Το πραγματικό κόστος της γεωργίας Rockefeller και η Νέα Ατζέντα για τα τρόφιμα (Μέρος 2ο)

Μετάφραση: Απολλόδωρος


Τίτλος αρχικού άρθρου: «Το Καρτέλ της Γεωργίας – Βαμβάκι, Στρατόπεδα Συγκέντρωσης και Συνωμοσίες»

Συνέχεια από το πρώτο μέρος.


Στο Μέρος 1 («Το πραγματικό κόστος της γεωργίας Ροκφέλερ και η νέα ατζέντα για τα τρόφιμα, Μέρος1ο»), εξετάσαμε μια πρόσφατη έκθεση του Rockefeller που ζητούσε «μετασχηματιστική αλλαγή» στην παραγωγή τροφίμων. Στο μέρος 2, θα εξετάσουμε την ιστορία των σύγχρονων αγροτικών επιχειρήσεων, το σχέδιο του Bill Gates να συγκεντρώσει τον έλεγχο της παγκόσμιας προμήθειας σπόρων και την απειλή της ερήμωσης που θέτει η τεχνολογία γονιδιακής οδήγησης.

Κάθε μέρα καταναλώνουμε τρόφιμα που καλλιεργούνται με τα τοξικά χημικά που παράγουν οι παγκόσμιοι αγροτικοί όμιλοι, οι οποίοι, όπως και οι φαρμακευτικοί συμπατριώτες τους, μπορούν να περιγραφούν ως κερδοσκοπικά τερατουργήματα, που γνωρίζουν καλά την τέχνη της θανάτωσης. Όπως εξηγεί η Dr. Vandana Shiva στο βιβλίο της «Oneness vs the 1%», η αγροχημική βιομηχανία που γνωρίζουμε σήμερα δεν είναι τίποτα περισσότερο από τη συνέχεια των τοξικών εργαλείων και δηλητηρίων από τα εργαστήρια της IG Farben μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο.

«Πριν από έναν αιώνα, το χρήμα και το πετρέλαιο των ληστρικών βαρόνων ενώθηκαν με τα οικονομικά και τις τοξικές τεχνολογίες από τα εργαστήρια της IG Farben για να σχηματίσουν το Τοξικό Καρτέλ που εξέλιξε τα εργαλεία της δολοφονίας. Έτσι ξεκίνησε ένας αιώνας οικοκτονίας και γενοκτονίας μέσω δηλητηρίων και τοξικών χημικών ουσιών. Τα χημικά που αναπτύχθηκαν για να σκοτώνουν ανθρώπους στα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Χίτλερ κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου έγιναν τα αγροχημικά για τη βιομηχανική γεωργία όταν τελείωσε ο πόλεμος. Αυτή η βιομηχανική γεωργία στη συνέχεια επιβλήθηκε στους ανθρώπους παντού»[1].

Η Interessengemeinschaft Farbenindustrie AG, ευρύτερα γνωστή ως IG Farben, ήταν ένας γερμανικός χημικός και φαρμακευτικός κολοσσός που ιδρύθηκε το 1925. Η IG Farben προέκυψε από τη συγχώνευση 6 ξεχωριστών χημικών εταιρειών – BASF, Bayer, Hoechst, Agfa, Chemische Fabrik Griesheim-Elektron και Chemische Fabrik vorm.

Δύο χρόνια αργότερα, το 1927, η IG Farben συνεργάστηκε με την Standard Oil (μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες διύλισης πετρελαίου στον κόσμο, που ιδρύθηκε από τον John D. Rockefeller) για να ανταλλάξουν πατέντες και να κυριαρχήσουν στις οικονομίες και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Η Standard Oil έστειλε στην IG Farben τις πατέντες της σχετικά με τη διαδικασία υδρογόνωσης του άνθρακα και η IG Farben ανταπέδωσε προσφέροντας τις δικές της πατέντες σχετικά με τη διαδικασία παραγωγής συνθετικού καουτσούκ.

Μερικά χρόνια μετά τη συνεργασία της με την Standard Oil, η IG Farben βοήθησε στην ίδρυση του στρατοπέδου συγκέντρωσης του Άουσβιτς, όπου χρησιμοποιούσε Εβραίους κρατούμενους ως σκλάβους για την παραγωγή συνθετικού καουτσούκ και υγρών καυσίμων. Στο τέλος του πολέμου, το Πολεμικό Ποινικό Δικαστήριο της Νυρεμβέργης καταδίκασε 24 στελέχη της IG Farben για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, συμπεριλαμβανομένων των μαζικών δολοφονιών και της δουλείας. Ωστόσο, οι περισσότεροι από αυτούς αφέθηκαν ελεύθεροι μέσα σε 2-6 χρόνια και άρχισαν αμέσως να συμβουλεύουν αμερικανικές εταιρείες αγροτεχνολογίας.

Η IG Farben και οι συνεργαζόμενες εταιρείες της, στις οποίες περιλαμβανόταν και η Bayer, ήταν οι προμηθευτές του Χίτλερ για το Zyklon-B, ένα φυτοφάρμακο με βάση το κυάνιο που χρησιμοποιήθηκε για τη δολοφονία των Εβραίων στα στρατόπεδα εξόντωσης. Το 1948, το μεγάλο στέλεχος της IG Farben και μέλος του ναζιστικού κόμματος, Fritz ter Meer, καταδικάστηκε για «μαζική δολοφονία και υποδούλωση» και καταδικάστηκε σε 7 χρόνια φυλάκιση. Μετά την πρόωρη αποφυλάκισή του το 1950, έγινε πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Bayer, μια θέση που κατείχε μέχρι το 1964. Αυτό που σήμερα ονομάζεται «Bayer Science & Education Foundation», μια πρωτοβουλία που απονέμει υποτροφίες σε φοιτητές χημείας, δημιουργήθηκε αρχικά προς τιμήν του ter Meer.

Μετά τη συγχώνευση με τη Monsanto σε μια συμφωνία ύψους 62 δισεκατομμυρίων δολαρίων, η Bayer έγινε η μεγαλύτερη αγροχημική εταιρεία στον κόσμο (Η εξαγορά χρηματοδοτήθηκε από τους Ευρωπαίους φορολογούμενους χωρίς καν να το γνωρίζουν).

Η Monsanto, ένας αμερικανικός γίγαντας αγροχημικών προϊόντων και μαζικός παραγωγός γενετικά τροποποιημένων καλλιεργειών, ιδρύθηκε το 1901 από τον John Francis Queeny. Το πρώτο προϊόν της εταιρείας ήταν η τεχνητή γλυκαντική ουσία, η σακχαρίνη, την οποία πούλησε στην Coco-Cola. Το 1977, ο FDA πρότεινε τον περιορισμό της χρήσης της σακχαρίνης λόγω έρευνας που έδειχνε ότι η κατανάλωσή της σχετιζόταν με αυξημένο κίνδυνο καρκίνου, κυρίως της ουροδόχου κύστης. Η σακχαρίνη δεν σχετίζεται μόνο με αυξημένο κίνδυνο καρκίνου, αλλά οι τεχνητές γλυκαντικές ουσίες κάθε είδους έχουν συνδεθεί με αυξημένα ποσοστά διαβήτη, παχυσαρκίας, εντερικής δυσβολίας καθώς και με επιτάχυνση της αθηροσκλήρωσης και της γήρανσης.

Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η Monsanto συνέβαλε στην έρευνα για το σχέδιο Μανχάταν, το οποίο τελικά θα οδηγούσε στη δημιουργία των ατομικών βομβών που χρησιμοποιήθηκαν για τη δολοφονία χιλιάδων αθώων ανθρώπων στην Ιαπωνία.

Περίπου την ίδια εποχή, η Monsanto έγινε ένας από τους κορυφαίους κατασκευαστές πολυστυρενίου – ενός συνθετικού, μη βιοδιασπώμενου πλαστικού, η παραγωγή του οποίου παράγει τεράστιες ποσότητες επικίνδυνων αποβλήτων. Επιπλέον, το στυρένιο έχει συνδεθεί με δυσμενείς επιπτώσεις στην υγεία των ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένου του καρκίνου. Το μόριο του στυρενίου μεταβολίζεται σε οξείδιο του στυρενίου, ένα εξαιρετικά αντιδραστικό (και τοξικό) εποξείδιο που μπορεί να αλληλεπιδράσει με το DNA, προκαλώντας επιβλαβείς μεταλλάξεις.

Η Monsanto ήταν επίσης γνωστή για την παραγωγή του DDT, ενός εξαιρετικά τοξικού εντομοκτόνου που έπαιξε σοβαρό ρόλο στις επιδημίες πολιομυελίτιδας του 20ού αιώνα. Παρά την πολυετή προπαγάνδα της Monsanto, που επέμενε ότι το DDT ήταν απολύτως ασφαλές, μέχρι το 1972 οι έρευνες που έδειχναν την τοξικότητά του είχαν φτάσει στο σημείο να απαγορευτεί σε όλες τις ΗΠΑ. Αλλά αυτό δεν απέτρεψε τη Monsanto από το στόχο της να δηλητηριάσει τον κόσμο, καθώς, στη δεκαετία του 1960, έγινε ένας από τους κύριους παραγωγούς του Agent Orange, ενός ζιζανιοκτόνου που χρησιμοποιήθηκε για χημικό πόλεμο κατά τη διάρκεια του πολέμου του Βιετνάμ.

Κατά τη διάρκεια του 10ετούς αεροπορικού βομβαρδισμού που είδε γαλόνια Age Orange να πέφτουν βροχή από τον ουρανό του Βιετνάμ, εκατομμύρια αθώοι άνθρωποι δηλητηριάστηκαν σοβαρά, με αποτέλεσμα θανάτους, αναπηρίες, γενετικές ανωμαλίες και εκτεταμένη, μη αναστρέψιμη περιβαλλοντική καταστροφή. Η δισχιδής ράχη, η εγκεφαλική παράλυση, τα ελλείποντα ή παραμορφωμένα άκρα και οι διανοητικές αναπηρίες ήταν μερικές από τις σοβαρές γενετικές ανωμαλίες που προκάλεσε το Agent Orange και οι οποίες επηρεάζουν ακόμη και σήμερα τα παιδιά του Βιετνάμ. Το Agent Orange είναι επίσης υπεύθυνο για τη θανάτωση περίπου 300.000 βετεράνων των ΗΠΑ.

Σήμερα, οι περισσότεροι άνθρωποι γνωρίζουν τη Monsanto ως παραγωγό της γλυφοσάτης (το ενεργό συστατικό του «Roundup», ενός εξαιρετικά τοξικού ζιζανιοκτόνου που προωθείται έντονα σε όλο τον κόσμο). Η γλυφοσάτη έχει ενοχοποιηθεί για την αύξηση των τροφικών αλλεργιών, συμπεριλαμβανομένης της «κοιλιοκάκης», μιας σοβαρής δυσανεξίας στη γλουτένη που προκαλεί δερματικά εξανθήματα, δυσβίωση του εντέρου, ναυτία, διάρροια και κατάθλιψη.

Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι δεν έχουν διεξαχθεί σχεδόν καθόλου μελέτες στις ΗΠΑ, τον μεγαλύτερο καταναλωτή γενετικά τροποποιημένων τροφών (οι Αμερικανοί τρώνε το σωματικό τους βάρος σε γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς κάθε χρόνο), για την αξιολόγηση των επιπέδων γλυφοσάτης στο ανθρώπινο αίμα ή στα ούρα. Ωστόσο, σε μια μεγάλη μελέτη στην Ευρώπη βρέθηκαν ποσοτικά προσδιορίσιμα επίπεδα γλυφοσάτης στα ούρα σχεδόν των μισών συμμετεχόντων, οι οποίοι ήταν όλοι κάτοικοι πόλεων που θα μπορούσαν να έχουν εκτεθεί στη γλυφοσάτη μόνο μέσω της κατανάλωσης τροφίμων.

Η συγχώνευση της Bayer και της Monsanto έγινε παράλληλα με τη συγχώνευση της Dow Chemical και της Dupont, καθώς και της Syngenta και της ChemChina. Αυτές οι συγχωνεύσεις τοποθέτησαν τη συντριπτική πλειοψηφία της παγκόσμιας γεωργικής βιομηχανίας στα χέρια τριών μόνο εταιρειών. Μέσω αυτών των διαφόρων συγχωνεύσεων και εξαγορών, η βιομηχανία βιοτεχνολογίας έχει γίνει μια σύγχρονη IG Farben – λειτουργώντας ως ένα μοναδικό παγκόσμιο χημικό-στρατιωτικό-βιομηχανικό σύμπλεγμα, οι πραγματικοί ιδιοκτήτες του οποίου είναι οι επενδυτικές εταιρείες όπως η Vanguard και η Blackrock.

«Οι συγχωνεύσεις μοιάζουν περισσότερο με μουσικές καρέκλες, οργανωμένες από τους πραγματικούς ιδιοκτήτες, επενδυτικά κεφάλαια όπως η Vanguard, η Blackrock, η Capital Group, η Fidelity, η State Street Global Advisors, η Norges Bank Investment Management (NBIM) και άλλες. Αυτό το παιχνίδι με τις μουσικές καρέκλες έχει δύο στόχους – να διευρύνει τις αγορές και να συρρικνώσει την ευθύνη.»[1].

Τα τρία τέταρτα των γενετικά τροποποιημένων σπόρων παγκοσμίως προέρχονται από τα εργαστήρια της Monsanto. Η Monsanto εισπράττει δικαιώματα για τους σπόρους της και το υψηλό κόστος των σπόρων και των χημικών ουσιών ωθεί τους αγρότες σε παγίδα χρέους. Καθώς οι αγρότες πέφτουν όλο και πιο βαθιά στο χρέος, ο πλούτος της Monsanto αυξάνεται. Υπήρξαν περιπτώσεις όπου σπόροι ΓΤΟ έπεσαν στη γη ανυποψίαστων αγροτών, οι οποίοι στη συνέχεια μηνύθηκαν και αναγκάστηκαν να παραδώσουν τα προϊόντα τους. Η Monsanto εισήγαγε παράνομα το βαμβάκι Bt στην Ινδία το 1995, οδηγώντας σε επιδημία αυτοκτονιών σε περιοχές κατά μήκος της ζώνης βαμβακιού της Ινδίας.

Η γεωργία των Rockefeller

Ο ρόλος των Ροκφέλερ στην άνοδο της χημικής γεωργίας και των ΓΤΟ δεν πρέπει να υποτιμηθεί, καθώς συνέβαλαν καθοριστικά στην προώθηση των νέων γεωργικών τεχνολογιών που οδήγησαν στη σύγχρονη «αγροτική επιχειρηματικότητα».

Αυτό ξεκίνησε κατά τις πρώτες ημέρες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν το Ίδρυμα Ροκφέλερ χρηματοδότησε μια μυστική ομάδα πολιτικής που ονομαζόταν Ομάδα Μελέτης Πολέμου και Ειρήνης του Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων της Νέας Υόρκης. Σκοπός της ομάδας αυτής ήταν να διαμορφώσει τη μεταπολεμική οικονομία των ΗΠΑ, ώστε να αντικαταστήσει τη Βρετανική Αυτοκρατορία ως η νέα παγκόσμια υπερδύναμη[2].

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο John D. Rockefeller III ακολουθούσε την ευγονική του ατζέντα μέσω της Αμερικανικής Εταιρείας Ευγονικής καθώς και του Συμβουλίου Πληθυσμού του. Ταυτόχρονα, ο αδελφός του Νέλσον αναζητούσε νέες μεθόδους για την αύξηση της παγκόσμιας παραγωγής τροφίμων.

Ένας από τους μεταπολεμικούς στόχους της Ομάδας Μελέτης Πολέμου και Ειρήνης ήταν οι ΗΠΑ να κυριαρχήσουν στην παγκόσμια γεωργία και παραγωγή τροφίμων. Αυτό οδήγησε στην περιβόητη «πράσινη επανάσταση» που προωθήθηκε στην Ινδία και σε άλλες αναπτυσσόμενες χώρες της Νότιας Αμερικής και σε τμήματα της Ασίας. Ένα από τα αποτελέσματα αυτής της αυξημένης αποδοτικότητας της γεωργίας ήταν η μαζική έξοδος των αγροτών από τις αγροτικές εκτάσεις στις παραγκουπόλεις των πόλεων, όπου τους εκμεταλλεύονταν για φτηνό εργατικό δυναμικό διάφορες πολυεθνικές εταιρείες των ΗΠΑ [3].

Αυτή η τάση της ελίτ να πειραματίζεται σε πιο «πρωτόγονες» κοινότητες αντιπροσωπεύει την απόκρυφη περιφρόνηση για τις «κατώτερες» τάξεις της κοινωνίας. Η περιφρόνηση αυτή δεν είναι πουθενά πιο εμφανής από ό,τι στη «φιλανθρωπία» του Bill Gates, ο οποίος το 2019 εξαπέλυσε γενετικά τροποποιημένα κουνούπια στην Μπουρκίνα Φάσο με το απατηλό πρόσχημα της «καταπολέμησης της ελονοσίας». Αλλά περισσότερα για τον Γκέιτς και την τεχνολογία γονιδιακής κίνησης αργότερα.

Πριν προχωρήσουμε, είναι σημαντικό να εξετάσουμε τους παραλληλισμούς μεταξύ της ευγονικής και της γενετικής, την οποία ορισμένοι ερευνητές έχουν χαρακτηρίσει ως τη «νέα ευγονική». Στη δεκαετία του 1980, οι ερευνητές του Ιδρύματος Ροκφέλερ ήταν αποφασισμένοι να χαρτογραφήσουν τη δομή του γονιδίου και, σύμφωνα με τον Philip Regal, το απώτερο κίνητρο πίσω από αυτή την αναζήτηση ήταν «η διόρθωση κοινωνικών και ηθικών προβλημάτων, όπως η εγκληματικότητα, η φτώχεια, η πείνα και η πολιτική αστάθεια». Όπως σημειώνει ο William Engdahl, η έρευνα στη γενετική προωθήθηκε με γενναιόδωρες επιχορηγήσεις που δόθηκαν σε ανερχόμενους επιστήμονες, οι οποίοι ήταν πρόθυμοι να αποκτήσουν όνομα σε έναν νέο και συναρπαστικό τομέα:

«Πολλοί από τη νεότερη γενιά βιολόγων και επιστημόνων που έπαιρναν ερευνητικές επιχορηγήσεις από τον Ροκφέλερ αγνοούσαν ευτυχώς ότι η ευγονική και η γενετική είχαν οποιαδήποτε σχέση. Απλώς αγωνίζονταν για τα λιγοστά ερευνητικά δολάρια, και τα δολάρια αυτά πολύ συχνά είχαν το όνομα και τις χορδές του Ιδρύματος Ροκφέλερ.» [3].

Ίσως μια πληρέστερη κατανόηση των επιδιώξεων του Ροκφέλερ στην ευγονική και τη γενετική να επιτυγχάνεται αν τις δούμε ως ξεχωριστά αλλά συναφή μέρη μιας υλιστικής ατζέντας που αντικατοπτρίζει την αλχημική επιδίωξη για τη μεταμόρφωση του ανθρώπου. Ο Regal περιγράφει αυτή την αλχημική επιδίωξη ως εξής:

«Από τη σκοπιά ενός θεωρητικού αναγωγιστή, ήταν λογικό ότι τα κοινωνικά προβλήματα θα ανάγονταν σε απλά βιολογικά προβλήματα που θα μπορούσαν να διορθωθούν μέσω χημικών χειρισμών στο έδαφος, στον εγκέφαλο και στα γονίδια. Έτσι, το Ίδρυμα Ροκφέλερ ανέλαβε σημαντική δέσμευση να χρησιμοποιήσει τις διασυνδέσεις και τους πόρους του για την προώθηση της φιλοσοφίας της ευγονικής»[3].

Σε σχέση με αυτή την πρωτοβουλία του Rockefeller, ο Regal συνεχίζει να αναφέρει τη «New Atlantis» (Νέα Ατλαντίδα) του Francis Bacon, ένα άκρως εσωτεριστικό έργο που μιλάει για μια κρυφή επιστημονική ελίτ με στόχο τη «διεύρυνση των ορίων της ανθρώπινης αυτοκρατορίας, για την πραγματοποίηση όλων των δυνατών πραγμάτων«. Στο έργο του Μπέικον, η «Ατλαντίδα» αναφέρεται στην Αμερική. Επομένως, όπως σημειώνουν οι Dr. Farrell και Dr. De Hart στο βιβλίο τους «Transhumanism: A Grimoire of Alchemical Agendas» (Μετανθρωπισμός- Ένα ευρετήριο αλχημιστικών προγραμμάτων), σύμφωνα με τον Μπέικον, η Αμερική «επρόκειτο να γίνει το μεγάλο εργαστήριο για ένα μεγάλο εσωτεριστικό πείραμα που διευθύνεται από μια κρυφή και αρχαία ελίτ» [2].

Ας επιστρέψουμε τώρα στην ιστορία της εμπλοκής των Ροκφέλερ στην παγκόσμια γεωργία….

Ήταν το 1941 όταν ο Nelson Rockefeller και ο τότε αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Henry Wallace, έστειλαν μια ομάδα στο Μεξικό για να συναντηθούν με τη μεξικανική κυβέρνηση σχετικά με τη δυνατότητα αύξησης της παραγωγής τροφίμων. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Henry Wallace ήταν υψηλόβαθμος μασόνος που έπεισε τον συνάδελφό του μασόνο, πρόεδρο Franklin D. Roosevelt να τοποθετήσει το αποκρυφιστικό σύμβολο της ακάλυπτης πυραμίδας και το μάτι του Ώρου στο αμερικανικό χαρτονόμισμα του ενός δολαρίου[2].

Η ανάληψη της παγκόσμιας γεωργίας από τους Rockefeller περιλάμβανε την προώθηση και εξάπλωση γενετικά τροποποιημένων καλλιεργειών σε όλο τον κόσμο. Για να μπορέσουν όμως οι ΓΤΟ τους να πιάσουν τόπο, οι Rockefellers έπρεπε να χειραγωγήσουν τις αντιλήψεις των επιστημόνων που ασχολούνταν με τη γενετική και περιβαλλοντική έρευνα.

Αυτό το κατάφεραν αποστέλλοντας καθηγητές πανεπιστημίου των ΗΠΑ σε επιλεγμένα ασιατικά πανεπιστήμια για να εκπαιδεύσουν μια νέα γενιά επιστημόνων. Οι καλύτεροι από αυτούς τους αποφοίτους στάλθηκαν στη συνέχεια στις ΗΠΑ για να αποκτήσουν διδακτορικό στις γεωπονικές επιστήμες, εξασφαλίζοντας ότι θα κατηχηθούν πλήρως στην άποψη των Rockefeller για τη γεωργία και την παραγωγή τροφίμων[2].

Στη δεκαετία του 1970, το Ίδρυμα Rockefeller, με τη βοήθεια της Παγκόσμιας Τράπεζας, του FAO και του UNDP, δημιούργησε ένα παγκόσμιο δίκτυο κέντρων γεωργικής έρευνας, που ονομάστηκε CGIAR («Consultative Group for International Agricultural Research»). Ο υποτιθέμενος στόχος πίσω από τη δημιουργία της CGIAR ήταν ο συντονισμός της παγκόσμιας γεωργικής έρευνας σε μια προσπάθεια να μειωθεί η φτώχεια και να βελτιωθεί η επισιτιστική ασφάλεια στις αναπτυσσόμενες χώρες.

Έτσι, οι Rockefellers  κατασκεύασαν ένα παγκόσμιο δίκτυο επιστημόνων και ιδρυμάτων έτοιμων να παίξουν το ρόλο τους ως πρεσβευτές αυτού του νέου γεωργικού παραδείγματος. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την «κοινωνική μηχανική» μιας επιστημονικής κουλτούρας που προωθούσε τη χρήση γενετικά τροποποιημένων καλλιεργειών και νέων γεωργικών τεχνολογιών. Οι Rockefellers συνέχισαν να επενδύουν εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια στη γενετική έρευνα που θα προωθούσε την ανάπτυξη των ΓΤΟ καλλιεργειών και θα αύξανε την υιοθέτησή τους σε όλο τον κόσμο. Χάρη στη νομοθεσία περί διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, αυτό μετέτρεψε πολλούς ταπεινούς αγρότες σε αιχμάλωτους σκλάβους, χρεωμένους σε μεγάλους ομίλους αγροτικών επιχειρήσεων.

Μια παρόμοια τακτική χρησιμοποιήθηκε στην Αφρική, όπου η χρηματοδοτούμενη από την Gates, Cornell Alliance for Science (CAS) εκπαίδευσε 112 Αφρικανούς επιστήμονες για να πολεμήσουν υπέρ των ΓΤΟ και της ανάμειξης των επιχειρήσεων στη γεωργία. Το CAS συνδέεται με το Ανοικτό Φόρουμ για τη Γεωργική Βιοτεχνολογία (OFAB), το οποίο με τη σειρά του είναι παρακλάδι του Αφρικανικού Ιδρύματος Γεωργικής Τεχνολογίας (AATF), μιας οργάνωσης που ιδρύθηκε από τους Ροκφέλερ.

Ίσως η μεγαλύτερη ευεργέτημα για την αγροτική βιομηχανία ήρθε το 1986, όταν ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Herbert Bush διοργάνωσε μια «ειδική συνάντηση στρατηγικής του Λευκού Οίκου», προσκαλώντας στελέχη της Monsanto για να συζητήσουν τα σχέδια σχετικά με την απελευθέρωση της αγροτεχνολογίας. Η συνάντηση αυτή είχε ως αποτέλεσμα την υιοθέτηση της «ουσιαστικής ισοδυναμίας» – της λανθασμένης αντίληψης ότι η γεωπονική (παραδοσιακές μέθοδοι αναπαραγωγής ζώων/φυτών) ήταν «ουσιαστικά ισοδύναμη» με τη γενετική τροποποίηση – αποφεύγοντας έτσι την αυξανόμενη πίεση των επιστημόνων που ζητούσαν αυστηρότερες δοκιμές για τις καλλιέργειες ΓΤΟ [3].

Χάρη στους Rockefellers, ο λαός των ΗΠΑ είναι σήμερα ο μεγαλύτερος καταναλωτής ΓΤΟ τροφίμων. Στην πραγματικότητα, η ερευνητική βιβλιογραφία δείχνει ξεκάθαρα ότι μεγάλοι πληθυσμοί σε όλο τον κόσμο έχουν αναγκαστεί να καταναλώνουν ΓΤΟ τοξίνες, παρά την πλήρη έλλειψη αξιόπιστων δεδομένων ασφαλείας και τα συντριπτικά στοιχεία που υποδηλώνουν ότι οι τοξίνες αυτές προκαλούν βιολογική βλάβη [6].

Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει ότι η έκθεση σε τοξίνες ΓΤΟ προκαλεί αύξηση των φλεγμονωδών κυτταροκινών που σχετίζονται με όλες σχεδόν τις ανθρώπινες ασθένειες. Εάν αυτές οι αλλαγές συμβαίνουν και στους ανθρώπους, τότε αυτό θα εξηγούσε σε κάποιο βαθμό τη μαζική αύξηση της αυτοανοσίας, του αυτισμού και άλλων χρόνιων και αλλεργικών ασθενειών[4].

Τόσο ο ΠΟΥ όσο και ο Αμερικανικός Ιατρικός Σύλλογος (AMA), ο οποίος, κατά ειρωνικό τρόπο, ισχυρίζεται ότι «προωθεί την τέχνη και την επιστήμη της ιατρικής και τη βελτίωση της δημόσιας υγείας»ήταν απόλυτα συνυπεύθυνοι στο να επιτραπεί η διεξαγωγή αυτού του παγκόσμιου πειράματος [4].

Αν και αυτό δεν θα έπρεπε να αποτελεί έκπληξη, αν αναλογιστεί κανείς τη βαθιά επιρροή που είχε από νωρίς το Ίδρυμα Rockefeller στην AMA και τον ρόλο του στην κατάληψη της αμερικανικής ιατρικής εκπαίδευσης. Αυτό ξεκίνησε με τη δημοσίευση της “Flexner Report” («Έκθεσης Φλέξνερ») το 1908, η οποία έθεσε τις βάσεις για την αναμόρφωση της ιατρικής εκπαίδευσης, ενθαρρύνοντας την αποδοχή ενός προγράμματος σπουδών βασισμένου στα φάρμακα. Τα πανεπιστήμια που δεν συμμορφώνονταν με τα δόγματα της ιατρικής και της έρευνας με βάση τα φάρμακα στερούνταν τη χρηματοδότησή τους και τελικά αναγκάζονταν να κλείσουν [5].

Ο Bill Gates και η ατζέντα για τον έλεγχο

Από το 2003, το Ίδρυμα Gates έχει διοχετεύσει σχεδόν 6 δισεκατομμύρια δολάρια στην παγκόσμια γεωργία. Το 2017, το Gates έγινε ο μεγαλύτερος χρηματοδότης του CGIAR, το οποίο κατέχει πλέον τις μεγαλύτερες και πιο ευρέως χρησιμοποιούμενες συλλογές σπόρων καλλιεργειών στον κόσμο. Το ενδιαφέρον του Gates για την παγκόσμια γεωργία εξυπηρετεί δύο σκοπούς: 1. Να συγκεντρώσει τον έλεγχο της παγκόσμιας προμήθειας σπόρων και, 2. Να μετατοπίσει την παγκόσμια γεωργία προς την κατεύθυνση της εξάρτησης από την τεχνολογία και τις εξωτερικές εισροές, που πωλούνται στους αγρότες από τους ομίλους αγροτεχνολογίας (agritech) στους οποίους κατέχει μετοχές.

Σύμφωνα με τη Navdanya:

«Με διαφορά ο μεγαλύτερος χρηματοδότης της CGIAR, ο Gates έχει επιταχύνει με επιτυχία τη μεταφορά της έρευνας και των σπόρων από τα επιστημονικά ερευνητικά ιδρύματα σε εταιρείες που βασίζονται σε εμπορεύματα, συγκεντρώνοντας και διευκολύνοντας την πειρατεία της πνευματικής ιδιοκτησίας και τα μονοπώλια σπόρων μέσω των νόμων περί πνευματικής ιδιοκτησίας και των κανονισμών για τους σπόρους».

Το 2019, η CGIAR ξεκίνησε μια διαδικασία αναμόρφωσης με στόχο την ενοποίηση των 15 συνεργαζόμενων κέντρων της σε μια ενιαία, νομική οντότητα, υπό την προεδρία ενός διεθνούς διοικητικού συμβουλίου. Η ώθηση για την αναδιάρθρωση αυτή προήλθε από τους μεγαλύτερους χρηματοδότες του οργανισμού, κυρίως από το Ίδρυμα Gates. Η CGIAR ισχυρίζεται ότι η αλλαγή είναι αναγκαία διότι,

«Ένα ενοποιημένο και ολοκληρωμένο CGIAR θα είναι πολύ καλύτερα εξοπλισμένο για να αντιμετωπίσει τις απειλές για την ασφάλεια των τροφίμων, της διατροφής και του νερού που θέτει η κλιματική αλλαγή«.

Η σύσταση για αυτή τη δραματική αναδιάρθρωση προήλθε από την Ομάδα Αναφοράς Συστήματος (SRG) της CGIAR, στην οποία προήδρευαν τότε ο Tony Cavalieri, ανώτερος υπεύθυνος προγραμμάτων στο Ίδρυμα Gates, και ο Marco Ferroni, πρώην επικεφαλής του Ιδρύματος Syngenta. Με άλλα λόγια, η αναμόρφωση της CGIAR θα οδηγήσει σε μεγαλύτερο συγκεντρωτισμό της παγκόσμιας γεωργικής βιομηχανίας, με μεγαλύτερη θόλωση των γραμμών μεταξύ του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα.

Σε ευθεία αντίθεση με τους ισχυρισμούς του Γκέιτς ότι βοηθάει τους μικροκαλλιεργητές, μια λεπτομερής ανάλυση των επιχορηγήσεων που δόθηκαν από το Ίδρυμα Γκέιτς αποκάλυψε ότι η πλειονότητα πήγε σε ερευνητικά ιδρύματα και όχι σε αγρότες. Οι επιχορηγήσεις αυτές κατευθύνονταν επίσης σε ομάδες πίεσης που ασκούν πίεση στην κυβέρνηση να θεσπίσει πολιτικές που ευνοούν τις μεγάλες αγροτικές επιχειρήσεις, όπως η θέσπιση νόμων που επιτρέπουν την ιδιωτικοποίηση των σπόρων.

Ένας από τους πρωταρχικούς στόχους του Γκέιτς είναι να ανοίξει την αφρικανική αγορά και να θεσπίσει μια εταιρική κατάληψη της περιοχής. Προς ενίσχυση αυτού του στόχου, ίδρυσε το 2006 την AGRA (Συμμαχία για την Πράσινη Επανάσταση στην Αφρική). Μέσω της προώθησης εμπορικών σπόρων και ανόργανων λιπασμάτων, η AGRA έθεσε ως στόχο να διπλασιάσει την παραγωγικότητα των καλλιεργειών, να αυξήσει τα εισοδήματα και να μειώσει στο μισό την επισιτιστική ανασφάλεια έως το 2020.

Τον Ιούλιο του 2020, ο Timothy Wise του Πανεπιστημίου Tufts δημοσίευσε μια ανάλυση του αντίκτυπου της AGRA στην Αφρική. Η έρευνά του διαπίστωσε ότι η AGRA όχι μόνο απέτυχε να προσεγγίσει σημαντικό αριθμό μικροκαλλιεργητών (εύρημα που συνάδει με την ανάλυση των επιχορηγήσεων του Ιδρύματος Gates, η πλειονότητα των οποίων απευθύνεται σε επιστήμονες και όχι σε αγρότες), αλλά ότι ο υποσιτισμός αυξήθηκε κατά ένα εντυπωσιακό 30% στις χώρες της AGRA.

«Οι συνολικές αποδόσεις των βασικών καλλιεργειών αυξήθηκαν μόνο κατά 18% σε διάστημα 12 ετών. Εν τω μεταξύ, ο υποσιτισμός (όπως μετράται από τον FAO) έχει αυξηθεί κατά 30% στις χώρες AGRA. Αυτοί οι φτωχοί δείκτες επιδόσεων υποδηλώνουν ότι η AGRA και οι χρηματοδότες της πρέπει να αλλάξουν πορεία».

Πολλοί Αφρικανοί αρχίζουν πλέον να αμφισβητούν την εμπλοκή του Γκέιτς στην περιοχή, ζητώντας το τέλος του μοντέλου βιομηχανικής γεωργίας που εφαρμόζει. Τον Σεπτέμβριο του 2020, το SAFCEI (Southern African Faith Communities’ Environment Institute) έστειλε ανοιχτή επιστολή στο Ίδρυμα Bill and Melinda Gates προειδοποιώντας ότι η τρέχουσα προσέγγιση του Ιδρύματος για την επισιτιστική ασφάλεια θα κάνει περισσότερο κακό παρά καλό. Η επιστολή αναφέρει ότι:

«Το Ίδρυμα Γκέιτς προωθεί ένα μοντέλο βιομηχανικής μονοκαλλιέργειας και επεξεργασίας τροφίμων που δεν συντηρεί τους ανθρώπους μας».

Τον Ιούνιο του 2021, η AFSA (Η Συμμαχία για την Τροφική Κυριαρχία στην Αφρική) έγραψε στους μεγάλους θεσμικούς δωρητές της AGRA καλώντας τους να μετατοπίσουν την υποστήριξή τους από τις μεγάλες αγροτικές επιχειρήσεις προς βιώσιμες, αγροοικολογικές προσεγγίσεις στη γεωργία. Μαζί, το δίκτυο μελών της AFSA εκπροσωπεί εκατομμύρια Αφρικανούς πολίτες σε 50 χώρες. Η AFSA δήλωσε ότι έλαβε πολύ λίγες απαντήσεις στην επιστολή της και ότι κανένας δεν μπορούσε να παράσχει αποδείξεις ότι η AGRA είχε επιτύχει οποιονδήποτε από τους δηλωμένους στόχους της.

Στη σκιά της αποτυχίας της AGRA, το 2020, το Ίδρυμα Γκέιτς εγκαινίασε το «Gates Ag One», μια θυγατρική του Ιδρύματος Γκέιτς. Ο υποτιθέμενος στόχος του Gates Ag One είναι να «προωθήσει καινοτομίες που βελτιώνουν τα γεωργικά αποτελέσματα για τους μικρούς αγρότες». Με τον όρο «καινοτομίες», προφανώς εννοούν την προώθηση των ΓΤΟ, καθώς το Gates Ag One υποστηρίζει πολλά ερευνητικά εργαστήρια που επιδιώκουν τεχνολογίες γενετικής μηχανικής με στόχο την αύξηση των αποδόσεων. Επικεφαλής της Gates Ag One είναι ο Joe Cornelius, πρώην στέλεχος της Bayer, και ο Al Gallegos, ο οποίος είχε προηγουμένως θέσεις τόσο στη DuPont όσο και στη Monsanto.

Έτσι, η «Gates Ag One», αν και ισχυρίζεται ότι ενδυναμώνει τους μικρούς αγρότες, στην πραγματικότητα θα οδηγήσει στον περαιτέρω πλουτισμό των εταιρειών. Όπως γράφει η Navdanya:

«Ελπίζουν να επιταχύνουν τεχνητά τη διαδικασία εισαγωγής «νέων τεχνολογιών» στους αγρότες μέσω αυξημένων επενδύσεων και δημόσιων και ιδιωτικών συνεργασιών, ενώ παράλληλα έχουν πλήρη ελευθερία στο επιχειρηματικό τους μοντέλο ως ξεχωριστή οντότητα από το Ίδρυμα Bill και Melinda Gates».

Η ρητορική που αναπτύσσεται από τον Γκέιτς και την παρέα των εταιρικών υποστηρικτών του είναι ότι οι μικροκαλλιεργητές είναι μη παραγωγικοί και ανίκανοι να προσφέρουν σε έναν ταχέως εξελισσόμενο κόσμο. Ο Γκέιτς ισχυρίζεται ότι αυτό που πραγματικά χρειάζονται είναι «νέα ψηφιακά εργαλεία και τεχνολογίες». Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη την αποτυχία της Πράσινης Επανάστασης, την κρίση του εδάφους και τις εκτεταμένες επιπτώσεις των χημικών εισροών στην υγεία, είναι αυτό πραγματικά αλήθεια; Ή μήπως η Gates Ag One είναι απλώς η τελευταία προσπάθεια να τεθεί η παγκόσμια γεωργία σταθερά υπό τον έλεγχο των μεγάλων αγροτικών επιχειρήσεων;

Οργανισμοί Γονιδιακής Οδήγησης (GENE DRIVE) και διαμόρφωσης της εξέλιξης

Το Ίδρυμα Gates , μαζί με τον αμερικανικό στρατιωτικό όμιλο DARPA, υπήρξε η κινητήρια δύναμη πίσω από την ανάπτυξη της τεχνολογίας γονιδιακής οδήγησης. Η χρηματοδότηση της τεχνολογίας γονιδιακών μονάδων από το Gates ξεκίνησε το 2005 με μια επιχορήγηση 8,5 εκατομμυρίων δολαρίων που δόθηκε στους Austin Burt και Andrea Chrisanti, βιολόγους που εργάζονταν στο Imperial College του Λονδίνου. Αυτή η γραμμή ανάπτυξης οδήγησε τελικά στην εφεύρεση του CRISPR το 2015, ενός εργαλείου γενετικής μηχανικής που επιτρέπει στους επιστήμονες να κόβουν, να εισάγουν και να αντικαθιστούν γονίδια σε μια αλληλουχία DNA. Σύμφωνα με έκθεση της ομάδας ETC (Ομάδα Δράσης για τη Διάβρωση, την Τεχνολογία και τη Συγκέντρωση),

«Οι οργανισμοί γονιδιακής οδήγησης δημιουργούνται με τη γενετική τροποποίηση ενός ζωντανού οργανισμού με ένα συγκεκριμένο χαρακτηριστικό και στη συνέχεια με την τροποποίηση του αναπαραγωγικού συστήματος του οργανισμού, προκειμένου να επιβάλλεται πάντα το τροποποιημένο γονίδιο στις μελλοντικές γενιές, εξαπλώνοντας το χαρακτηριστικό σε ολόκληρο τον πληθυσμό».

Όπως αναφέρθηκε νωρίτερα σε αυτό το άρθρο, μια από τις πρωτοβουλίες του Gatesοδήγησε στην απελευθέρωση γενετικά τροποποιημένων κουνουπιών στη Μπουρκίνα Φάσο. Ωστόσο, αυτό δεν ήταν παρά η πρώτη φάση ενός μακροχρόνιου προγράμματος, η τρίτη φάση του οποίου είναι η απελευθέρωση κουνουπιών GDO (τροποποιημένων μέσω της τεχνολογίας gene drive). Η ETC Group εξηγεί τη σημασία αυτού του γεγονότος (η έμφαση προστίθεται):

«… Ένα gene drive έχει σχεδιαστεί για να παρεμβαίνει στη γονιμότητα του κουνουπιού: θα αφαιρούνται βασικά γονίδια για τη γονιμότητα, εμποδίζοντας τα κουνούπια να αποκτήσουν θηλυκούς απογόνους ή να αποκτήσουν απογόνους συνολικά. Αυτά τα τροποποιημένα κουνούπια θα μεταβίβαζαν στη συνέχεια τα γονίδιά τους σε ένα υψηλό ποσοστό των απογόνων τους, διαδίδοντας τα γονίδια αυτόματης εξαφάνισης σε ολόκληρο τον πληθυσμό. Με την πάροδο του χρόνου, ολόκληρο το είδος θα εξαλειφόταν στην πραγματικότητα εντελώς».

Μετά τις εκκλήσεις του 2016 για ένα παγκόσμιο μορατόριουμ στη χρήση της τεχνολογίας γονιδιακών μονάδων, το Ίδρυμα Γκέιτς κατέβαλε 1,6 εκατομμύρια δολάρια στην Emerging Ag (ιδιωτική εταιρεία δημοσίων σχέσεων) για να συντονίσει την αντίδραση κατά των υποστηρικτών του μορατόριουμ.

«Η Emerging Ag στρατολόγησε και συντόνισε πάνω από 65 εμπειρογνώμονες, συμπεριλαμβανομένου ενός ανώτερου αξιωματούχου του Ιδρύματος Gates, ενός αξιωματούχου της DARPA (Defense Advanced Research Project Agency) και κυβερνητικών και πανεπιστημιακών επιστημόνων, σε μια προσπάθεια να κατακλύσουν την επίσημη διαδικασία του ΟΗΕ με τις συντονισμένες εισηγήσεις τους».

Μια άλλη ομάδα που αναπτύσσει την τεχνολογία γονιδιακής κίνησης είναι η ομάδα Sculpting Evolution, η οποία λειτουργεί από το χρηματοδοτούμενο από την Gates Media Lab του MIT, το ίδιο ίδρυμα που έλαβε δωρεές από τον Jeffery Epstein, και το ίδιο ίδρυμα που στεγάζει τον Robert Langer, συνιδρυτή της αμφιλεγόμενης εταιρείας βιοτεχνολογίας και του κατασκευαστή «εμβολίων» Covid-19, Moderna.

Επικεφαλής του Sculpting Evolution είναι ο Kevin Esvelt, ένας από τους πρωτοπόρους του CRISPR και (υποτίθεται ότι) ο πρώτος που εντόπισε τη δυνατότητα των συστημάτων γονιδιακής οδήγησης να μεταβάλλουν άγριους πληθυσμούς οργανισμών. Το εργαστήριο του Esvelt επιδιώκει να εφαρμόσει «τη ρομποτική και τη μηχανική μάθηση για την ανάπτυξη νέων μοριακών εργαλείων και τεχνικών». Ένας άλλος στόχος τους είναι να «εργαστούν με την καθοδήγηση των ενδιαφερόμενων κοινοτήτων για την ασφαλή και ανθρώπινη επεξεργασία άγριων πληθυσμών και οικοσυστημάτων».

Η ομάδα Sculpting Evolution Group συμβουλεύει επίσης τις κυβερνήσεις σε «πιεστικά ζητήματα βιολογικής άμυνας».

«Η πρόκλησή μας είναι να αποτρέψουμε την κατάχρηση της τεράστιας δύναμης της βιοτεχνολογίας. Οι ιστορικές πανδημίες σκότωσαν δεκάδες εκατομμύρια ανθρώπους, και οι τροποποιημένοι παράγοντες θα μπορούσαν να είναι ακόμη πιο καταστροφικοί».

Ένας από τους τρόπους με τους οποίους το Sculpting Evolution προτείνει την αποτροπή μελλοντικών πανδημιών ή επιθέσεων με βιολογικά όπλα είναι η κατασκευή ενός «Παγκόσμιου Παρατηρητηρίου Νουκλεϊκών Οξέων» (Global Nucleic Acid Observatory” – NAO) για την «παρακολούθηση της ανθρωπότητας και του περιβάλλοντος για κάθε βιολογική απειλή». Η ομάδα ισχυρίζεται ότι με συνεχείς γονιδιωματικούς ελέγχους σε τοποθεσίες σε όλο τον κόσμο, το «NAO θα μπορούσε να ανιχνεύσει οποιονδήποτε ιό ή εισβολέα οργανισμό που υφίσταται εκθετική ανάπτυξη«.

Προς υποστήριξη αυτής της ριζοσπαστικής πρότασης, η ομάδα αναφέρεται σε μια μελέτη περίπτωσης από το Ισραήλ:

«Το 2013, το ειδικό πρόγραμμα περιβαλλοντικής παρακολούθησης του ιού της πολιομυελίτιδας του Ισραήλ εντόπισε μια εκκολαπτόμενη εστία σε δείγματα λυμάτων από την πόλη Rahat χρησιμοποιώντας δοκιμασίες πλάκας και ξεκίνησε γρήγορα τον μαζικό από του στόματος εμβολιασμό, εξαλείφοντας τον ιό προτού έστω και ένα παιδί εμφανίσει παραλυτικά συμπτώματα» [η υπογράμμιση προστέθηκε].

Η ενοχλητική φύση ενός τέτοιου συστήματος γίνεται έτσι αμέσως εμφανής: οι κυβερνήσεις θα μπορούν να ξεκινούν προγράμματα εμβολιασμού και να θεσπίζουν άλλα μέτρα για την πανδημία χωρίς την ανάγκη ή την απόδειξη μιας πραγματικής απειλής, παρά μόνο την υποτιθέμενη «ανίχνευση» μιας τέτοιας απειλής. Αυτό εγείρει το πολύ σημαντικό ερώτημα: ποιος θα αποφασίζει πότε ανιχνεύεται μια «απειλή» και σε ποια βάση;

Ενώ οι ιολόγοι εκθέτουν τους κινδύνους των ζωονόσων κορονοϊών και οι επιστήμονες του κλίματος λυσσομανούν για τα δεινά του διοξειδίου του άνθρακα, οι πραγματικές περιβαλλοντικές κρίσεις περνούν σε μεγάλο βαθμό απαρατήρητες. Και ίσως αυτό να είναι το ζητούμενο. Θα εξερευνήσουμε αυτές τις άλλες κρίσεις -κρίσεις που απειλούν την ίδια την ύπαρξή μας ως είδος- στο μέρος 3.

kanenazori.com

2 thoughts on “Το πραγματικό κόστος της γεωργίας Rockefeller και η Νέα Ατζέντα για τα τρόφιμα (Μέρος 2ο)”

Αφήστε μια απάντηση