Τι θυσία ζητά από εμάς ο Θεός…

«Ὁ Θεὸς ἔχει δώσει ἐντολὴ νὰ τοῦ προσφέρουμε τὶς ἀπαρχές, τὰ πρῶτα δηλαδὴ ἀπὸ τὰ γεννήματα καὶ ἀπὸ ὅλους τοὺς καρποὺς καὶ ἀπὸ τὰ καθαρὰ ζῶα, γιὰ νὰ εὐλογηθοῦν τὰ ὑπόλοιπα καὶ γιὰ νὰ συγχωρεθοῦν οἱ ἁμαρτίες μας, καὶ ἐπίσης ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους νὰ ἀφιερώνουμε σὲ αὐτὸν τὰ πρωτότοκα παιδιὰ (Εξοδ. 22,29-30).

Οἱ πλούσιοι ὅμως κάνουν τὸ ἀντίθετο, κρατώντας γιὰ τὸν ἑαυτὸ τους τὰ χρήσιμα καὶ δίνοντας στοὺς φτωχοὺς ἀδελφοὺς τους τὰ ἄχρηστα. Γιὰ παράδειγμα, τὸ καλὸ κρασὶ τὸ πίνουν οἱ ἴδιοι, ἐνῶ τὸ ξυνισμένο καὶ αὐτὸ πού μυρίζει ἄσχημα τὸ δίνουν σὲ χῆρες καὶ ὀρφανὰ· τὰ γερὰ φροῦτα τὰ τρῶνε οἱ ἴδιοι, ἐνῶ τὰ σαπισμένα τὰ μοιράζουν· τὰ πολυτελῆ καὶ καινούργια ροῦχα τὰ κρατοῦν γιὰ τὸν ἑαυτὸ τους, ἐνῶ τὰ κουρελιασμένα καὶ παλιὰ τὰ πετοῦν στοὺς φτωχούς.

Ἐπίσης, ἀπὸ τὰ παιδιὰ τους, τὰ ὑγιὴ καὶ ὄμορφα τὰ ἑτοιμάζουν γιὰ συνοικέσια καὶ γάμους καὶ φροντίζουν πολὺ γι’ αὐτά, ἐνῶ τὰ φιλάσθενα ἤ μονόφθαλμα ἤ ἀνάπηρα ἤ ἄσχημα τὰ ἀφιερώνουν στὸν Θεὸ καὶ τὰ παραδίνουν σὲ μοναστήρια. Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ προσφορὲς τους δὲν γίνονται δεκτές.
Καὶ ὁ Κάϊν (Γέν. 4,3-7) πού πρόσφερε μὲ τέτοιον τρόπο, ὄχι μόνο δὲν εὐχαρίστησε τὸν Θεό, ἀλλὰ καὶ τὸν ἐξόργισε «.
» Ἔπρεπε λοιπὸν κάτι τέτοιοι νὰ σκεφτοῦν ὅτι, ἂν θέλουμε νὰ τιμήσουμε ἀνθρώπους θνητοὺς σὲ ἐμᾶς, φροντίζουμε νὰ τοὺς προσφέρουμε ἐκεῖνα πού αὐτοὶ θεωροῦν πιὸ πολύτιμα ἀπὸ ὅλα. Πόσο μάλλον ὅταν θέλουμε νὰ τιμήσουμε τὸν Θεό, τὸν Πλάστη μας, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἔχουμε καὶ αὐτὰ τὰ ἴδια πού προσφέρουμε;

Ὅταν θελήσουμε νὰ Τὸν ἐξευμενίσουμε μὲ τὴν ἐλεημοσύνη, ὀφείλουμε νὰ Τοῦ προσφέρουμε τὰ πιὸ πολύτιμα ἀπὸ ὅσα ἔχουμε, ὥστε νὰ μὴν ἐπιστραφεῖ σ΄ ἐμᾶς ἡ προσφορὰ μας προκαλώντας μας ντροπὴ καὶ ἡ θυσία μας νὰ μὴ φανεῖ σιχαμερὴ καὶ δὲν γίνει δεκτή.
Ἡ θυσία τοῦ Νῶε, ἂν καὶ ἦταν κνίσα καὶ καπνός, στὸν Θεὸ φάνηκε ὡς εὐωδία – σύμφωνα μὲ τὸ λόγο τῆς Γραφῆς· «Ὀσφράνθηκε ὁ Κύριος τὴν εὐωδία» (Γέν. 8,21) –, ἐξαιτίας τῆς καλῆς πρόθεσης αὐτοῦ πού τὴν πρόσφερε.
Ἀντίθετα, ἡ προσφορὰ διαφόρων ἀγαθῶν πού γίνεται μὲ κακὴ πρόθεση, ἀκόμη καὶ ἂν φαινομενικὰ δείχνει καλή, θεωρεῖται σιχαμερὴ ἀπὸ τὸν Κύριο, ὅπως ἡ θυσία καὶ τὸ θυμίαμα τῶν Ἰουδαίων. Γιατὶ ἔτσι εἶπε σὲ αὐτοὺς ὁ Θεὸς μέσω τοῦ προφήτη: «Το θυμίαμὰ σας μοῦ εἶναι σιχαμερό».

Αὐτὰ μᾶς εἶπε ὁ γέροντας, καὶ μεῖς φύγαμε ὠφελημένοι. Καὶ καθὼς μᾶς ξεπροβόδιζε, εἶπε: «Παιδιὰ μου, τὸ ἐρχόμενο Σάββατο ἐλᾶτε σ’ ἐμένα, γιατὶ σᾶς χρειάζομαι». Πήγαμε λοιπὸν τὸ Σάββατο κατὰ τὴν τρίτη ὥρα (9 τὸ πρωί), ὅπως μᾶς εἶπε, καὶ τὸν βρήκαμε νεκρό. Καὶ ἀφοῦ τὸν θάψαμε, φύγαμε εὐχαριστώντας τὸν Θεὸ πού μᾶς ἀξίωσε νὰ κηδέψουμε τέτοιον ἅγιο.

Εὐεργετινός, Τόμος Δ’, Ὑπόθεση Β΄, σελ. 31.

Αφήστε μια απάντηση