεγομένη τῆς Σταυροπροσκυνήσεως. Ἡ Ἐκκλησία μας προβάλλει τὸν Τίμιον Σταυρὸν πρὸς προσκύνησιν. Ὁ λόγος αὐτῆς τῆς σταυροπροσκυνήσεως εἶναι πρῶτον ἡ ἐνίσχυσις τῶν πιστῶν εἰς τὸ μέσον τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς καὶ ὅπως λέγει τὸ Ὡρολόγιον ὅτι συνήθως εἰς τὸ μέσον ἑνὸς ἔργου ὑπάρχει φανερὴ πιὰ ἡ κόπωσις, ὥστε κατὰ τρόπον τέτοιον νὰ βοηθηθεῖ κανεὶς ἀπὸ αὐτὸν τὸν κάματον· βλέποντας προβαλλόμενον τὸν Τίμιον Σταυρόν. Καὶ δεύτερον, ἡ προβολὴ τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶναι τὸ σύμβολον τοῦ ἐσταυρωμένου βίου. Ὁ Χριστιανὸς πρέπει νὰ ἔχει πάντοτε ἐσταυρωμένον βίον ἂν θέλει νὰ εἶναι γνήσιος μαθητὴς τοῦ  μεγάλου διδασκάλου καὶ ἐσταυρωμένου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἐὰν αὐτὸ τὸ στοιχεῖο δὲν ὑπάρχει στὸν Χριστιανόν, τότε εἶναι παντελῶς ἀδύνατον νὰ θεωρεῖται Χριστιανός. Καὶ πρέπει τὸ στοιχεῖο αὐτὸ νὰ τὸ βιώνει. Νὰ ἔχει, δηλαδή, τὴ μετοχὴ του εἰς τὸν Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ.

Ὅμως ὅλη αὐτὴ ἡ διαδικασία, τὸ νὰ εἶναι κανεὶς ἐκεῖνος ποὺ ἔχει δεχθεῖ τὸν Σταυρὸν τοῦ Χριστοῦ καὶ εἶναι μέσα εἰς τὸν Σταυρὸν τοῦ Χριστοῦ καὶ βιώνει τὸν Σταυρὸν τοῦ Χριστοῦ, αὐτῇ ὅλῃ ἡ διαδικασία, βέβαια, δὲν εἶναι ἕνα παιχνίδι ποὺ μπορεῖς νὰ δίνεις καὶ νὰ παίρνεις, ποὺ μπορεῖς νὰ καταβάλεις καὶ νὰ ἀναιρεῖς. Εἶναι μία ὑπόθεση ἄκρως ἄκρως σοβαρή, ἐν οὐ παικτοῖς. Σὲ πράγματα μὲ τὰ ὁποῖα δὲν μποροῦμε νὰ παίζομε. Πρόκειται γιὰ τὸ κέρδισμα ἢ τὸ χάσιμο τῆς ψυχῆς, ὅπως θὰ δοῦμε στὴ συνέχεια. Γι᾿ αὐτὸ ὁ Κύριος εἶπε: «Τί γὰρ ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ;». Δηλαδή: «Τί ἔχει κανεὶς νὰ ὠφεληθεῖ, ἐὰν τὰ πάντα κερδίσει, τὸ σύμπαν ὁλόκληρο, ἀλλὰ ζημιωθεῖ ὅμως ὡς πρὸς τὴν ψυχήν του;». «Ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ;». Προσέξτε αὐτὸ τὸ σημεῖο: «Ὁ ἄνθρωπος τί ἀντάλλαγμα, ἀντάλλαγμα – σ᾿ αὐτὸ θὰ μείνω, στὸ ἀντάλλαγμα- τί ἀντάλλαγμα ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ δώσει γιὰ τὴν ψυχή του;». Σοῦ δίνω τὴν ψυχή μου καὶ μοῦ δίνεις τί; Ἀφοῦ ἡ ψυχὴ δὲν ἔχει κανένα ἀντάλλαγμα;

Γιὰ νὰ τὸ καταλάβομε, ἀγαπητοί μου, αὐτό, πόσο σοβαρὸ πρᾶγμα εἶναι, ὁ Κύριος μίλησε γι᾿ αὐτό το ἀντάλλαγμα. Καὶ γιὰ νὰ γίνει κατανοητὸ εἶπε τὴν ἀξία τῆς ψυχῆς. Ἀλλὰ ἂς δοῦμε τὰ πράγματα στὴ σειρά τους.

Ἔχει ἀξία ἡ ψυχή; Πολὺ μεγάλη ἀξία. Εἶναι τόση ἡ ἀξία της, μᾶς εἶπε ὁ Κύριος, ὅσο δὲν μπορεῖ νὰ λογαριαστεῖ καὶ νὰ ζυγιστεῖ μὲ ὅλον τὸν ὁρατὸν κτιστὸν κόσμον. Λέμε ὅτι κάποιος κατέκτησε, εἶναι κατακτητής, ἔγινε Μέγας Ἀλέξανδρος. Καὶ τί κατέκτησε ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος; Εἶναι ἐντελῶς σχετικὴ ἡ προσπάθειά του, σχετικὲς οἱ κατακτήσεις του, ὁ Μέγας Ναπολέων, τίποτε, ὅλα πολὺ σχετικά. Νὰ κατακτήσεις τὸ σύμπαν ὁλόκληρο! Ἀδύνατον! Ἔ, λοιπόν, ἡ ψυχή σου ἔχει πιὸ μεγάλη ἀξία ἀπὸ τὸ σύμπαν ὁλόκληρο καὶ δὲν δύναται νὰ ἰσοσταθμιστεῖ. Γιατί; Διότι ἡ ψυχὴ εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Ἐνῶ τὸ σύμπαν δὲν εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Οὔτε τὸ πλανητικό μας σύστημα, οὔτε ἡ γῆ μας, οὔτε ὁ ἥλιος καὶ ἡ σελήνη, τίποτε… Οὔτε οἱ ἀστέρες οἱ δυσεξαρίθμητοι. Τίποτε ἀπ’ ὅλα αὐτὰ δὲν εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ εἶναι μόνον εἰς τὸν ἄνθρωπο. Καὶ συνεπῶς ἐκεῖνο ποὺ κάνει πολὺ μεγάλο τὸν ἄνθρωπον εἶναι ὅτι εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ.

Ἔχει ἕνα ὡραῖο παράδειγμα ὁ Πασκάλ. Λέγει ὅτι ὁ ἥλιος εἶναι τρομακτικὰ μεγαλύτερος ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο. Τρομακτικὰ μεγαλύτερος. «Ὁ ἥλιος», λέει, «μὲ μία ἀκτῖνα του σὲ σκοτώνει». Καὶ μάλιστα τώρα ποὺ ἔχομε τίς ἀκτῖνες χωρὶς αὐτὸ τὸ προστατευτικὸ κάλυμμα πάνω ἀπό τὴ Γῆ καὶ μπαίνει ἡ ἀκτινοβολία τοῦ ἡλίου, ἡ λεγομένη «τρῦπα τοῦ ὄζοντος», τὸν φονεύει τὸν ἄνθρωπο. Τοῦ βγάζει καρκίνο καὶ πεθαίνει. «Ὁ ἥλιος δὲν ξέρει ὅτι σκοτώνει. Ὁ ἄνθρωπος ξέρει ὅτι πεθαίνει!». Δηλαδὴ ὁ ἄνθρωπος ἔχει συνείδησιν, γνωστικὴ συνείδηση. Ξέρει. Καὶ συνεπῶς ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀσύγκριτα ἀνώτερος καὶ ἀπὸ τὸν ἥλιον καί, ἐπαναλαμβάνω, ἀπὸ τὸ σύμπαν ὁλόκληρο.

Γιὰ νὰ πάρομε μία γεύση τῆς ἀξίας τῆς ψυχῆς, ἀρκεῖ, ἀγαπητοί μου, νὰ σκεφθοῦμε ὅτι γιὰ χάρη τοῦ ἀνθρώπου, γιὰ χάρη τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς, ἔγινε ὁ Λόγος σάρξ! Δηλαδὴ ἐνηνθρώπισε Αὐτὸς ὁ Θεὸς Λόγος. Ὅταν ὁ Κύριος εἶπε: «Τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ;». «Τί μπορεῖ νὰ δώσει ὁ ἄνθρωπος σὰν ἀντάλλαγμα;». Ἐννοοῦσε ὅτι κανένα ἀντάλλαγμα δὲν ὑπάρχει. Πλὴν ἑνός. Κι ἐδῶ εἶναι τὸ κύριο σημεῖον. Κι αὐτὸ τὸ ἕνα εἶναι ὁ Ἐνανθρωπήσας Θεὸς Λόγος. Ἔρχεται καὶ μᾶς λέει: «Δώσ᾿ μου τὴν ψυχή σου καὶ θὰ σοῦ δώσω τὸν ἑαυτό μου!». Ἄν θέλετε: «Δώσ᾿  μου τὸν θάνατό σου καὶ θὰ σοῦ δώσω τὴ ζωή μου!». Εἶναι τὸ μοναδικὸν ἀντάλλαγμα. Ἀναφορὰ τοῦ θέματος γίνεται σὲ μία εὐχὴ τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ἀγαπητοί μου, ποὺ ἀκούσαμε σήμερα.

Ἀλλά, νὰ τὸ δοῦμε κι αὐτό, τὸ τί θὰ πεῖ «ἀντάλλαγμα». Εἶναι γνωστὸ ὅτι στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἡ ἔννοια τοῦ ἀνταλλάγματος ἦταν ἡ ἑξῆς. Ὅταν ἔμελλε ὁ Θεὸς νὰ ἐξαγάγει τὸν λαό Του ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο, τότε, τὸ τελευταῖο βράδυ πρὸ τῆς ἀναχωρήσεώς των, ἔπεσε ἐπάνω στὴν Αἴγυπτο ἡ δεκάτη πληγή. Ἤτανε φοβερή! Ὅλα τὰ πρωτότοκα τῶν Αἰγυπτίων ἀπέθανον. Καὶ τὰ πρωτότοκα τῶν ζώων. Ἀπέθανον. Ὅλα! Ἐκτὸς βέβαια ἀπὸ τὰ πρωτότοκα τῶν Ἑβραίων. Ἔτσι, ὅταν ὁ Θεὸς ἔδωσε αὐτὴν τὴν πληγή, ἔδωσε καὶ μίαν ἐντολή:  Νὰ βάψουν τὰ ἀνώφλια τῶν σπιτιῶν των οἱ Ἑβραῖοι μὲ τὸ αἷμα ἑνὸς ἀρνιοῦ ποὺ θὰ ἔσφαζαν. Αὐτὸ δὲν θὰ τὸ ἔβραζαν νὰ τὸ φᾶνε, ἀλλὰ θὰ τὸ ἔψηναν. Γιατί τὸ ψητὸ γίνεται πιὸ γρήγορα ἀπὸ τὸ βραστό. Δηλαδὴ δεῖγμα γρηγοράδας. Ὅτι τὰ πράγματα δὲν περιμένουν. Ὅτι ἔπρεπε νὰ φύγουν ἐκεῖνο τὸ βράδυ. «Καὶ μάλιστα, τὰ παπούτσια σας», λέει, «θὰ τὰ κρατᾶτε στὸ χέρι». Ἔχετε δεῖ κάποιες χωριάτισσες καμιὰ φορά, ὅταν θέλουν νὰ ἀνοίξουν δρόμο νὰ τρέξουν, νὰ περπατήσουν, βγάζουν τὰ παπούτσια τους. Γιὰ τὸν ἄνθρωπο τῆς πόλεως αὐτὸ εἶναι ἀκατανόητο. Γιὰ νὰ πάρομε μία εἰκόνα. Καὶ μάλιστα νὰ βάλουν ζώνη στὴ μέση, γιατί ἦταν χιτῶνες ποδήρεις, γιὰ νὰ μὴν ἐμποδίζονται εἰς τὸ τρέξιμο.

Τὰ πράγματα λοιπὸν δὲν περίμεναν. Ἔτσι θὰ ἔπρεπε νὰ φᾶνε τὸ ἀρνὶ τὸ ψητό, νὰ φύγουν, μὲ τὸ αἷμα τοῦ ὁποίου ἔβαψαν τὰ ἀνώφλια τῶν θυρῶν των, ὥστε ὁ ἄγγελος ὁ ὀλοθρευτής, ὅταν ἔβλεπε αὐτὸ τὸ αἷμα δὲν θὰ ἔμπαινε νὰ θανατώσει τὸ πρωτότοκον τῆς οἰκογενείας, ὅπου δὲν ἔβλεπε τὸ αἷμα – καὶ αὐτὸ ἤτανε βεβαίως μόνον εἰς τὰ σπίτια τῶν Αἰγυπτίων. Προσέξτε. Αὐτὸ ἦταν ἕνα μυστικὸ ποὺ μποροῦσε νὰ κυκλοφορήσει σὲ ἕναν ὁλόκληρο λαό, χωρὶς νὰ προσβληθεῖ ἡ ἐχεμύθειά του. Σ᾿ αὐτὸ τὸ σημεῖο θὰ εἶχα πάρα πολλὰ νὰ πῶ. Προχωρῶ. Γιὰ τὸ θέμα τῆς ἐχεμυθείας. Ἐγὼ ἂν σᾶς πῶ κάτι καὶ σᾶς πῶ: «Μὴν τὸ πεῖτε πουθενά!», θὰ τὸ μάθει ὅλη ἡ Λάρισα. Ἐνῶ σᾶς εἶπα, μὴν τὸ πεῖτε πουθενά. Θὰ τὸ πεῖτε στὴ γειτόνισσα, θὰ τὸ πεῖτε στὴ φίλη σας, θὰ τὸ πεῖτε στὸν συγγενῆ σας, ἀλλὰ δὲν θὰ κρατηθεῖ μυστικό. Ἐδῶ ἔχομε μία περίπτωση διατηρήσεως ἐχεμυθείας κατὰ ἕναν καταπληκτικὸν τρόπον καὶ πρωτότυπον. Ποῦ νὰ ξέρουν οἱ Αἰγύπτιοι… ποῦ νὰ ἤξεραν οἱ Ἑβραῖοι πρῶτα πρῶτα ὅτι θὰ ἦταν μοιρασμένη ἡ περίπτωση. Τὰ πρωτότοκά τους δὲν θὰ πάθαιναν τίποτε· ἀλλὰ θὰ πάθαιναν τῶν Αἰγυπτίων τὰ πρωτότοκα. Μὲ μόνο τὸ αἷμα. Τὸ αἷμα τί θὰ ἦταν αὐτό; Ἕνα ἀντάλλαγμα!

Ὅταν ἀργότερα ἦρθαν εἰς τὴν γῆ τῆς ἐπαγγελίας οἱ Ἑβραῖοι, τότε ὁ Θεὸς λέει τὸ ἑξῆς: «Κοιτᾶξτε, Ἐγὼ γλύτωσα τὰ πρωτότοκά σας· λοιπόν, τί θὰ μοῦ δώσετε γιὰ ἐκεῖνο ποὺ Ἐγώ σᾶς ἔδωσα;». Προσέξτε. «Τί θὰ μοῦ δώσετε;». Θέλει ἀντάλλαγμα ὁ Θεός. Ἐδῶ τώρα ἡ ἔννοια τῆς ἀνταλλαγῆς. Καὶ τί; Ὅταν τὸ ἀγόρι, γιατί περὶ ἀγοριῶν ἐπρόκειτο, θὰ ἐγίνετο 40 ἡμερῶν, θὰ προσέφερε ὁ κάθε Ἑβραῖος τὸ παιδί του στὸν Θεό. Τοῦ ἀνήκει. Τοῦ ἀνήκει. Διότι εἶπε ὁ Θεός: «Μοῦ ἀνήκουν τὰ πρωτότοκα. Ἀλλὰ δὲν θὰ τὰ κρατήσω τὰ παιδιά σας. Θὰ μοῦ δώσετε ἕνα ἀντάλλαγμα. Καὶ αὐτὸ τὸ ἀντάλλαγμα θὰ εἶναι ἢ ἕνα κατσικάκι ἢ ἕνα προβατάκι ἢ ἂν εἶναι φτωχὸς ὁ ἄνθρωπος, ἕνα ζεῦγος», λέει, «τρυγόνια». «Θὰ μοῦ δώσεις καὶ θὰ σοῦ δώσω». Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τῆς ἀνταλλαγῆς. Πιστεύω τὸ κατανοήσαμε.

Ἐδῶ ὅμως τὰ πράγματα… – γι᾿ αὐτὸ καὶ στὴν Ὑπαπαντὴ ποὺ γιορτάζουμε ἐπῆγε ὁ Ἰωσὴφ ζεῦγος τρυγόνων, ποὺ ἔδειχνε βέβαια ὅτι ἤτανε πάρα πολὺ φτωχοί. Ἡ Θεοτόκος, ὁ Ἰωσὴφ ἦταν πάρα πολὺ φτωχοὶ ἄνθρωποι. Ἦταν ὅμως τύπος αὐτό. Ἦταν τύπος μιᾶς μεγάλης ἀνταλλαγῆς, ποὺ θὰ ἦταν σὲ σχέση μὲ τὴν ἁμαρτωλὴ φύση μας καὶ τὸν Ἐνανθρωπήσαντα Θεὸν Λόγον.  Δηλαδή, «Ἄνθρωπε, δώσ᾿ μου τὴν ἁμαρτωλή σου φύση καὶ θὰ σοῦ δώσω τὴν ἁγία μου φύση. Ἀνθρωπίνη. Δῶσε μου ἕνα σῶμα θνητὸν καὶ φθαρτὸν καὶ θὰ σοῦ δώσω ἕνα σῶμα ἀθάνατον καὶ ἄφθαρτον. Θὰ σοῦ δώσω τὸ Σῶμα μου καὶ τὸ Αἷμα μου καὶ μὲ τὸν τρόπον αὐτόν, διὰ τοῦ Σταυροῦ, θὰ γίνεις ἄφθαρτος καὶ ἀθάνατος». Συμφέρει αὐτὴ ἡ ἀνταλλαγή; Τί σημαίνει λοιπὸν «ἀντάλλαγμα»; Δίνω τὸ δικό μου καὶ παίρνω τὸ δικό σου. Ἔξυπνο δὲν εἶναι; Συμφέρον δὲν εἶναι; Ὅμως προϋποθέτει πίστιν. Ἐὰν δὲν τὸ πιστέψεις, μένεις χωρὶς αὐτὴν τὴν ἀνταλλαγή. Δὲν εἶναι ὅμως μία ἀγοραπωλησία. Σημείωσατέ το. Ἀλλὰ μία ἀνταλλαγὴ κάποιων ποσῶν, κάποιων πραγμάτων. Τὸ ποσὸν τῆς ὑπάρξεώς μου, τὸ ποσὸν τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως τοῦ Χριστοῦ.

Εἴπαμε ὅτι ἡ ψυχὴ δὲν ἔχει ἀντάλλαγμα γιὰ τίποτα. Γιατί τίποτα δὲν εἶναι ἀνώτερό της. Πλὴν τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, ἀνθρωπίνης, ὄχι τῆς θείας, τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου. Ἔτσι ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς καὶ παίρνει ὅ,τι ἔχομε καὶ μᾶς δίνει ὅ,τι ἔχει. Διὰ τοῦ Σταυροῦ. Θαυμάσια φαίνεται αὐτό, ἀγαπητοί μου, εἰς τὴν Θείαν Λειτουργίαν ποὺ σᾶς εἶπα, δίνομε τὸ ψωμί μας καὶ τὸ κρασί μας καὶ παίρνομε τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Ἀνταλλαγὴ εἶναι αὐτό. Τοῦ δίνομε, μᾶς δίνει. Λέγει ὁ Μέγας Ἀθανάσιος: «Τὸ τίμιον αἷμα τοῦ Χριστοῦ, τὸ ἀντάλλαγμα τῆς ὑπὲρ τοῦ κόσμου ζωῆς». Γιὰ τὴ ζωὴ τοῦ κόσμου εἶναι τὸ ἀντάλλαγμα. Τοῦ δίνομε – θὰ τὸ πῶ, δὲν πειράζει ἂν ἐπαναλαμβάνω- τὴ θνητότητά μας καὶ τὴ φθαρτότητά μας καὶ μᾶς δίνει τὴν ἀθανασία καὶ τὴν ἀφθαρσία. Καὶ συνεχίζει ὁ Μέγας Ἀθανάσιος καὶ λέγει:  «Οὐχ οἷον τε ἦν ἕτερον ἀνθ᾿ ἑτέρου ἀντιδοῦναι λύτρον -Αὐτὸ εἶναι τὸ λύτρον, ἡ ἔννοια τοῦ λύτρου- ἀλλὰ σῶμα ἀντὶ σώματος καὶ ψυχὴν ἀντὶ ψυχῆς δέδωκεν». Γιατί ὁ Χριστὸς εἶχε καὶ ψυχὴ ἀνθρωπίνη. Δὲν ἤτανε σῶμα καὶ Θεὸς Λόγος. Ἀλλὰ ἦταν Θεὸς Λόγος ἑνωμένος μὲ τὴν ἀνθρωπίνη φύση. Καὶ ἐννοοῦμε «ἀνθρωπίνη φύση», τέλειον σῶμα καὶ τελείαν ψυχήν. Μᾶς δίνει λοιπὸν τὸ σῶμα Του καὶ παίρνει τὸ δικό μας. Μᾶς δίνει τὴν ψυχή Του καὶ τὴν ἀνθρωπίνη καὶ παίρνει τὴ δική μας. Ἕνα λοιπὸν ἀντάλλαγμα εἶναι τὸ συμφέρον, ποὺ δὲν εἶναι τίποτα πιὸ πάνω παρὰ μόνον αὐτό, τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἀνθρωπίνη φύσις τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

«Καὶ τελείαν ὕπαρξιν -συνεχίζει- ὑπὲρ ὅλου τοῦ κόσμου. Τουτέστιν, τὸ ἀντάλλαγμα τοῦ Χριστοῦ». Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀντάλλαγμα τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστὸς δὲν ἔδωσε λύτρον στὸν Θεὸ Πατέρα, ὅπως θέλουν νὰ πιστεύουν καὶ νὰ λένε οἱ Δυτικοί, στὴ δυτικὴ θεολογία. Δὲν ἔδωσε λύτρο στὸν Θεὸ Πατέρα. Πολὺ περισσότερο, δὲν ἔδωσε λύτρο στὸν διάβολο. Γιατί καὶ αὐτὸ λέγεται. Ὅτι ἔδωσε λύτρο εἰς τὸν διάβολο. Γιὰ νὰ μᾶς ἐξαγοράσει. Ὄχι. Ἡ ἔννοια τοῦ λύτρου εἶναι ἡ ἔννοια τῆς ἀνταλλαγῆς, τοῦ ἀνταλλάγματος. Ὅπως λέει ὁ Μέγας Βασίλειος -σήμερα τὸ ἀκούσαμε, ξέρετε, αὐτὲς τίς πέντε Κυριακὲς ἔχομε τὴ Λειτουργία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, Κυριακὲς τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς-: «Ἔδωκεν ἑαυτὸν ἀντάλλαγμα τῷ θανάτῳ, ἐν ᾧ κατειχόμεθα». «Πῆρε ὅ,τι μᾶς ἀνῆκε, Τοῦ τὰ δώσαμε ἐμεῖς αὐτὰ καὶ μᾶς ἔδωσε ἐκεῖνα ποὺ Τοῦ ἀνήκουν». Ἔτσι μᾶς δίνει ὅ,τι εἶναι καὶ παίρνει ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ ὅ,τι εἴμεθα. Μᾶς δίνει τὴ ζωή Του καὶ παίρνει τὸν δικό μας θάνατο. «Δούς -λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης- ἑαυτὸν ἀντάλλαγμα τοῦ σοῦ θανάτου». «Σοῦ παίρνει τὸν θάνατο. Καὶ σοῦ δίνει τὴ ζωή». Ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ ἔπρεπε νὰ ἀνεβεῖ ἡ ἀνθρωπότητα κανονικὰ καὶ νὰ πληρώσει τίς ἁμαρτίες της. Ἀλλὰ ἀντὶ τῆς ἀνθρωπότητος ἀνέβηκε Ἐκεῖνος. «Λάβητε ἀντάλλαγμα τοῦ πεπτωκότος τὸν Χριστόν», λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος. Ὅταν ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης γράφει ὅτι «ὁ Πατὴρ ἔδωκε τὸν Υἱόν», αὐτὸ τὸ «ἔδωκε» σημαίνει αὐτὸ τὸ μυστηριῶδες καὶ θεοπρεπὲς ἀντάλλαγμα. Σοῦ δίνω, μοῦ δίνεις. Ἢ καλύτερα, μοῦ δίνεις, σοῦ δίνω. Σ᾿ αὐτὴν τὴν τάξη. Καὶ σημειώνει ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας: «Τὸν ἴδιον Υἱὸν τῆς ἁπάντων ἡμῶν σωτηρίας ἀντάλλαγμα δέδωκεν ὁ Πατήρ». Καὶ τὸ ἀξιοθαύμαστον τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο συνεπῶς εἶναι αὐτὴ ἡ ἀνταλλαγή.

Ὁ Κύριος ἀκόμη μίλησε, ἀγαπητοί μου, περὶ ἀπωλείας τῆς ψυχῆς. Ὅτι μπορεῖς νὰ χάσεις τὴν ψυχή σου. Ἢ περὶ ἀνταλλάγματος τῆς ψυχῆς. Πότε ὅμως χάνεται ἡ ψυχή; Δηλαδὴ πότε χωρίζεται ἀπὸ τὸν Θεό; Γιατί ἡ ψυχὴ καθ᾿ ἑαυτὴν εἶναι ἀθάνατη. Δὲν χάνεται. Ἀδύνατον. Δὲν χάνεται. Γιατί δὲν θέλει ὁ Θεὸς νὰ χαθεῖ. Δηλαδὴ νὰ γυρίσει στὸ μηδέν. Ἢ νὰ μετασχηματιστεῖ σὲ κάτι ἄλλο. Ἀδύνατον. Γιατί ἔτσι τὸ θέλει ὁ Θεός. Δὲν εἶναι ἡ ψυχὴ ἐκ φύσεως ἀθάνατη, ὅπως ἔλεγαν οἱ Πλατωνικοί, ἢ ὁ ἀρχαῖος κόσμος, οἱ φιλόσοφοι. Δὲν εἶναι ἐκ φύσεως ἀθάνατη. Καὶ μάλιστα ὁ Πλάτων στηρίζεται ἐπάνω στὴ λογικότητα τῆς ψυχῆς, γιὰ νὰ ὑποστηρίξει τὴν ἀθανασία τῆς ψυχῆς. Λάθος. Λάθος! Ἡ λογικότητα εἶναι ἁπλῶς μία ἰδιότητα τῆς ψυχῆς. Θέλει ὁ Θεὸς ἡ ψυχὴ νὰ εἶναι ἀθάνατη. Εἶναι μόνο ὁ Θεὸς ἀθάνατος ἐκ τῆς φύσεώς Του. Λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «ὁ μόνος ἔχων ἀθανασίαν, φῶς οἰκῶν ἀπρόσιτον», κ.τ.λ. κ.τ.λ. Ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι κτιστά. Καὶ ὅ,τι εἶναι κτιστό, δὲν μπορεῖ νὰ μένει, παρὰ μόνο ἐὰν ὁ Θεὸς θέλει νὰ μένει.

Ἔτσι τί θὰ πεῖ ἐδῶ «ἀπώλεια τῆς ψυχῆς», ὅτι ἡ ψυχὴ χάνεται; Ὅτι ἁπλῶς χωρίζεται ἀπὸ τὸν Θεό. Ὅταν ἁμαρτάνει καὶ προπαντὸς ὅταν ἀθετεῖ τὸν Θεὸν καὶ Τὸν ἀρνεῖται. Τότε «χάνεται». Τὸ «χάνεται», ἐντὸς εἰσαγωγικῶν. Ἔχει τὴν αἰωνία κόλαση. Οὔτε οἱ δαίμονες θὰ χαθοῦν. Οὔτε οἱ ἁμαρτωλὲς ψυχὲς θὰ χαθοῦν. Τίποτα δὲν χάνεται. Λέγει ἕνας πατήρ: «Μὴ γὰρ ἑτέραν ἔχεις ψυχὴν ἀντὶ ψυχῆς δοῦναι;(:Μπά! Μήπως ἔχεις κάποια ἄλλη ψυχὴ στὴν ἀποθήκη, γιὰ νὰ χάσεις αὐτή, ὥστε νά ᾿χεῖς ἐκείνη τὴν ἐφεδρικὴν ψυχήν;)– Δὲν ἔχομε ἐφεδρικὴ ψυχήν, ἀγαπητοί- Χρήματα γὰρ ἢ οἰκία ἢ ἀνδράποδα δύνασαι ἀνταλλάξασθαι (:Τὰ πάντα μπορεῖς νὰ ἀνταλλάξεις. Καὶ σπίτι καί… – «ἀνδράποδα» εἶναι οἱ ἄνθρωποι οἱ δοῦλοι) ψυχὴν δὲ ἀπολεῖς; (:Ἔχασες τὴν ψυχὴν σου;) ἑτέραν ἀποδοῦναι οὐ δυνήσει ψυχήν (:Δὲν μπορεῖς νὰ δώσεις ἄλλη ψυχή. Τελείωσε. Μία καὶ μοναδική)». Καὶ προσθέτει ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι θαυμαστὸ μόνον γιὰ τὴν ψυχὴ ἀλλὰ εἶναι καὶ γιὰ τὸ σῶμα. Καὶ γιὰ τὸ σῶμα. Κι αὐτό, ἀφοῦ θὰ ἀναστηθεῖ; Μύρια διαδήματα καὶ ἂν φοράς, στέμματα, ἔχεις ὅμως ἄρρωστο σῶμα, μὲ τί μπορεῖς νὰ ἀνταλλάξεις αὐτὸ μὲ ἕνα γερὸ σῶμα; Μπορεῖς; «Εἷς μόνον -λέγει ἕνας ἐκκλησιαστικὸς συγγραφεύς- δεδύνηται δοῦναι ἀνταλλάγματα τῆς ἀπολλυμένης πρότερον ψυχῆς ἡμῶν• ὁ ὀνησάμενος ἡμᾶς τῷ ἑαυτοῦ τιμίῳ αἵματι». «Ἕνας μόνον μπορεῖ νὰ δώσει ἀντάλλαγμα. Αὐτὸς ὁ Ὁποῖος ἔδωσε τὸ αἷμα Του γιά μᾶς».

Ἀλλὰ καὶ τὸ σῶμα θὰ γίνει ἄφθαρτο καὶ ἀθάνατο. Μὴν τὸ ξεχνοῦμε. Ἔδωσε τὸ Σῶμα Του ὁ Χριστός, γιὰ νὰ πάρομε ἄφθαρτο καὶ ἀθάνατο σῶμα. Ἔδωσε τὴν ψυχή Του τὴν ἀνθρωπίνη ὁ Χριστός, γιὰ νὰ πάρομε την αἰωνία ἕνωση μετὰ τοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ἐάν, λοιπόν, δὲν ὑπάρχει ἀντάλλαγμα τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς παρὰ μόνον ὁ Ἰησοῦς Χριστός, τότε ἂν κανεὶς ἀρνεῖται τὸν Ἰησοῦν Χριστόν, μὲ τί θὰ ἀνταλλάξει τὴν ψυχή του καὶ νὰ μείνει στὴν αἰωνιότητα; Δὲν ὑπάρχει…

Λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἕναν φοβερὸν καὶ συνεπέστατον λόγον. Λίγο θὰ σᾶς μεταφράζω· εἶναι στὴν πρὸς Ἑβραίους. «Ἑκουσίως γὰρ ἁμαρτανόντων ἡμῶν μετὰ τὸ λαβεῖν τὴν ἐπίγνωσιν τῆς ἀληθείας (: Ἄν κανείς -λέγει-  συνεχίζει νὰ ἁμαρτάνει, μετὰ ἀπὸ τὴν ἐπίγνωση τῆς ἀληθείας) οὐκέτι περὶ ἁμαρτιῶν ἀπολείπεται θυσία (:δὲν ὑπάρχει ἄλλη θυσία περὶ ἁμαρτιῶν σου. Εἶναι μία ἡ θυσία. Τοῦ Χριστοῦ. Κάπου Τὸν ἀρνεῖσαι ὅμως τὸν Χριστὸν) φοβερὰ δὲ τίς ἐκδοχὴ κρίσεως καὶ πυρὸς ζῆλος ἐσθίειν μέλλοντος τοὺς ὑπεναντίους – «πυρὸς ζῆλος»: ἡ αἰωνία κόλασις- . Ἀθετήσας τίς νόμον Μωυσέως χωρὶς οἰκτιρμῶν ἐπὶ δυσὶν ἢ τρισὶ μάρτυσι ἀποθνήσκει -ἀδυσώπητος ὁ μωσαϊκὸς νόμος. Ἐνώπιον δύο ἢ τριῶν μαρτύρων ἔκανες κάτι; Θὰ πεθάνεις!-· πόσῳ δοκεῖτε χείρονος ἀξιωθήσεται τιμωρίας ὁ τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ καταπατήσας καὶ τὸ αἷμα τῆς διαθήκης κοινὸν ἡγησάμενος (:πόσο χειρότερα λοιπὸν θὰ τιμωρηθεῖ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θεώρησε τὸ Αἷμα τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ… τὸ κατεπάτησε καί… – ἀκοῦτε– τὸ θεώρησε κοινόν; «Ἔ, τί εἶναι τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ; Ὅπως εἶναι τὸ αἷμα κάθε ἀνθρώπου, ὅπως εἶναι τὸ αἷμα κάθε ζώου». Τί εἶναι; Τὸ θεωρεῖς κοινόν…) ἐν ᾧ ἡγιάσθη, καὶ τὸ Πνεῦμα τῆς χάριτος ἐνυβρίσας; (:μὲ τὸ ὁποῖον Αἷμα τοῦ Χριστοῦ ἁγιάστηκε καὶ τὸ Πνεῦμα τῆς χάριτος τώρα τὸ ἐνυβρίζει;). Φοβερὸν τὸ ἐμπεσεῖν εἰς χεῖρας Θεοῦ ζῶντος». «Φοβερὸ πρᾶγμα», λέγει, «νὰ πέσει κανεὶς στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος». Εἶναι στὸ δέκατο κεφάλαιο πρὸς Ἑβραίους. Δηλαδή, βαφτίστηκες, γνώρισες τὴν Ἀλήθεια, τὴν γνώρισες, τὴν ἔζησες, τὴν ἀρνήθηκες, τὴν κλώτσησες. Νὰ ξαναγυρίσεις πίσω; Χμμ…

Ἀκόμη λέγει: «Ἀδύνατον τοὺς ἅπαξ φωτισθέντας γευσαμένους τε τῆς δωρεᾶς τῆς ἐπουρανίου καὶ μετόχους γενηθέντας Πνεύματος ἁγίου…καί παραπεσόντας (:ἐκεῖνοι ποὺ γεύτηκαν – λέει- τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον κ.λπ. κ.λπ. κ.λπ. καὶ ἀφοῦ παρέπεσαν) πάλιν ἀνακαινίζειν εἰς μετάνοιαν»Τί λέγει; Ἀδύνατον! Εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀνακαινισθεῖς εἰς μετάνοιαν. Τυπικὸ παράδειγμα ἔχομε τοὺς δαίμονες. Γι᾿ αὐτὸ δὲν μποροῦν νὰ μετανοήσουν. Εἶναι ἀδύνατον. Ἐὰν οἱ ἅγιοι ἄγγελοι ἐστερεώθησαν μὲ τὴν Ἐνανθρώπηση καὶ τὴ θυσία τοῦ Χριστοῦ, δὲν εἶναι τώρα ὥρα νὰ σᾶς πῶ γιατί, στερεώθηκε ἡ ἁγιότητά τους, δὲν μποροῦν πλέον νὰ μετακινηθοῦν οἱ ἅγιοι ἄγγελοι, τὸ ἴδιο δὲν μποροῦν νὰ μετακινηθοῦν καὶ οἱ δαίμονες. Νὰ φύγουν, δηλαδή, ἀπὸ τὴν ἁμαρτωλή τους κατάσταση. Ἀγαπητοί μου, νὰ μᾶς ἐλεήσει ὁ Θεός.

Βλέπομε λοιπὸν καθαρά, ἀγαπητοί, ὅτι ἡ ψυχὴ εἶναι ἀνεκτίμητη. Καὶ τίποτα δὲν μπορεῖ νὰ τὴν ἀντικαταστήσει καὶ νὰ τὴν ἀνταλλάξει, παρὰ μόνον ὁ Χριστός. «Ἄνθρωπε, δῶσε μου τὴν ζωή σου καὶ θὰ σοῦ δώσω τὴ δική μου! Ἄνθρωπε, δῶσε μου τὸ σῶμα σου καὶ θὰ σοῦ δώσω τὸ δικό μου. Ἄνθρωπε, δῶσε μου τὴν ψυχή σου καὶ θὰ σοῦ δώσω τὴ δική μου».

Ἄν ὅμως τὸν Χριστὸν ἀθετήσομε μετὰ τὸ βάπτισμά μας, τότε τὴν ἁμαρτωλή μας ψυχὴ μὲ τί θὰ τὴν ἀνταλλάξομε; Πρόκειται περὶ ὁριστικῆς ἀπωλείας. Σοβαρὰ πράγματα. Γι᾿ αὐτὸ ἂς φοβηθοῦμε τὸν δυνάμενον νὰ μᾶς ἀπολέσει. Καὶ ἂς ἀκούσομε ἄλλη μία φορὰ τὰ λόγια Του τὰ βαρυσήμαντα: «Τί γὰρ ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ; Ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ;».

ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ
καὶ μὲ ἀπροσμέτρητη εὐγνωμοσύνη στὸν πνευματικό μας καθοδηγητή
μακαριστὸ γέροντα Ἀθανάσιο Μυτιληναῖο,

μεταφορὰ τῆς ἀπομαγνητοφωνημένης ὁμιλίας σὲ ἠλεκτρονικὸ κείμενο καὶ ἐπιμέλεια:
Ἑλένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ethnegersis.blogspot.com

Αφήστε μια απάντηση