Η ἄσκηση εἶναι μητέρα τοῦ ἁγιασμοῦ…

Mιά καταπληκτική ἄσκηση χαρακτήριζε τόν ὅσιο Μακάριο τόν Ἀλεξανδρέα: Μόλις ἄκουγε κάποιο ἀσκητικό κατόρθωμα, ἔσπευδε νά τό ἐπιτύχη καί ὁ ἴδιος. Ἀκόμη καί νά τό ξεπεράση! Κίνητρό του δέν ἦταν ἡ αὐτοϊκανοποίηση, ἀλλά ἡ ὑπερβολική ἀγάπη του στήν ἄσκηση, πού εἶναι μητέρα τοῦ ἁγιασμοῦ.
Ἔτσι μαθαίνοντας κάποτε ὅτι ἕνας ἀσκητής ἔτρωγε τήν ἡμέρα μόνο μιά λίτρα (320 γραμμάρια) ψωμί, ἔκοψε παξιμάδια σέ μικρά κομμάτια, τά ἔβαλε σέ μιά στάμνα καί ἀποφάσισε νά τρώη κάθε μέρα ὅσο πιάνει τό χέρι του. Ἀστειευόμενος ἔλεγε:
-Ἔπιανα ὅσο μποροῦσα περισσότερα κομμάτια, ἀλλά δέν μποροῦσα νά βγάλω τό χέρι μου ἀπό τό στόμιο τῆς στάμνας. Μέ λύπη λοιπόν ἄφηνα τότε μερικά…
Αὐτός ὁ μεγάλος ἀσκητής ὅταν ἔμαθε λεπτομέρειες γιά τήν ὑψηλή πνευματική ζωή τοῦ Μ. Παχωμίου, μεταμφιέστηκε σέ κοσμικό ἐργάτη, πῆγε στό κοινόβιο τῶν Ταβεννησιωτῶν, βρῆκε τόν ὅσιο κοινοβιάρχη καί τόν παρεκάλεσε:

– Δέξου με στό Μοναστήρι σου νά γίνω μοναχός. Ὁ Μ. Παχώμιος τόν κοίταξε καί τοῦ εἶπε:
– Ἔφτασες σέ γεράματα καί δέν μπορεῖς νά κάνης ἄσκηση. Οἱ ἀδελφοί ἐδῶ εἶναι ἀσκητές καί δέν μπορεῖς νά βαστάξης τούς κόπους τους. Θά σκανδαλιστῆς καί θά φύγης κακολογώντας τους.
Δέν τόν δέχτηκε ἔτσι ἐπί ἑπτά ἡμέρες. Κι αὐτός ἀφοῦ ἔμεινε νηστικός ὅλο αὐτό τό διάστημα, τόν παρεκάλεσε πάλι:
– Δέξου με, ἀββά, κι ἄν δέν νηστέψω ὅπως οἱ ἀδελφοί, κι ἄν δέν ἐργάζωμαι, διάταξε νά μέ διώξουν.
Μέ τή συμφωνία αὐτή τόν κράτησε. Τόν ἔβαλε σ᾿ ἕνα μοναστήρι πού εἶχε χίλιους τετρακόσιους μοναχούς.
Σέ λίγο ἔφτασε ἡ Σαρακοστή. Ὁ ὅσιος εἶδε τότε τούς ἀδελφούς νά ἀσκοῦνται ὁ καθένας διαφορετικά: Ἄλλον νά τρώη κάθε βράδυ, ἄλλον κάθε δύο μέρες, ἄλλον κάθε πέντε, ἄλλον νά ἀγρυπνῆ ὅλη τή νύχτα…
Τότε ἔβρεξε πολλούς βλαστούς φοινίκων, κάθησε σέ μιά γωνιά, καί μέχρις ὅτου συμπληρώθηκαν οἱ σαράντα μέρες κι ἔφτασε τό Πάσχα, δέν ἄγγιξε ψωμί! Ἐκτός ἀπό λίγα λαχανόφυλλα δέν δεχόταν τίποτε, κι αὐτά τήν Κυριακή, γιά νά φανῆ ὅτι κάτι τρώει. Καί ἐργαζόταν συνεχῶς πλέκοντας βλαστούς χωρίς νά μιλήση σέ ἄνθρωπο, χωρίς νά ἀνοίξη τό στόμα. Πάντα σιωποῦσε! Ἐκτός ἀπό τήν καρδιακή προσευχή καί τό ἐργόχειρο μέ τούς βλαστούς δέν ἔκανε τίποτε ἄλλο.
Ὅταν τό εἶδαν αὐτό οἱ ἀσκητές ἐξεγέρθηκαν κατά τοῦ Μ. Παχωμίου λέγοντας:
– Ἀπό ποῦ τόν ἔφερες αὐτόν τόν ἄσαρκο γιά νά μᾶς κατακρίνη; Ἤ διῶξε τον, ἤ νά ξέρης ὅτι ὅλοι ἐμεῖς θά σοῦ φύγουμε!
Ἀφοῦ πληροφορήθηκε ὁ ὅσιος τίς ἀσκήσεις του, προσευχήθηκε στόν Θεό νά τοῦ ἀποκαλύψη ποιός ἦταν. Καί τοῦ ἀπεκάλυψε.
Τόν παίρνει τότε ἀπό τό χέρι, τὀν ὁδηγεῖ στήν Ἐκκλησία, μπροστά στό θυσιαστήριο, καί τοῦ λέει:
– Ἔλα λοιπόν, καλόγηρε. Ἐσύ εἶσαι ὁ Μακάριος καί μοῦ κρύφτηκες. Πολλά χρόνια ποθοῦσα νά σέ δῶ. Σοῦ χρωστῶ χάρη γιά τό ὅτι ταπείνωσες τά παιδιά μου καί τά ἔμαθες νά μή μεγαλοφρονοῦν γιά τήν ἄσκησή τους. Πήγαινε λοιπόν στόν τόπο σου. Ἀρκετά μᾶς οἰκοδόμησες. Καί εὔχου ὑπέρ ἡμῶν.

(Ἀπό τό βιβλίο Χαρίσματα καί Χαρισματοῦχοι ἐκδ. Ἱερᾶς Μονῆς Παρακλήτου)

Αφήστε μια απάντηση