Η οικονομική κατάσταση στην Κριμαία ήταν πολύ άσχημη. Πολλοί άνθρωποι πεινούσαν.
Το διαμέρισμα στο οποίο έμενε ο Άγιος ήταν παλιό και είχε μόνο δύο δωμάτια.
Εκεί, κάθε πρωί σχηματιζόταν ουρά, για τη μοναδική βρύση που είχε.
Στην κουζίνα του καθημερινά φτιαχνόταν φαγητό για δεκαπέντε με είκοσι άτομα.
Για το φαγητό αυτό έρχονταν πολλά νηστικά παιδάκια, γριούλες και φτωχοί άνθρωποι.
Κάθε μέρα, η ανιψιά του Αγίου μαγείρευε ένα τεράστιο καζάνι φαγητό, το οποίο γινόταν άφαντο.
Όταν το βράδυ ο Αρχιεπίσκοπος Λουκάς ερχόταν στο σπίτι, ρωτούσε αν έφαγαν όλοι οι άνθρωποι
και αν έφτασε το φαγητό.
Ο Άγιος έτρωγε πολύ λίγο και μόνο μία φορά την ημέρα.
Τα ράσα του ήταν πολύ φτωχικά και μπαλωμένα.
Τα παπούτσια του ήταν πάντα επιδιορθωμένα.
Όταν η ανιψιά του, του έλεγε να ράψει καινούργια ράσα, εκείνος της απαντούσε
: ”Μπάλωνε, μπάλωνε Βέρα. Οι φτωχοί είναι πολλοί”.
Ο Άγιος ποτέ δεν νοιάστηκε για τον εαυτό του.
Πάντα προείχαν γι’ αυτόν οι άνθρωποι, που βρίσκονταν σε ανάγκη.
«Άγιε Ιεράρχα, ομολογητά, διδάσκαλε της αληθείας και ανάργυρε ιατρέ Λουκά, σοι κλίνομεν τα γόνατα της ψυχής και του σώματος και προσπίπτοντες τοις τιμίοις και ιαματικοίς λειψάνοις σου, σε παρακαλούμεν, ως τα τέκνα τους πατέρας αυτών.
Εισάκουσον ημών των αμαρτωλών, τίμιε πάτερ, και προσάγαγε την δέησιν ημών τω ελεήμονι και φιλανθρώπω Θεώ, ως εστώς ενώπιον αυτού μετά πάντων των αγίων.
Πιστεύομεν ότι αγαπάς ημάς δια της αυτής αγάπης ην ηγάπησας τους αδελφούς σου κατά την εν τω κόσμω βιοτήν σου.
Την τέχνην των ιατρών ματιών, των ασθενούντων τα αρρωστήματα, τη αρωγή της χάριτος, πλειστάκις εθεράπευσας.
Μετά δε την σεπτήν σου κοίμησιν, τα σα χαριτόβρυτα λείψανα, ο των όλων Δεσπότης, πηγήν ιατρείας ανέδειξεν.
Ποικίλας γαρ ιώνται ασθενείας και δύναμιν δωρούνται τοις ευλαβώς ταύτα ασπαζομένοις και αιτουμένοις την θείαν πρεσβείαν σου.
Διό αιτούμεν σε και θερμώς παρακαλούμεν σε, τον την χάριν της ιατρείας κομισάμενον· τον ασθενούντα και δεινώς χειμαζόμενον αδελφόν ημών (…το όνομα του ασθενούς) επίσκεψαι και θεράπευσον εκ της συνεχούσης αυτόν ασθενείας.
Πάντιμε και αγιώτατε πάτερ Λουκά, ελπίς αρραγής των ασθενούντων και κεκμηκότων, μη επιλάθου δωρήσασθαι τω αδελφώ ημών (…το όνομα του ασθενούς) την ίασιν και πάσιν ημίν τα ευφρόσυνα.
Ίνα και ημείς συν σοι δοξάζωμεν τον Πατέρα και τον Υιόν και το Άγιον Πνεύμα, την μίαν θεότητα τε και βασιλείαν, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν».
Βοήθειά ο Άγιος Λουκάς ο ιατρός.
