Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ Δ΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ

Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ

        ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ Δ΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣ

(Ἔχει θέμα τὸ εὐαγγέλιο ποὺ ἀναγιγνώσκεται κατ᾿ αὐτήν,
ὅπου γίνεται λόγος καὶ γιὰ τὴν ἐπιμέλεια τῶν ἐσωτερικῶν λογισμῶν)

Πολλὲς φορὲς μίλησα πρὸς τὴν ἀγάπη σας σχετικὰ μὲ τὴ νηστεία καὶ τὴν προσευχή, ἰδιαίτερα μάλιστα αὐτὲς τίς ἱερὲς ἡμέρες· ἐναπέθεσα ἀκόμη στὶς φιλόθεες ἀκοὲς καὶ ψυχές σας ποιά δῶρα προσφέρουν σὲ ἐκείνους ποὺ τίς ἀγαποῦν καὶ τίς καλλιεργοῦν καὶ πόσων ἀγαθῶν πρόξενοι γίνονται σὲ αὐτοὺς ποὺ τίς ἀσκοῦν, πρᾶγμα ποὺ ἐπιβεβαιώνεται γι᾿ αὐτὲς κυρίως ἀπὸ τὴ φωνὴ τοῦ Κυρίου ποὺ διαβάζεται σήμερα στὸ εὐαγγέλιο.

Ποιά λοιπὸν εἶναι αὐτὰ τὰ ὀφέλη; Εἶναι μεγάλα, τὰ μεγαλύτερα ὅλων θὰ λέγαμε· διότι ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ἄλλα μποροῦν νὰ παράσχουν καὶ ἐξουσία κατὰ πονηρῶν πνευμάτων, ὥστε νὰ τὰ ἐκβάλλουν καὶ νὰ τὰ ἀπελαύνουν, καὶ τοὺς δαιμονισμένους νὰ τοὺς ἐλευθερώνουν ἀπὸ τὴν ἐπήρειά τους. Ὅταν πραγματικὰ οἱ μαθηταὶ εἶπαν πρὸς τὸν Κύριο περὶ τοῦ ἀλάλου καὶ κωφοῦ δαιμονίου, καὶ Τὸν ρώτησαν: «διατὶ ἡμεῖς οὐκ ἠδυνήθημεν ἐκβαλεῖν αὐτό;(:Γιατί ἐμεῖς δὲν μπορέσαμε νὰ βγάλουμε τὸ δαιμόνιο αὐτό;)»[Ματθ.17,19], εἶπε πρὸς αὐτοὺς ὁ Κύριος: «Τοῦτο δὲ τὸ γένος οὐκ ἐκπορεύεται εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ(:Αὐτὸ τὸ εἶδος τῶν δαιμόνων δὲν βγαίνει ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἔχει καταληφθεῖ ἀπὸ αὐτό, παρὰ μόνο μὲ προσευχὴ ποὺ συνοδεύεται καὶ μὲ νηστεία, ὥστε ἡ προσευχὴ νὰ γίνεται μὲ διάνοια ὅσο δυνατὸν ἐλαφρότερη καὶ περισσότερο προσηλωμένη στὸν Θεό)»[Ματθ.17,21].

Ἴσως γι᾿ αὐτό, μετὰ τὴν προσευχὴ ἐπάνω στὸ ὄρος Θαβὼρ καί τὴν κατ᾿ αὐτὴν ἐμφάνιση τῆς θεϊκῆς αὐγῆς, κατέβηκε ἀμέσως καὶ ἦλθε στὸν τόπο, ὅπου εὑρισκόταν ὁ κατεχόμενος ἀπὸ τὸν δαίμονα ἐκεῖνον. Λέγει δηλαδὴ ὁ ἱερὸς εὐαγγελιστὴς ὅτι, ἀφοῦ ὁ Κύριος παρέλαβε τοὺς ἐγκρίτους μαθητές, ἀνέβηκε στὸ ὄρος νὰ προσευχηθεῖ καὶ ἔλαμψε σὰν ὁ ἥλιος, καὶ ἰδοὺ φάνηκαν νὰ συνομιλοῦν μὲ αὐτὸν ὁ Μωυσῆς καὶ ὁ Ἠλίας[Ματθ.17,3: «Καὶ ἰδοὺ ὤφθησαν αὐτοῖς Μωσῆς καὶ Ἠλίας μέτ᾿ αὐτοῦ συλλαλοῦντες(:καὶ τότε ἐμφανίστηκαν σὲ αὐτοὺς ὁ Μωυσῆς καὶ ὁ Ἠλίας, οἱ ὁποῖοι συνομιλοῦσαν μαζί Του)»], οἱ ἄνδρες ποὺ περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλον ἄσκησαν τὴν προσευχὴ καὶ τὴ νηστεία, δείχνοντας καὶ μὲ τὴν παρουσία τους στὴν προσευχή, τὴ συμφωνία καὶ ἐναρμόνιση μεταξὺ προσευχῆς καὶ νηστείας, ὥστε κατὰ κάποιον τρόπο ἡ νηστεία νὰ συνομιλεῖ μὲ τὴν προσευχὴ ὁμιλῶντας πρὸς τὸν Κύριο.

Ἐὰν ἡ φωνὴ αἵματος τοῦ φονευθέντος Ἄβελ βοᾷ πρὸς τὸν Κύριο, καθὼς λέγει αὐτὸς πρὸς τὸν Κάϊν, ὅπως μάθαμε ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ Μωυσέως[Γέν.4,10: «Καὶ εἶπε Κύριος· τί πεποίηκας; φωνὴ αἵματος τοῦ ἀδελφοῦ σου βοᾷ πρός μὲ ἐκ τῆς γῆς(: καὶ ὁ Κύριος εἶπε πρὸς τὸν Κάϊν: ” Γιὰ ποιά αἰτία ἔκανες τὸν φοβερὸ αὐτὸν φόνο; Ἡ φωνὴ τοῦ αἵματος τοῦ ἀθώου ἀδελφοῦ σου ἀνεβαίνει ἀπό τὴ γῆ, μοῦ φωνάζει καὶ ζητάει ἐκδίκηση ἀπὸ ἐμένα, ποὺ εἶμαι ἐκεῖνος ποὺ ἐκδικεῖται γιὰ ὅσους ἀδικοῦνται”)»], πάντως καὶ ὅλα τὰ μέρη καὶ μέλη τοῦ σώματος, ποὺ ἔχουν κακοπάθει μὲ τὴ νηστεία, θὰ βοήσουν πρὸς τὸν Κύριο καί, συνομιλῶντας μὲ τὴν προσευχὴ ἐκείνου ποὺ νηστεύει καὶ περίπου συμπροσευχόμενα, δικαίως θὰ τὴν καταστήσουν περισσότερο εὐπρόσδεκτη καὶ θὰ δικαιώσουν αὐτὸν ποὺ ὑφίσταται ἑκουσίως τὸν κόπο τῆς νηστείας. Μετὰ λοιπὸν τὴν προσευχὴ καὶ τὴν κατὰ θεῖο τρόπο λάμψη, ἀφοῦ ὁ Κύριος κατέβηκε ἀπὸ τὸ ὄρος, ἔρχεται πρὸς τὸν ὄχλο καὶ τοὺς μαθητές, στοὺς ὁποίους ὁδηγήθηκε ἐκεῖνος ὁ κατειλημμένος ἀπὸ τὸ δαιμόνιο, ὥστε, ὅπως ἔδειξε ἐπάνω στὸ ὄρος ὅτι ἐκεῖνο ἦταν βραβεῖο νηστείας καὶ προσευχῆς, ὄχι μόνο μεγάλο ἀλλὰ καὶ ἐπάνω ἀπὸ τὸ μεγάλο (πραγματικὰ ἔδειξε ὅτι ἡ θεία λαμπρότητα ὑπῆρξε ἐπιβράβευση γι᾿ αὐτούς), ἔτσι, ἀφοῦ κατεβεῖ, θὰ ἐπιδείξει ὅτι ἔπαθλο τούτων εἶναι καὶ ἡ ἰσχὺς κατὰ τῶν δαιμόνων.

Ἀλλά, ἐπειδὴ κατὰ τὴν παροῦσα Κυριακὴ τῶν ἱερῶν νηστειῶν εἶναι συνήθεια ν᾿ ἀναγινώσκεται στὴν ἐκκλησία ἡ διήγηση περὶ τοῦ θαύματος τούτου, ἂς ἐξετάσουμε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὅλη τὴν εὐαγγελικὴ περικοπὴ ποὺ τὸ περιγράφει[Μᾶρκ.9,17-31]. «Μόλις λοιπὸν ἦλθε ὁ Ἰησοῦς πρὸς τοὺς μαθητὲς καὶ τοὺς παρευρισκομένους μὲ αὐτοὺς καὶ ρώτησε: ”Τί συζητεῖτε;”, κάποιος ἀπὸ τὸ πλῆθος εἶπε: ”Διδάσκαλε, ἔφερα σὲ σένα τὸν υἱό μου ποὺ ἔχει πνεῦμα ἄλαλο καὶ ὅπου τὸν καταλάβει, τὸν συγκλονίζει καὶ αὐτὸς ἀφρίζει καὶ τρίζει τὰ δόντια του καὶ ξηραίνεται”»[Μᾶρκ.9,16-17].

Πῶς λοιπὸν ἄφριζε αὐτὸς καὶ ἔτριζε τὰ δόντια καὶ ξηραινόταν; Τοῦ δαιμονισμένου πάσχει πρῶτο καὶ περισσότερο ἀπὸ ὅλα τὰ μόρια τοῦ σώματος ὁ ἐγκέφαλος· διότι ὁ δαίμων χρησιμοποιεῖ ὡς ὄχημα τὸ ψυχικὸ πνεῦμα ποὺ εὑρίσκεται σ᾿ αὐτὸν καὶ ἀπὸ αὐτὸ σὰν ἀκρόπολη καταδυναστεύει ὅλο τὸ σῶμα. Ὅταν λοιπὸν πάσχει ὁ ἐγκέφαλος, ἀφήνεται ἀπὸ ἐκεῖ μιὰ ροὴ πρὸς τὰ νεῦρα καὶ τοὺς μῦς τοῦ σώματος ἀφρώδης καὶ φλεγματώδης, ποὺ φράσσει τίς διεξόδους τοῦ ψυχικοῦ πνεύματος· καὶ ἀπὸ αὐτὸ προκαλεῖται κλονισμὸς καὶ ρήξη καὶ ἀκουσία κίνηση σὲ ὅλα τὰ αὐτόβουλα μόρια, μάλιστα δὲ στὶς γνάθους, ποὺ πλησιάζουν περισσότερο στὸ μόριο ποὺ ἔπαθε πρῶτο. Καθὼς τὸ ὑγρὸ ρέει περισσότερο πρὸς τὸ στόμα λόγῳ τῆς χωρητικότητας τῶν πόρων καὶ τῆς ἐγγύτητας πρὸς τὸν ἐγκέφαλο, ἐπειδὴ ἐξαιτίας τῆς ἄτακτης κινήσεως τῶν ὀργάνων, ἡ ἀναπνοὴ δὲν μπορεῖ νὰ ἐκπνευστεῖ ἀθρόα, ἀλλὰ καὶ ἀνακατεύεται μὲ τὸ πλῆθος τοῦ ὑγροῦ, δημιουργεῖται στοὺς πάσχοντες ἀφρός. Ἔτσι ὁ δαίμων ἐκεῖνος ἄφριζε καὶ ἔτριζε τὰ δόντια, ποὺ προσέκρουαν μεταξύ τους φοβερὰ κι ἔσφιγγαν μὲ μανία. Ξηραινόταν δὲ ἔπειτα ἀπὸ τὴ σφοδρότερη ἐπήρεια τοῦ δαιμονίου. Ὅπως οἱ ἀτμοὶ ποὺ κινοῦνται ἀπὸ τὴ θέρμη τῆς ἡλιακῆς ἀκτίνας, ἂν αὐτὴ εἶναι σφοδρότερη, πάλι ἀφανίζονται ἀπὸ αὐτὴν διασκορπιζόμενοι τελείως, ἔτσι καὶ ἡ ὑγρότητα ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὰ σπλάγχνα μὲ τὴν ἐπήρεια τοῦ δαίμονος, ἂν αὐτὴ εἶναι σφοδρότερη, σὲ λίγο δαπανᾷται καὶ ἡ ἔμφυτη ὑγρασία τῆς σάρκας καὶ ἐκεῖνος ὁ δαιμονισμένος καταξηραίνεται.

Ὁ πατέρας τοῦ δαιμονισμένου πρόσθεσε πρὸς τὸν Κύριο ὅτι εἶπε στοὺς μαθητὲς νὰ τὸ ἐκβάλουν καὶ δὲν κατόρθωσαν· ὁ δὲ Κύριος, ἀποτεινόμενος ὄχι πρὸς αὐτόν, ἀλλὰ καὶ πρὸς ὅλους, λέγει:  «Ὦ γενεὰ ἄπιστος, ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν;(:Ὦ γενεὰ ποὺ τόσα θαύματα εἶδες καὶ εἶσαι ἀκόμη ἄπιστη! Ἕως πότε θὰ σᾶς ἀνέχομαι;)»[Μᾶρκ.9,19]. Μοῦ φαίνεται ὅτι οἱ παρόντες τότε Ἰουδαῖοι, λαμβάνοντας ἀφορμὴ ἀπό τὸ ὅτι δὲν μπόρεσαν νὰ ἐκβάλουν τὸν δαίμονα οἱ μαθητές, θὰ βλασφήμησαν κάπως. Τί δὲν θὰ ἔλεγαν, ἀφοῦ βρῆκαν ἀφορμή, αὐτοὶ πού, καὶ ὅταν τελοῦνταν θαύματα, δὲν ἄφηναν τίς βλασφημίες; Γνωρίζοντας λοιπὸν ὁ Κύριος τοὺς γογγυσμοὺς καὶ τοὺς ὀνειδισμοὺς τούτων, τοὺς ἐξελέγχει καὶ τοὺς καταισχύνει, ὄχι μόνο μὲ λόγους ἐπιτιμητικούς, ἀλλὰ καὶ μὲ πράξεις καὶ λόγια γεμᾶτα φιλανθρωπία. Πραγματικὰ  δίνει προσταγή: «Φέρετέ τον ἐδῶ σ᾿ Ἐμένα», καὶ τὸν ἔφεραν, καὶ μόλις τὸ δαιμόνιο εἶδε τὸν Κύριο σπάραξε τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἔπεσε καὶ κυλιόταν ἀφρίζοντας· διότι τοῦ ἐπιτρεπόταν νὰ καταστήσει φανερὴ τὴν κακία του.

Ὁ δὲ Κύριος ρώτησε τὸν πατέρα τοῦ παιδιοῦ, «πρὶν ἀπὸ πόσον χρόνο τοῦ συνέβῃ τοῦτο;». Αὐτὴν τὴν ἐρώτηση τὴν κάνει ὁ Κύριος, γιὰ νὰ τὸν ὁδηγήσει πρὸς τὴν πίστη καὶ τὴν παράκληση μὲ πίστη. Τόσο ἀπεῖχε ἀπὸ τὴν πίστη ὁ ἄνθρωπος αὐτός, ὥστε νὰ μὴν παρακαλεῖ οὔτε ὑπὲρ τῆς σωτηρίας τοῦ παιδιοῦ. Γι᾿ αὐτὸ δὲν παρακάλεσε καθόλου οὔτε τοὺς μαθητές: «Τοὺς εἶπα», λέγει, «νὰ τὸν ἐκβάλουν»· δὲν γονάτισε, δὲν ἱκέτευσε, δὲν παρακάλεσε. Ἀλλὰ δὲν φαίνεται οὔτε τὸν Κύριο νὰ παρακάλεσε ἀκόμη. Γι᾿ αὐτὸ ὁ Κύριος, ἀφήνοντας τὸ παιδὶ ποὺ ἦταν ἐλεεινῶς ξαπλωμένο ἐμπρὸς στὰ μάτια του, συζητεῖ μὲ ἐκεῖνον, ρωτῶντας τὸν χρόνο τοῦ πάθους καὶ προκαλῶντας τον πρὸς τὴν παράκληση. Αὐτὸς τότε ἀποκρίνεται ὅτι τοῦ συμβαίνει ἀπὸ τὴν παιδικὴ ἡλικία καὶ ὅτι πολλὲς φορὲς τὸν ἔβαλε στὴ φωτιὰ καὶ στὰ ὕδατα, γιὰ νὰ τὸν ἀφανίσει, καὶ προσθέτει: «ἀλλ᾿ ἂν μπορεῖς, λυπήσου μας καὶ βοήθησέ μας».

Βλέπετε, πόση εἶναι ἡ ἀπιστία τοῦ ἀνθρώπου; Διότι αὐτὸς ποὺ λέγει «ἂν μπορεῖς», φυσικὰ φανερώνει ὅτι δὲν πιστεύει ὅτι μπορεῖ ὁ ἄλλος. Ὁ δὲ Κύριος εἶπε:  «Εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι (:Ἐσὺ ἐὰν μπορεῖς νὰ πιστέψεις, ὅλα εἶναι δυνατὰ σὲ ἐκεῖνον ποὺ πιστεύει)»·  καὶ τὸ λέγει αὐτὸ ὄχι ἀγνοῶντας τὴν ἀπιστία ἐκείνου, ἀλλὰ προβιβάζοντάς τον βαθμιαῖα στὴν πίστη καὶ συγχρόνως δεικνύοντας ὅτι αἰτία ποὺ δὲν ἔβγαλαν οἱ μαθητὲς τὸν δαίμονα εἶναι ἡ ἀπιστία του. Πρόσεξε ἐπίσης τὸν εὐαγγελιστή· δὲν λέγει ὅτι ὁ Κύριος εἶπε πρὸς τὸν πατέρα τοῦ παιδιοῦ «ἂν μπορεῖς νὰ πιστέψεις», διότι πάντοτε ὁ Κύριος ἀπαιτεῖ τὴν πίστη ἀπὸ ὅσους ζητοῦσαν τίς θεραπεῖες· ἀφοῦ ἦταν δεσπότης καὶ κηδεμόνας καὶ τῶν ψυχῶν, φρόντιζε νὰ θεραπευθοῦν κι αὐτὲς διὰ τῆς πίστεως· ἀλλὰ ἐκεῖνος ὁ πατέρας τοῦ παιδιοῦ, μόλις ἄκουσε ὅτι στὴν πίστη του ἀκολουθεῖ ἡ ἴαση, ἔλεγε μὲ δάκρυα: «Πιστεύω, Κύριε, βοήθησε τὴν ἀπιστία μου». Βλέπετε ἀρίστη προκοπὴ ἠθῶν; Διότι ὄχι μόνο πίστεψε γιὰ τὴ θεραπεία τοῦ παιδιοῦ, ἀλλὰ καὶ ὅτι ὁ Κύριος μπορεῖ νὰ κατανικήσει καὶ τὴν ἀπιστία του, ἂν θελήσει. Ἐνῶ δὲ ὁ ὄχλος ἐπάνω σε αὐτὰ τὰ λόγια συνέρρεε, ἐπιτίμησε, λέγει, ὁ Κύριος τὸ ἀκάθαρτο πνεῦμα, λέγοντάς του: «Τὸ ἄλαλο καὶ κωφὸ πνεῦμα, ἐγὼ σὲ διατάσσω, ἔξελθε ἀπὸ αὐτὸν καὶ νὰ μὴ εἰσέλθεις ποτὲ πάλι σ᾿ αὐτόν»[Μᾶρκ.9,25].

Τὸ δαιμόνιο τοῦτο φαίνεται ὅτι εἶναι φοβερότατο καὶ θρασύτατο· τὴν δὲ θρασύτητά του ἀποδεικνύει ἡ σφοδρότητα τῆς ἐπιτιμήσεως καὶ ἡ παραγγελία νὰ μὴ εἰσέλθει ἄλλῃ φορᾷ πλέον διότι, ὅπως φαίνεται, χωρὶς τὴν παραγγελία αὐτὴ μποροῦσε νὰ ἐπιστρέψει πάλι μετὰ τὴν ἐκβολή. Ἐξάλλου εἶχε κατεξουσιάσει σὲ μεγάλη ἔκταση τὸν ἄνθρωπο, ἦταν δύσκολο στὸ νὰ ἀποσπαστεῖ ἀπὸ αὐτόν, ἔμενε κωφὸ καὶ ἄλαλο, ὥστε νὰ μὴν ἐπαρκεῖ ἡ φύση νὰ ἐξυπηρετεῖ τὴν ὑπερβολική του μανία, γι᾿ αὐτὸ καὶ εἶχε καταντήσει τελείως ἀναίσθητη, διότι λέγει, «ἀφοῦ ἔκραξε καὶ τὸν σπάραξε δυνατά, ἐξῆλθε· ὁ δὲ ἄνθρωπος ἔγινε σὰν νεκρός, ὥστε πολλοὶ νὰ λένε ὅτι πέθανε». Ἡ δὲ κραυγὴ δὲν ἀντίκειται πρὸς τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ δαιμόνιο ἦταν ἄλαλο· διότι ἡ μὲν λαλιὰ εἶναι φωνὴ ποὺ σημαίνει κάποια ἔννοια, ἐνῶ ἡ  κραυγὴ εἶναι ἄναρθρη φωνή, ποὺ τίποτα συγκεκριμένο δὲν σημαίνει. Καὶ ἀφήνεται τὸ δαιμόνιο νὰ σπαράξει τὸν ἄνθρωπο τόσο πολὺ καὶ νὰ τὸν καταστήσει σὰν νεκρό, γιὰ νὰ φανερωθεῖ ὅλη ἡ κακία του. Ὁ Κύριος λοιπόν, πιάνοντας τὸ χέρι τοῦ ἀνθρώπου, τὸν ἀνήγειρε, ὥστε σηκώθηκε, δείχνοντας ἔτσι ὅτι ἔχει πολλὴ ἐνέργεια· τὸ ὅτι τὸν ἔπιασε ἀπὸ τὸ χέρι ἦταν ἐκδήλωση τῆς κτιστῇς δικῆς μας ἐνέργειας, ἐνῶ τὸ ὅτι τὸν ἀνέστησε ἀπαλλαγμένο ἀπὸ πάθη ἦταν ἐκδήλωση τῆς ἄκτιστης καὶ θείας καὶ ζωαρχικῆς ἐνέργειας.

Καὶ ὅταν ἔπειτα οἱ μαθητὲς ρώτησαν τὸν Κύριο ἰδιαιτέρως: «Γιατί ἐμεῖς δὲν μπορέσαμε νὰ τὸ βγάλουμε;», εἶπε πρὸς αὐτοὺς ὅτι τοῦτο τὸ δαιμόνιο «δὲν μπορεῖ νὰ ἐξέλθει μὲ τίποτε ἄλλο, παρὰ μόνο μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴ νηστεία». Λένε λοιπὸν μερικοὶ ὅτι αὐτὴ ἡ προσευχὴ καὶ ἡ νηστεία πρέπει νὰ γίνονται ἀπὸ αὐτὸν ποὺ πάσχει· δὲν εἶναι ὅμως σωστὸ αὐτό, διότι ὁ ἐνεργούμενος ἀπὸ πονηρὸ πνεῦμα, καὶ μάλιστα τόσο φοβερό, ἀφοῦ εἶναι ὄργανο ἐκείνου καὶ καταδυναστεύεται ἀπὸ ἐκεῖνο, πῶς θὰ μποροῦσε νὰ προσευχηθεῖ ἢ νηστέψει ἐπωφελῶς γιὰ τὸν ἑαυτό του;

Φαίνεται ὅτι τὸ δεινότατο τοῦτο δαιμόνιο εἶναι τῆς ἀκολασίας, ἀφοῦ ἄλλοτε μὲν ρίπτει τὸν κατειλημμένο στὴ φωτιὰ (διότι τέτοιοι εἶναι οἱ ἀλλόκοτοι καὶ ἀναίσθητοι ἔρωτες), ἄλλοτε δὲ τὸν βυθίζει στὰ ὕδατα μέσῳ τῆς ἀδηφαγίας καὶ τῶν ἀμέτρων καὶ ἀφθόνων ποτῶν καὶ συμποσίων. Εἶναι δὲ καὶ σὲ αὐτοὺς κωφὸ καὶ ἄλαλο τὸ δαιμόνιο τοῦτο, διότι αὐτὸς ποὺ πείθεται στὶς ὑποβολὲς ἑνὸς τέτοιου δαιμονίου δὲν ὑποφέρει εὔκολα νὰ ἀκούει καὶ νὰ λαλεῖ τὰ θεῖα. Ἀλλὰ  ὅμως ὅταν κανεὶς δὲν ἔχει ἐνοικισμένο τὸ πονηρὸ αὐτὸ πνεῦμα, ἀλλὰ φέρεται ἀπὸ τίς ὑποβολὲς ἐκείνου, ὅταν ἀνασηκωθεῖ πρὸς ἐπιστροφὴ (διότι ἔχει τὸ αὐτεξούσιο), χρειάζεται προσευχὴ καὶ νηστεία, ὥστε μὲ τὴν νηστεία μὲν νὰ χαλινώσει τὸ σῶμα καὶ καταστείλει τίς ἐπαναστάσεις του, διὰ τῆς προσευχῆς δὲ νὰ ἀδρανοποιήσει καὶ κατευνάσει τίς προλήψεις τῆς ψυχῆς καὶ τοὺς λογισμοὺς ποὺ ἐρεθίζουν πρὸς τὸ πάθος· καὶ ἔτσι, ἀπελαύνοντας μὲ προσευχὴ καὶ νηστεία τὴ σατανικὴ προσβολὴ καὶ ἐπήρεια, νὰ κυριαρχήσει στὸ πάθος. Ὅταν ὅμως δὲν ἐνεργεῖται ἁπλῶς ἀπὸ τὴν ὑποβολὴ τοῦ δαίμονος, ἀλλὰ ἔχει ἔνοικο τὸν ἴδιο τὸν δαίμονα, οὔτε κατὰ τὰ ἀνθρώπινα πλέον πάσχει, οὔτε ὁ ἴδιος μπορεῖ νὰ πράξει κάτι πρὸς θεραπεία του, ἀλλὰ ὅ,τι θὰ ἔπραττε ἐκεῖνος, ἂν εἶχε ἐλεύθερο νοῦ, τοῦτο, πραττόμενο ὑπὲρ αὐτοῦ ἀπὸ τοὺς ἐλευθέρους, καὶ μάλιστα κατόχους θείου Πνεύματος, θὰ συντελέσει σημαντικὰ γιὰ τὴν ἐκβολὴ τοῦ δαίμονος.

Ἀλλὰ βέβαια δὲν μᾶς ζητεῖται νὰ ἐκδιώκουμε δαίμονες, καὶ ἂν μπορέσουμε νὰ ἐκδιώξουμε, κανένα ὄφελος δὲν θὰ προέλθει γιά μᾶς, ἂν ἔχουμε ἀκατάστατο βίο. Διότι, λέγει, «Πολλοὶ ἐροῦσὶ μοὶ ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ· Κύριε Κύριε, οὐ τῷ σῷ ὀνόματι προεφητεύσαμεν, καὶ τῷ σῷ ὀνόματι δαιμόνια ἐξεβάλομεν, καὶ τῷ σῷ ὀνόματι δυνάμεις πολλὰς ἐποιήσαμεν; καὶ τότε ὁμολογήσω αὐτοῖς ὅτι οὐδέποτε ἔγνων ὑμᾶς· ἀποχωρεῖτε ἀπ᾿ ἐμοῦ οἱ ἐργαζόμενοι τὴν ἀνομίαν(:Πολλοὶ θὰ μοῦ ποῦν ἐκείνη τὴν ἡμέρα τῆς κρίσεως: “Κύριε, Κύριε, στὸ ὄνομὰ Σου δὲν προφητεύσαμε, πιστεύοντας ὅτι εἶσαι ὁ Μεσσίας καὶ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ; Καὶ πιστεύοντας σὲ Σένα δὲν βγάλαμε δαιμόνια; Καὶ πιστεύοντας σὲ Σένα δὲν κάναμε πολλὰ θαύματα; Καὶ τώρα λοιπὸν δὲν θὰ μποῦμε στὴ βασιλεία Σου;”. Καὶ τότε θὰ διακηρύξω ξεκάθαρα σὲ αὐτοὺς ὅτι “Ποτὲ δὲν σᾶς ἀναγνώρισα ὡς δικούς μου. Φύγετε μακριά μου ἐσεῖς ποὺ ἐργαζόσασταν τὴν ἀνομία, διότι τὰ χαρίσματά μου τὰ χρησιμοποιήσατε ὄχι γιὰ τὴ δική μου δόξα, ἀλλὰ σύμφωνα μὲ τὰ δικά σας θελήματα καὶ τοὺς ἐγωιστικούς σας σκοπούς”)»[Ματθ.7,22-23].

Ἑπομένως πολὺ ἐπωφελέστερο εἶναι νὰ σπεύσουμε νὰ ἀπελάσουμε τὸ πάθος τῆς πορνείας καὶ τῆς ὀργῆς, τοῦ μίσους καὶ τῆς ὑπερηφανείας, ἀπὸ ὅ,τι τὸ νὰ ἐκβάλλουμε δαιμόνια. Πραγματικά, δὲν ἀρκεῖ μόνο νὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ τὴ σωματικὴ ἁμαρτία, ἀλλὰ πρέπει νὰ καθάρουμε καὶ τὴν ἐνέργεια ποὺ ἐνοικεῖ μέσα στὴν ψυχή· διότι οἱ κακοὶ διαλογισμοὶ ἐκπορεύονται ἀπὸ τὴν καρδιά μας, μοιχεῖες, πορνεῖες, φόνοι, κλοπές, πλεονεξίες καὶ τὰ παρόμοια -καὶ αὐτὰ εἶναι ποὺ κινοῦν τὸν ἄνθρωπο[βλ. Μᾶρκ.7,21-22: «Ἒσωθεν γὰρ ἐκ τῆς καρδίας τῶν ἀνθρώπων οἱ διαλογισμοὶ οἱ κακοὶ ἐκπορεύονται, μοιχεῖαι, πορνεῖαι, φόνοι, κλοπαί, πλεονεξίαι, πονηρίαι, δόλος, ἀσέλγεια, ὀφθαλμὸς πονηρός, βλασφημία, ὑπερηφανία, ἀφροσύνη(:Διότι μέσα ἀπ᾿ τὴν καρδιὰ τῶν ἀνθρώπων βγαίνουν κακὲς σκέψεις καὶ ἀποφάσεις, μοιχεῖες, πορνεῖες, φόνοι, κλοπές, κάθε εἴδους ἀδικίες ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὴν πλεονεξία, μοχθηρίες καὶ κακίες, ἀπάτες, ἠθικὴ παραλυσία καὶ ἀκράτεια, μάτι φθονερὸ καὶ κακό, βλασφημία, ὑπερηφάνεια, τρέλλα καὶ ἀμυαλοσύνη, ποὺ τὴ γεννᾷ ὁ σκοτισμὸς τῆς ἁμαρτίας)»], καὶ «Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν ὅτι πᾶς ὁ βλέπων γυναῖκα πρὸς τὸν ἐπιθυμῆσαι αὐτὴν ἤδη ἐμοίχευσεν αὐτὴν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ(:Ἀλλὰ ἐγώ σᾶς λέω ὅτι καθένας ποὺ βλέπει ὁποιαδήποτε γυναῖκα ἔχοντας πονηρὴ ἐπιθυμία νὰ ἁμαρτήσει μαζί της, ἤδη μὲ τὴν ἐμπαθῆ αὐτὴ ματιά του τὴ μοίχευσε μέσα στὴν καρδιά του καὶ ἁμάρτησε μὲ τὴν πρόθεση καὶ τὴ διάθεσή του)»[Ματθ.5,28]. Ὅταν ἀπρακτεῖ τὸ σῶμα, εἶναι δυνατὸ νὰ ἐνεργεῖται ἡ ἁμαρτία νοερῶς· ὅταν ὅμως ἡ ψυχὴ ἀποκρούει ἐσωτερικῶς τὴν προσβολὴ τοῦ πονηροῦ διὰ προσευχῆς καὶ προσοχῆς καὶ μνήμης θανάτου, διὰ τῆς κατὰ τὸν Θεὸ λύπης καὶ τοῦ πένθους, τότε τῆς ἁγιοσύνης συμμετέχει καὶ τὸ σῶμα, ἀποκτῶντας τὴν ἀπραξία στὰ κακά. Κι αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο ποὺ λέγει ὁ Κύριος ὅτι αὐτὸς ποὺ καθάρισε τὸ ἀπ᾿ ἔξω τοῦ ποτηριοῦ, δὲν καθάρισε καὶ τὸ ἐσωτερικό, ἀλλὰ καθαρίστε τὸ ἐσωτερικὸ τοῦ ποτηριοῦ, κι ἔτσι θὰ εἶναι καθαρὸ ἐξ ὁλοκλήρου[Ματθ.23,25:«Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι καθαρίζετε τὸ ἔξωθεν τοῦ ποτηρίου καὶ τῆς παροψίδος, ἔσωθεν δὲ γέμουσιν ἐξ ἁρπαγῆς καὶ ἀδικίας(:Ἀλίμονό σας, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριτές, διότι καθαρίζετε τὴν ἐξωτερικὴ ἐπιφάνεια τοῦ ποτηριοῦ καὶ τῆς πιατέλας, μέσα ὅμως αὐτὰ εἶναι γεμᾶτα ἀπὸ τροφὲς ποὺ προέρχονται ἀπὸ ἁρπαγὴ καὶ ἀδικία)»].

Πραγματικά, καταβάλλοντας κάθε φροντίδα ὥστε νὰ εἶναι κατὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ἡ ἐσωτερική σου ἐργασία, θὰ νικήσεις τὰ ἐξωτερικὰ πάθη· διότι ἐὰν ἡ ρίζα εἶναι ἁγία καὶ οἱ κλάδοι θὰ εἶναι ἅγιοι, ἐὰν εἶναι ἡ ζύμη, θὰ εἶναι καὶ τὸ φύραμα. «Λέγω δέ, πνεύματι περιπατεῖτε καὶ ἐπιθυμίαν σαρκὸς οὐ μὴ τελέσητε(:Καὶ μὲ αὐτὰ ποὺ σᾶς λέω, ἐννοῶ ὅτι πρέπει νὰ συμπεριφέρεστε σύμφωνα μὲ τίς ἐμπνεύσεις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ τότε δὲν θὰ ἐκπληρώσετε τὴν ἐπιθυμία τῆς σάρκας, καὶ συνεπῶς δὲν θὰ δαγκώνει ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, οὔτε θὰ ὑπάρχει μῖσος μεταξύ σας)», λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος[Γαλ.5,16].

Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Χριστὸς δὲν κατήργησε τὴν ἰουδαϊκὴ περιτομή, ἀλλὰ τὴν τελείωσε· διότι αὐτὸς εἶναι ποὺ λέγει: «Μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον καταλῦσαι τὸν νόμον ἢ τοὺς προφήτας· οὐκ ἦλθον καταλῦσαι, ἀλλὰ πληρῶσαι(:Μὴ νομίσετε ὅτι ἦλθα νὰ καταργήσω καὶ νὰ ἀκυρώσω τὸν ἠθικὸ νόμο τοῦ Μωυσῆ ἢ τὴν ἠθικὴ διδασκαλία τῶν προφητῶν. Δὲν ἦλθα νὰ τὰ καταργήσω αὐτά, ἀλλὰ νὰ τὰ συμπληρώσω καὶ νά σᾶς τὰ παραδώσω τέλεια)»[Μάτθ.5,17]. Πῶς λοιπὸν τὸν συμπλήρωσε; Ὁ νόμος ἐκεῖνος ἦταν σφραγῖδα καὶ ὑπόδειγμα καὶ συμβολικὴ διδαχὴ περὶ τῆς περιτομῆς τῶν πονηρῶν λογισμῶν στὴν καρδιά. Οἱ Ἰουδαῖοι ποὺ δὲν φρόντιζαν γι᾿ αὐτήν, ὀνειδίζονταν ἀπὸ τοὺς προφῆτες ὡς ἀπερίτμητοι στὴν καρδιά, προκαλοῦσαν ἀποστροφὴ σὲ Ἐκεῖνον ποὺ βλέπει στὴν καρδιὰ καὶ στὸ τέλος ἔγιναν ἀπόβλητοι· διότι ὁ ἄνθρωπος βλέπει στὸ πρόσωπο, ὁ Θεὸς στὴν καρδιά, κι ἐὰν αὐτὴ εἶναι γεμάτη ρυπαροὺς ἢ πονηροὺς λογισμούς, ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος γίνεται ἄξιος θείας ἀποστροφῆς. Γι᾿ αὐτὸ πάλι ὁ ἀπόστολος παραινεῖ νὰ κάνουμε τίς προσευχὲς μας χωρὶς ὀργὴ καὶ ἄσχημους λογισμούς[Α΄τιμ.2,8: «Βούλομαι οὖν προσεύχεσθαι τοὺς ἄνδρας ἐν παντὶ τόπῳ, ἐπαίροντας ὁσίους χεῖρας χωρὶς ὀργῆς καὶ διαλογισμοῦ(:Θέλω λοιπὸν νὰ προσεύχονται οἱ ἄνδρες σὲ κάθε τόπο καὶ νὰ σηκώνουν πρὸς τὸν οὐρανὸ χέρια καθαρὰ ἀπὸ κάθε μολυσμό, ἐλεύθεροι ἀπὸ ὀργὴ καὶ δισταγμὸ ὀλιγοπιστίας)»].

Καὶ ὅταν ὁ Κύριος μᾶς διδάσκει νὰ φροντίσουμε γιὰ τὴν πνευματικὴ περιτομὴ τῆς καρδιᾶς, μακαρίζει τοὺς καθαροὺς στὴν καρδιὰ καὶ τοὺς πτωχοὺς στὸ πνεῦμα καί τῆς μὲν καθαρότητας αὐτῆς τονίζει ὅτι ἔπαθλο εἶναι ἡ θεοπτία, στοὺς πτωχοὺς δέ, ὑπόσχεται τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν[Ματθ. 5,3-8: «Μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. μακάριοι οἱ πενθοῦντες, ὅτι αὐτοὶ παρακληθήσονται. μακάριοι οἱ πραεῖς, ὅτι αὐτοὶ κληρονομήσουσι τὴν γῆν. μακάριοι οἱ πεινῶντες καὶ διψῶντες τὴν δικαιοσύνην, ὅτι αὐτοὶ χορτασθήσονται. μακάριοι οἱ ἐλεήμονες, ὅτι αὐτοὶ ἐλεηθήσονται. μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται(:Μακάριοι καὶ τρισευτυχισμένοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ συναισθάνονται ταπεινὰ τὴν πνευματική τους φτώχεια καὶ τὴν ἐξάρτηση ὁλόκληρου τοῦ ἑαυτοῦ τους ἀπὸ τὸν Θεό, διότι εἶναι δική τους ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Μακάριοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ πενθοῦν γιὰ τίς ἁμαρτίες τους καὶ γιὰ τὸ κακὸ ποὺ ἐπικρατεῖ στὸν κόσμο, διότι αὐτοὶ θὰ παρηγορηθοῦν ἀπὸ τὸν Θεό. Μακάριοι εἶναι οἱ πρᾶοι, ποὺ συγκρατοῦν τὸν θυμό τους καὶ δὲν παραφέρονται ποτέ˙ διότι αὐτοὶ θὰ κληρονομήσουν ἀπὸ τὸν Θεὸ τὴ γῆ τῆς ἐπαγγελίας καὶ θὰ ἀπολαύσουν τὰ ἀγαθὰ τῆς οὐράνιας κληρονομιᾶς ἀπ᾿ αὐτὴν τὴ ζωή. Μακάριοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ μὲ σφοδρὸ ἐσωτερικὸ πόθο σὰν πεινασμένοι καὶ διψασμένοι ἐπιθυμοῦν τὴ δικαιοσύνη καὶ τὴν τελειότητα, διότι αὐτοὶ θὰ χορτάσουν, καθὼς θὰ ἱκανοποιηθοῦν πλήρως οἱ πόθοι τους. Μακάριοι εἶναι οἱ εὐσπλαχνικοὶ καὶ ἐπιεικεῖς, ποὺ συμπονοῦν τοὺς συνανθρώπους τους στὴ δυστυχία τους, διότι αὐτοὶ θὰ ἐλεηθοῦν ἀπὸ τὸν Θεὸ τὴν ἡμέρα τῆς κρίσεως. Μακάριοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουν τὴν καρδιά τους καθαρὴ ἀπὸ κάθε μολυσμὸ ἁμαρτίας, διότι αὐτοὶ θὰ δοῦν τὸν Θεό)»]· καὶ «πτωχοὺς» ἐννοεῖ αὐτοὺς ποὺ ζοῦν σὲ ἔνδεια καὶ εὐτέλεια. Δὲν μακαρίζει μάλιστα ἁπλῶς ὅλους τοὺς πτωχοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ τοὺς πτωχοὺς κατὰ τὸ φρόνημα, δηλαδὴ αὐτοὺς πού, ἐξαιτίας τῆς ἐσωτερικῆς στὴν καρδιὰ ταπεινώσεως καὶ ἀγαθῆς προαιρέσεως, διαθέτουν ἀναλόγως καὶ τὰ ἐξωτερικά. Ἀπαγορεύει μάλιστα ὄχι μόνο τὸν φόνο, ἀλλὰ καὶ τὴν ὀργή, καὶ προτάσσει νὰ συγχωροῦμε ἀπὸ καρδιὰ αὐτοὺς ποὺ μᾶς φταῖνε καὶ δὲν δέχεται τὸ προσφερόμενο ἀπό μᾶς δῶρο, ἂν δὲν συνδιαλλαγοῦμε προηγουμένως κι ἀφήσουμε τὴν ὀργή.

Τὸ ἴδιο διδάσκει καὶ γιὰ τὰ πορνικὰ πάθη· διότι καὶ αὐτὴν τὴν ἀπὸ περιέργεια θέα καί τὴν ἀπὸ αὐτὴν ἐπιθυμία δίδαξε ὅτι εἶναι μοιχεία στὴν καρδιά· καὶ ἐξετάζοντας αὐτὰ τὰ θέματα γενικότερα λέγει: Ἐὰν τὸ φῶς ποὺ ἔχεις μέσα σου, δηλαδὴ ὁ νοῦς καὶ ἡ διάνοια, εἶναι σκότος γεμᾶτα ἀπὸ τίς ἀφώτιστες προσβολὲς τῶν ἀρχόντων τοῦ σκότους, πόσο μᾶλλον τὸ σκότος, δηλαδὴ τὸ σῶμα καὶ ἡ αἴσθηση, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν δικό τους νοερὸ φέγγος, γεννητικὸ ἀληθείας καὶ ἀπαθείας; [βλ. Ματθ.6,23: «Ἐὰν δὲ ὁ ὀφθαλμός σου πονηρὸς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου σκοτεινὸν ἔσται. εἰ οὖν τὸ φῶς τὸ ἐν σοὶ σκότος ἐστί, τὸ σκότος πόσον;(: Ἐὰν ὅμως τὸ μάτι σου εἶναι βλαμμένο καὶ τυφλωμένο, ὅλο τὸ σῶμα σου θὰ εἶναι βυθισμένο στὸ σκοτάδι. Ἐὰν λοιπὸν ἐκεῖνο ποὺ σοῦ δόθηκε γιὰ νὰ σοῦ μεταδίδει φῶς, γίνει σκοτάδι, σὲ πόσο σκοτάδι θὰ βυθιστεῖς; Κάτι ἀνάλογο θὰ συμβεῖ, ἐὰν καὶ ὁ νοῦς σκοτιστεῖ ἀπὸ τὴν προσκόλληση στὸν πλοῦτο. Σὲ πόσο ἠθικὸ σκοτάδι θὰ βυθιστεῖ τότε ἡ ψυχή σου!)»], Ἐὰν ὅμως τὸ μέσα σου φῶς εἶναι καθαρό, σὲ περίπτωση ποὺ δὲν σκοτίζουν τὰ σαρκικὰ φρονήματα, θὰ εἶσαι τελείως φωτεινὸς κατὰ τὴν ψυχή, ὅπως ὅταν σὲ φωτίζει τὸ λυχνάρι μὲ τὴ λάμψη του. Τέτοια εἶναι ἡ περιτομὴ τῆς καρδίας κατὰ τὸ πνεῦμα, διὰ τῆς ὁποίας ὁ Κύριος συμπλήρωσε τὴν κατὰ τὸν νόμο περιτομὴ στὴ σάρκα, ποὺ δόθηκε στοὺς Ἰουδαίους, γιὰ νὰ ὑποδηλώνει ἐκείνην καὶ νὰ ὁδηγεῖ πρὸς ἐκείνην. Ἐπειδὴ ὅμως αὐτοὶ δὲν φρόντισαν νὰ τὴν ἀποκτήσουν, ἡ περιτομή τους, ὅπως λέγει ὁ Παῦλος[Ρώμ.2,25: «Περιτομὴ μὲν γὰρ ὠφελεῖ, ἐὰν νόμον πράσσῃς· ἐὰν δὲ παραβάτης νόμου ᾖς, ἡ περιτομὴ σου ἀκροβυστία γέγονεν(:Καὶ ἔτσι, ἐνῶ ἔχεις περιτμηθεῖ, αὐτὸ δὲν σὲ ὠφελεῖ σὲ τίποτε· διότι ἡ περιτομὴ ὠφελεῖ βέβαια, ἐὰν τηρεῖς τὰ προστάγματα τοῦ νόμου˙ ἐὰν ὅμως εἶσαι παραβάτης τοῦ νόμου, ἡ περιτομή σου ἔχασε κάθε ἀξία ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ ἔγινε σὰν τὴν ἀκροβυστία˙ καὶ συνεπῶς εἶσαι κι ἐσὺ σὰν νὰ μὴν ἔχεις περιτμηθεῖ)»], ἔγινε ἀκροβυστία καὶ ἀποξενώθηκαν ἀπὸ τὸν Θεὸ ποὺ δὲν βλέπει στὸ πρόσωπο, δηλαδὴ στὰ φανερὰ δικαιώματα τῆς σαρκός, ἀλλὰ στὴν καρδιά, δηλαδὴ στὰ ἀφανῆ καὶ μέσα μας κινήματα τῶν λογισμῶν.

Ἄς προσέχουμε λοιπὸν κι ἐμεῖς, ἀδελφοί, παρακαλῶ, καὶ ἂς καθαρίσουμε τίς καρδιὲς μας ἀπὸ κάθε μολυσμό, γιὰ νὰ μὴ συμπαρασυρθοῦμε μὲ ἐκείνους ποὺ κατακρίθηκαν. «Εἰ γὰρ ὁ δί᾿ ἀγγέλων λαληθεὶς λόγος ἐγένετο βέβαιος, καὶ πᾶσα παράβασις καὶ παρακοὴ ἔλαβεν ἔνδικον μισθαποδοσίαν, πῶς ἡμεῖς ἐκφευξόμεθα τηλικαύτης ἀμελήσαντες σωτηρίας; ἥτις ἀρχὴν λαβοῦσα λαλεῖσθαι διὰ τοῦ Κυρίου, ὑπὸ τῶν ἀκουσάντων εἰς ἡμᾶς ἐβεβαιώθη,  συνεπιμαρτυροῦντος τοῦ Θεοῦ σημείοις τε καὶ τέρασι καὶ ποικίλαις δυνάμεσι καὶ Πνεύματος ἁγίου μερισμοῖς κατὰ τὴν αὐτοῦ θέλησιν(:Καὶ ἀλίμονό μας ἂν πέσουμε ἔξω. Διότι, ἐὰν ὁ νόμος ποὺ ἀνήγγειλε ὁ Θεὸς στὸ Μωυσῆ διαμέσου ἀγγέλων ἀποδείχθηκε ἔγκυρος καὶ ἰσχυρός, καὶ κάθε παράβασή του καὶ παρακοὴ τιμωρήθηκε δίκαια μὲ τὴν ἀνάλογη τιμωρία, πῶς ἐμεῖς θὰ ξεφύγουμε τὴν τιμωρία, ἐὰν ἀμελήσουμε μιὰ τόσο μεγάλη καὶ σπουδαία σωτηρία; Τὴ σωτηρία αὐτὴ δέν μας τὴν γνωστοποίησαν κάποιοι ἄγγελοι, ὅπως ἔγινε στὸν νόμο, ἀλλὰ ἀφοῦ ἄρχισε νὰ τὴν κηρύττει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, μᾶς τὴν παρέδωσαν ὡς ἀληθινὴ καὶ ἀξιόπιστη οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι ποὺ τὴν ἄκουσαν κατευθεῖαν ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Κυρίου. Καὶ μαζὶ μὲ τὴ μαρτυρία τῶν Ἀποστόλων πρόσθεσε τὴ μαρτυρία Του καὶ ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Αὐτὸς ἐπιβεβαίωνε τὸ κήρυγμα τῶν Ἀποστόλων μὲ θαύματα καὶ καταπληκτικὰ ἔργα καὶ ποικίλες ὑπερφυσικὲς δυνάμεις καὶ θεῖα χαρίσματα, τὰ ὁποῖα τὸ Ἅγιον Πνεῦμα διαμοίραζε στοὺς πιστοὺς σύμφωνα μὲ τὸ θέλημά Του)» [Ἔβρ.2,2-4].

Ἄς φοβηθοῦμε λοιπὸν Ἐκεῖνον ποὺ διερευνᾷ καρδιὰ καὶ νεφρούς· ἂς ἐξιλεώσουμε τὸν Κύριο τῶν ἐκδικήσεων· ἂς βάλουμε μέσα μας ἔνοικο τὴν εἰρήνη, τὸν ἁγιασμό, τὴν προσευχὴ μὲ κατάνυξη, χωρὶς τὰ ὁποῖα κανεὶς δὲν θὰ δεῖ τὸν Κύριο· ἂς ποθήσουμε γεμᾶτοι πίστη τὴν ὑπεσχημένη ἐκείνη στοὺς καθαροὺς στὴν καρδιὰ θέα, καὶ ἂς πράξουμε τὰ πάντα, γιὰ νὰ ἐπιτύχουμε αὐτήν, μὲ τὴν ὁποία μαζὶ εἶναι ἡ αἰωνία ζωή, τὸ ἄφθαρτο κάλλος, ὁ ἀδαπάνητος πλοῦτος, ἡ ἀναλλοίωτη καὶ ἀπέραντη τρυφὴ καὶ δόξα καὶ βασιλεία.

Αὐτὰ μακάρι νὰ ἐπιτύχουμε ὅλοι ἐμεῖς σὲ αὐτὸν τὸν βασιλέα τῶν αἰώνων Χριστό· στὸν Ὁποῖο μόνο πρέπει κάθε δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνηση, μαζὶ μὲ τὸν ἄναρχο Πατέρα Του καὶ τὸ πανάγιο καὶ ἀγαθὸ καὶ ζωοποιὸ Πνεῦμα, στοὺς ἀπέραντους αἰῶνες. Γένοιτο.

ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
ἐπιμέλεια κειμένου: Ἑλένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ethnegersis.blogspot.com

Αφήστε μια απάντηση