Τρώνε οι φτωχοί; Τρώνε και χαίρονται οι κεκοιμημένες ψυχούλες….

mike
By
158 Views
2 Min Read
Η ΓΙΑΓΙΑ ΜΟΥ Η ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΣΣΑ ΕΛΕΓΕ:
ΤΡΏΝΕ ΟΙ ΦΤΩΧΟΊ; …ΤΡΏΝΕ ΚΑΙ ΧΑΊΡΟΝΤΑΙ ΟΙ ΚΕΚΟΙΜΗΜΕΝΕΣ ΨΥΧΟΎΛΕΣ ΜΑΣ .!
Κάποιος κτύπησε τήν πόρτα της κυρά- Πελαγίας. Βγαίνει νά δῆ.
– Ἄ, ἡ κυρά Μαρία!
Εἶναι μία ἀπ᾽ τίς γιαγιάδες πού ζητιανεύουν.
-“Κόπιασε μέσα, κυρά-Μαρία, κάθησε”.
Ἡ γυναίκα κάθησε στόν πάγκο.
– “Νά σοῦ ψήσω ἕνα καφέ, μια χαρά , μά τί καφέ! Ἀπό καβουρδισμένα καί ἀλεσμένα κουκούτσια χαρουπιοῦ. Ἔχει καί λιγουλάκι ἀληθινό μέσα”.
Σέ λίγο ὁ παράξενος καφές εἶναι ἕτοιμος. Ἔχει καί λίγες ἐλίτσες καί παξιμάδια ἀπό κουραμάνα.
Ἡ γυναίκα ἤπιε τόν καφέ καί ἔφαγε μέ ὅρεξι. Εἶπε χίλια “φχαριστῶ” καί ἔφυγε.
Ἡ Πελαγία βάλθηκε νά κάνη τίς δουλειές τοῦ σπιτιοῦ.
Τό μεσημέρι ἔνιωσε κουρασμένη καί ξάπλωσε. Τά βλέφαρα βάρυναν καί ἀποκοιμήθηκε.
Στόν ὕπνο της εἶδε ὅτι εἶχε βγεῖ ἔξω καί συνάντησε κάπου τό μακαρίτη τόν ἄνδρα της. 
“Ποῦ πᾶς, Μανώλη μου; Δέν θά ᾽ρθης στό σπίτι νά φᾶς;”
-” Ὄχι, γυναίκα, εἶμαι χορτάτος. Πέρασα ἀπ᾽ τό σπίτι, ἤπια τόν καφέ ἀπό κουκουτσάλευρο καί ἔφαγα τό παξιμάδι μέ τίς ἐλιές.
Εἶμαι πλήρης!…”
Κάτι παρόμοιο ἔγινε καί ἄλλη φορά.
Εἶναι περασμένες τρεῖς τό μεσημέρι.
Ἡ Ἀθηνά κοιμᾶται στό ντιβάνι τοῦ μεσαίου δωματίου.
Στόν ὕπνο της εἶδε τήν πεθαμένη ἀδελφή της, τήν Ἀντιγόνη.
– “Ἀθηνά, τί ὡραῖο πού εἶναι τό σπανακόρυζο, πού μαγείρεψε ἡ μαμά!
Μοῦ σέρβιρε ἕνα βάθυ πιάτο.
Ἔφαγα καί φχαριστήθηκα”.
Πετάχτηκε ἀπ᾽ τό κρεββάτι ἡ Ἀθηνά καί ἔτρεξε ἀμέσως νά πῆ τό ὄνειρο στή μάνα της. Ἀνοίγει τήν πόρτα τοῦ διπλανοῦ δωματίου καί τά ᾽χασε!
Μία ζητιάνα καθισμένη στόν πάγκο εἶχε μπροστά της ἕνα βαθύ πιάτο σπανακόρυζο, πού μόλις ἄδειαζε!
(Το απόσπασμα αυτό είναι από το βιβλίο “Η γιαγιά μου η Μικρασιάτισσα” της Ελένης Παναγιωτοπούλου – Κουρτίδου, εκδόσεις Νεκτάριου Παναγοπούλου)
add
TAGGED:
Share This Article
Δεν υπάρχουν Σχόλια

Αφήστε μια απάντηση