Κλίμαξ του Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου / Περί αγνείας (2)

54. Κανείς ας μη θελήση να συλλογίζεται την ημέρα τα άσχημα όνειρα πού είδε την νύκτα. Διότι αποτελεί και αυτό επιδίωξι των δαιμόνων, να μας μολύνουν με τα όνειρα, ενώ είμαστε ξύπνιοι.

55. Ας ακούσωμε και μία άλλη πανουργία των εχθρών μας: Ωρισμένες τροφές πού βλάπτουν το σώμα, επιφέρουν την ασθένεια αργότερα ή την άλλη ημέρα. Κάτι παρόμοιο γίνεται πολλές φορές με τις αιτίες πού μολύνουν την ψυχή.

56. Είδα μερικούς να τρώγουν απολαυστικά, και να μη πολεμούνται αμέσως. Και είδα άλλους να συνεσθίουν και να συναναστρέφωνται με γυναίκες, και να μην έχουν εκείνη την ώρα κανένα πονηρό λογισμό. Έτσι απατώμενοι πήραν θάρρος και φάνηκαν αμέριμνοι. Την ώρα όμως πού ενόμισαν ότι ευρίσκονται σε ειρήνη και ασφάλεια, μέσα στο κελλί τους έπαθαν ξαφνικό όλεθρο. Ποιος ήταν ο όλεθρος; Εκείνος πού συμβαίνει σ΄ εμάς, στην ψυχή και στο σώμα, όταν είμαστε εντελώς μόνοι. Όποιος τον εδοκίμασε, αντιλαμβάνεται. Όποιος δεν τον εδοκίμασε δεν χρειάζεται να τον γνωρίση.

Κατά τον καιρό αυτού του πειρασμού κατάλληλη βοήθεια για μας είναι ο σάκκος, η σποδός, η ολονύκτιος ορθοστασία, η στέρησις του άρτου, η φλόγωσις της γλώσσης από την δίψα, η ελάχιστη πόσις ύδατος, η διαμονή στους τάφους, και πρό πάντων η ταπείνωσις της καρδιάς. Και ακόμη, εάν είναι εύκολο, η βοήθεια από ένα πατέρα ή αδελφό ικανό και με γηραιό φρόνημα. Διότι απορώ, εάν μπορή κάποιος μόνος του να σώση πλοίο από το πέλαγος.

57. Πολλές φορές η ίδια πτώσις είναι εκατό φορές βαρύτερη από την πτώσι ενός άλλου. Το κρίμα υπολογίζεται και από τον τρόπο και από τον τόπο και από την πνευματική προκοπή του αμαρτήσαντος και από άλλα πολλά.

58. Μου περιέγραψε κάποιος έναν παράδοξο και υψηλότατο βαθμό αγνότητος: «Κάποιος, μου είπε, ατενίζοντας σωματικό κάλλος, παρακινούμενος από αυτό εδοξολόγησε τον Δημιουργό. Και μόνο από την θέα του κινήθηκε σε αγάπη προς τον Θεόν και σε ακατάπαυστα δάκρυα. Και σε κατελάμβανε θάμβος να βλέπης τον βόθρο του ενός να γίνεται με υπερφυσικό τρόπο αιτία στεφάνων στον άλλο». Εάν πάντοτε αυτός ο άνθρωπος είς αυτού του είδους τα θέματα έχη την ίδια αίσθησι και αντιμετώπισι, ανεστήθη άφθαρτος προς της κοινής αναστάσεως.

59. Το ίδιο μέτρο ας έχωμε υπ΄ όψιν μας και όσον αφορά τις μελωδίες και τα άσματα. Διότι όσοι είναι φιλόθεοι παρακινούνται σε πνευματική χαρά και αγάπη του Θεού και δάκρυα, τόσο από τα κοσμικά όσο και από τα θρησκευτικά μελωδήματα. Στους φιληδόνους όμως συμβαίνει το αντίθετο.

60. Μερικοί, όπως το είπαμε ήδη, συμβαίνει να πολεμούνται περισσότερο σε τόπους ησυχαστικούς. Και δεν είναι περίεργο. Διότι εισχωρούν και κατοικούν εκεί οι δαίμονες, αφού εξωρίσθηκαν από τον Κύριον χάριν της σωτηρίας μας στους ερημικούς τόπους και στην άβυσσο.

61. Πολεμούν τον ησυχαστή φοβερά οι δαίμονες της πορνείας, για να τον φέρουν στον κόσμο, αφού δήθεν δεν ωφελείται καθόλου από την έρημο. Όταν ευρισκώμεθα στον κόσμο, απομακρύνονται από πλησίον μας, για να μείνωμε μαζί με τους κοσμικούς, αφού δήθεν εκεί δεν έχομε πόλεμο!

62. Όπου πολεμούμεθα, εκεί οπωσδήποτε πολεμούμε τον εχθρό σκληρά. Διότι εάν δεν αντιμετωπίζη πόλεμο έκ μέρους μας, γίνεται και αυτός φίλος μας.

63. Ευρισκόμενοι για κάποια αναγκαία υπηρεσία στον κόσμο, σκεπαζόμεθα από το χέρι του Θεού, ίσως από την ευχή του Γέροντος, για να μη βλασφημηθή ο Κύριος εξ αιτίας μας.

Άλλοτε δεν μας συμβαίνει πτώσις από αναισθησία, διότι έχομε από πρίν μεγάλη πείρα και έχομε χορτάσει από τα όσα παρατηρούνται και λέγονται και διαπράττονται στον κόσμο. Και άλλοτε διότι υποχωρούν θεληματικά οι δαίμονες, αφίνοντας σ’ εμάς τον δαίμονα της υπερηφανείας, ο οποίος είναι ικανός να τους αναπληρώνη όλους.

64. Ακούσατε ένα άλλο τέχνασμα και μία άλλη πανουργία του απατεώνος, όσοι επιθυμείτε να εξασκήτε την αγνεία, και φυλαχθήτε.

Κάποιος που εδοκίμασε τον δόλο αυτό μου διηγήθηκε, ότι πλείστες φορές ο δαίμων της πορνείας κρύπτει εντελώς τον εαυτόν του. Έτσι υποβάλλει στον μοναχό την εντύπωσι ότι είναι ευλαβέστατος, του χορηγεί και δάκρυα ακόμη όταν κάθεται και συνομιλή με γυναίκες, παρακινώντας τον να τις διδάσκη περί μνήμης θανάτου και περί κρίσεως και περί σωφροσύνης.

Και όλα αυτά για να παρασυρθούν από τα λόγια του και την ψεύτικη ευλάβεια κα να προστρέξουν οι άθλιες στον λύκο σαν σε βοσκό. Και αφού δημιουργηθή εν τω μεταξύ ανάμεσά τους ένα κλίμα οικειότητος και θάρρους, να υποστή ο πανάθλιος την πτώσι.

65. Να αποφεύγωμε με όλη μας την δύναμι να παρατηρούμε ή να ακούμε για καρπό, πού υποσχεθήκαμε να μη τον γευθούμε ποτέ.

Θαυμάζω δε εάν θεωρήσαμε τους εαυτούς μας πιο ισχυρούς από τον Προφήτη Δαβίδ, πράγμα απαράδεκτο.

Τόσο υψηλός και τόσο μεγάλος είναι ο έπαινος της αγνείας, ώστε μερικοί από τους Πατέρας να τολμήσουν να την ονομάσουν απάθεια.

66. Ισχυρίζονται ωρισμένοι πώς είναι αδύνατον να ονομάζεται κανείς αγνός μετά την γεύσι της αμαρτίας. Εγώ όμως αντικρούοντας αυτούς αποφαίνομαι: «Είναι δυνατόν και εύκολο σ’ όποιον θέλει, να μετακεντρίση την αγριέλαιον σε καλλιέλαιον». Εάν τα κλειδιά της βασιλείας των ουρανών είχαν δοθή σ’ έναν παρθένο, ίσως να είχαν οι προαναφερθέντες δίκηο στην γνώμη τους. Εφ’ όσον όμως δεν συμβαίνει αυτό, ας τους αποστομώση εκείνος πού και πεθερά απέκτησε και αγνός έγινε και τα κλειδιά της βασιλείας κρατεί στα χέρια του.

67. Πολύμορφος είναι ο όφις του σαρκικού πολέμου. Αυτούς πού δεν εγεύθηκαν την αμαρτία τους σπρώχνει να την δοκιμάσουν μία μόνο φορά και έπειτα να σταματήσουν. Και όσους την εδοκίμασαν, με την ανάμνησι τους ερεθίζει ο άθλιος να την δοκιμάσουν πάλι. Πολλοί από τους πρώτους δεν πολεμούν, διότι αγνοούν το κακό. Οι δεύτεροι δε, επειδή εδοκίμασαν το σιχαμερό αυτό κακό, υφίστανται ενοχλήσεις και πολέμους. Πολλές φορές όμως συμβαίνει και το αντίθετο.

68. Όταν σηκωνόμαστε από τον ύπνο ευδιάθετοι και ειρηνικοί, σημαίνει ότι χωρίς να το αντιληφθούμε μας συμπαρίστανται άγιοι Άγγελοι, και κυρίως όταν έχωμε κοιμηθή με πολλή προσευχή και νηφαλιότητα. Αλλά μερικές φορές συμβαίνει να ευρισκώμεθα σε ευχάριστη κατάστασι καθώς ξυπνούμε, και να το παθαίνωμε αυτό από όνειρα και φαντασίες πού προέρχονται από τους δαίμονας.

69. Είδα τον ασεβή να υπερυψώνεται και να επαίρεται και να ταράσσεται και να μαίνεται μέσα μου σαν τους κέδρους του Λιβάνου. Και τον προσπέρασα με την εγκράτεια, και να! ο θυμός του δεν ήταν όπως πρίν. Τον ανεζήτησα πάλι αφού εταπείνωσα τον λογισμό μου, και ούτε ευρέθηκε πλέον μέσα μου ο τόπος του ή το ίχνος του (πρβλ. Ψαλμ. λστ΄ 36).

70. Όποιος ενίκησε το σώμα, αυτός ενίκησε την φύσι. Αυτός δε πού ενίκησε την φύσι, οπωσδήποε ανέβηκε σε υπερφυσική κατάστασι. Αυτός δε πού κατώρθωσε τούτο, «ηλάττωται βραχύ τι παρ’ Αγγέλους», για να μην ειπώ ότι καθόλου δεν είναι ελαττωμένος από αυτούς.

71. Δεν είναι θαύμα το να μάχεται ο άϋλος τον άϋλο. Θαύμα όμως είναι, αληθινό θαύμα, το να κατανικήση τους αΰλους εχθρούς ο υλικός άνθρωπος, μαχόμενος εναντίον τους με την εχθρική τούτη και επίβουλη ύλη, δηλαδή το σώμα.

72. Δείχνοντας και εδώ ο αγαθός Κύριος πολλή πρόνοια για μας, εμπόδισε την αναισχυντία των γυναικών με την εντροπή σαν με χαλινάρι. Διότι αν μόνες τους έτρεχαν προς τους άρρενας, δεν θα εσώζετο κανένας.

73. Άλλο χαρακτηρίζεται από τους διακριτικούς Πατέρας προσβολή και άλλο συνδυασμός και άλλο συγκατάθεσις και άλλο αιχμαλωσία και άλλο πάλη και άλλο ψυχικό πάθος.

Προσβολή ονομάζουν οι μακάριοι ένα απλούν λόγο ή μία τυχαία εικόνα πού εμφανίζεται για πρώτη φορά στην καρδιά. Συνδυασμό δε, το να συζητήσης με το εμφανισθέν είτε εμπαθώς είτε απαθώς. Συγκατάθεσι, την ηδονική στροφή της ψυχής προς το εμφανισθέν. Και αιχμαλωσία, την ορμητική και αθέλητη αρπαγή της καρδιάς∙ ή την εξακολουθητική συνεύρεσι με αυτό, πράγμα πού εξαφανίζει την καλή μας ψυχική κατάστασι.

Πάλη ορίζουν ότι είναι η παράταξις μιας ίσης προς τον εχθρό δυνάμεως, με την οποία, ανάλογα με την θέλησί μας, ή νικούμε ή υφιστάμεθα ήττα. Πάθος δε λέγουν ότι είναι εκείνο πού εμφωλεύει πολύν καιρό εμπαθώς μέσα στην ψυχή, και το οποίο από την πολλή συνήθεια έχει κάνει την ψυχή να παραδίδεται μόνη της σ’ αυτό.

Εξ’ όλων αυτών το μέν πρώτο δεν είναι ένοχο, το δεύτερο όχι και τόσο, το δε τρίτο εξαρτάται από την κατάστασι του αγωνιζομένου. Όσον αφορά την πάλη, αυτή θα προξενήση ή στεφάνους ή τιμωρίες. Η αιχμαλωσία διαφορετικά κρίνεται την ώρα της προσευχής και διαφορετικά τις άλλες ώρες∙ και αλλοιώτικα για πονηρούς λογισμούς. Το πάθος τέλος για όλους, ή τακτοποιείται με την ανάλογη μετάνοια ή τιμωρείται στην μέλλουσα κόλασι. Εκείνος λοιπόν πού αντιμετωπίζει νικηφόρα και με απάθεια το πρώτο, διά μιας περιέκοψε όλα τα κακά επακόλουθα.

Ομιλούν οι πιο ακριβολόγοι από τους γνωστικούς Πατέρες και για μία άλλη έννοια, λεπτότερη από τις προηγούμενες, η οποία σύμφωνα με ωρισμένους αποκαλείται παραρριπισμός του νοός. Αυτή η έννοια παρευθύς, χωρίς να μεσολαβήση χρόνος ή λόγος ή εικόνα, παρουσιάζει με περισσότερη οξύτητα το πάθος στον άνθρωπο. Ανάμεσα στα πνεύματα του κακού τίποτε δεν υπάρχει πιο ταχύ και πιο αδιόρατο. Με μόνη την λεπτή και απλή ενθύμησι, αχρόνως, αφθάστως, σε πολλούς δε και αγνώστως παρουσιάζεται μέσα στην ψυχή. Εάν δε κάποιος μπόρεσε διά μέσου του πένθους να κατανοήση την λεπτότητα αυτού του πνεύματος, αυτός μπορεί να μας διδάξη, πώς γίνεται με μόνη την όρασι, με ένα ανεπαίσθητο βλέμμα και άγγιγμα χεριού και άκουσμα μελωδίας, χωρίς καμμία έννοια και σκέψι να πορνεύη εμπαθώς η ψυχή!

74. Έχουν μερικοί την γνώμη ότι το σώμα οδηγείται στα πάθη από τους λογισμούς της πορνείας. Άλλοι αντίθετα υποστηρίζουν ότι από τις σωματικές αισθήσεις γεννώνται οι πονηροί λογισμοί. Και οι μέν πρώτοι φέρουν το επιχείρημα, πώς αν δεν προτρέξη ο νούς, δεν μπορεί να ακολουθήση το σώμα. Οι δε δεύτεροι έχουν ως στήριγμα της γνώμης τους την κακουργία του σωματικού πάθους, και λέγουν: Πολλές φορές από μία γλυκύτατη όψι, από ένα άγγιγμα χεριού, από μια ωραία ευωδία ή από ένα γλυκό άκουσμα παίρνουν αφορμή οι λογισμοί να εισέλθουν στην καρδιά.

Για όλα αυτά όποιος μπορεί ας μας διδάξη έν Κυρίω. Διότι αυτά είναι πολύ αναγκαία και ωφέλιμα σε όσους ζουν την πρακτική μοναχική ζωή έν επιγνώσει. Είς τους άλλους, τους ασκουμένους «έν απλότητι καρδίας», δεν χρειάζεται να γίνεται λόγος περί αυτών. Άλλωστε η γνώσις δεν είναι κτήμα όλων. Ούτε πάλι είναι κτήμα όλων η μακαρία απλότης, ο θώραξ αυτός εναντίον των δόλων των πονηρών δαιμόνων.

75. Ωρισμένα πάθη αρχίζουν από μέσα και εκδηλώνονται στο σώμα, αλλά δε αντιστρόφως. Σ’ εκείνους οι οποίοι ευρίσκονται στον κόσμο συμβαίνει συνήθως το δεύτερο, ενώ σ’ εκείνους πού ζούν τον μοναχικό βίο, το πρώτο, αφού λείπουν οι αφορμές. Εγώ δε γι΄αυτό το ζήτημα λέγω: Θα ζητήσης στους κακούς σύνεσι, αλλά δεν θα την εύρης [6].

76. Αφού αγωνισθούμε πολύ εναντίον του δαίμονος, ο οποίος είναι σύζυγος της πηλού, δηλαδή της σαρκός μας, και αφού τον κτυπήσωμε με την πέτρα της νηστείας και το ξίφος της ταπεινώσεως, και τον εκδιώξωμε από την καρδιά μας, ύστερα αυτός κάθεται επάνω στο σώμα μας και μας σπρώχνει σε μολυσμούς γαργαλίζοντάς μας ο άθλιος και προξενώντας κάποια κινήματα άπρεπα και άκαιρα. Αυτό συνήθως το παθαίνουν περισσότερο απ’ όλους όσοι υποτάσσονται στον δαίμονα της υπερηφανείας. Διότι αφού έπαυσαν να έχουν στην καρδιά συνεχείς πορνικούς λογισμούς, επλησίασαν σ’ αυτό το πάθος. Και ότι αυτό πού ελέχθη δεν είναι ψευδές θα φανή ως εξής: Όταν εύρουν ήσυχο καιρό, ας ανακρίνουν τον εαυτό τους προσεκτικά και οπωσδήποτε θα ανακαλύψουν στο βάθος της καρδιάς των κάποιον λογισμό, πού κρύβεται σαν όφις στην κοπριά. Και αυτός ο λογισμός τους παρουσιάζει ότι δήθεν το κατόρθωμα της καρδιακής αγνείας το επέτυχαν με τον ιδικό τους ζήλο και την ιδική τους προθυμία. Και δεν σκέπτονται οι ταλαίπωροι τον γραφικό λόγο: «Τι γάρ έχεις ό ούκ έλαβες δωρεάν ή έκ Θεού ή έξ ετέρων συνεργίας και ευχής;» (πρβλ. Α΄ Κορινθ. δ΄ 7).

Ας προσέξουν λοιπόν και αφού νεκρώσουν αυτόν τον όφι με πολλή ταπεινοφροσύνη, ας τον εκδιώξουν από την καρδιά τους.

Έτσι, εάν απαλλαγούν από αυτόν, θα μπορέσουν ίσως κάποια φορά και αυτοί να εκδυθούν τους δερματίνους χιτώνας και να ψάλουν προς τον Κύριον τον επινίκιο ύμνο της αγνείας, όπως κάποτε τα αγνά νήπια (πρβλ. Ματθ. κα΄ 15)∙ εάν βέβαια εκδυθέντες δεν ευρεθούν γυμνοί∙ γυμνοί από την ακακία και την φυσική αθωότητα εκείνων.

Παρακολουθεί και αυτός ο δαίμων πολύ περισσότερο από τους άλλους τον καιρό. Και όταν δεν είμαστε σε θέσι να προσευχηθούμε σωματικώς εναντίον του, τότε κατ’ εξοχήν επιχειρεί να μας πολεμά ο ανόσιος.

Έρχεται ως βοηθός σε όσους δεν απέκτησαν ακόμη αληθινή καρδιακή προσευχή ο κόπος και η ταλαιπωρία της σωματικής προσευχής. Δηλαδή η έκτασις των χειρών, το κτύπημα του στήθους, η καθαρά ενατένισις προς τον ουρανό, οι δυνατοί αναστεναγμοί, η συνεχής γονυκλισία.

Όταν αυτά πολλές φορές, εφ’ όσον είναι παρόντες και άλλοι, δεν μπορούμε να τα κάνουμε, τότε μας πολεμούν πολύ οι δαίμονες. Τότε αναγκαστικά ίσως υποχωρούμε στην επίθεσί τους, αφού δεν μπορούμε ακόμη με την συγκέντρωσι του νου και με την αόρατη δύναμι της προσευχής να αντισταθούμε στους εχθρούς μας.

Αναπήδησε γρήγορα, αν μπορής. Κρύψου για λίγο μυστικά. Ανύψωσε τους ψυχικούς σου οφθαλμούς, αν σου είναι δυνατόν. Ειδεμή, ανύψωσε τους σωματικούς. Σταύρωσε τα χέρια σου ακίνητα, ώστε και με τον τύπο του Σταυρού να καταισχύνης και να νικήσης τον Αμαλήκ.

Φώναξε δυνατά προς τον δυνάμενον να σε σώση, όχι με επιτηδευμένες φράσεις, αλλά με ταπεινά λόγια, αρχίζοντας εν πρώτοις με το «ελέησόν με, ότι ασθενής ειμί» (Ψαλμ. ς΄ 3). Τότε θα αισθανθής την δύναμι του Υψίστου και θα αποδιώξης τους αοράτους αοράτως με αόρατη βοήθεια.

Όποιος συνήθισε να πολεμά έτσι ταχέως και με μόνη την ψυχή θα δυνηθή να εκδιώκη τους εχθρούς. Αυτό το δεύτερο είναι ανταμοιβή του πρώτου εκ μέρους του Θεού προς τους αγωνιστάς. Και δικαίως.

77. Παρευρεθείς σε κάποια σύναξι μοναχών αντελήφθηκα ότι ένας εκλεκτός αδεφός ενωχλήθηκε από πονηρούς λογισμούς. Και επειδή δεν ευρέθηκε τόπος κατάλληλος για προσευχή, πήγε στο αφοδευτήριο για σωματική ανάγκη, γιατί τον ενώχλησε δήθεν η κοιλία, και εκεί με δυνατή προσευχή επολέμησε κατά των εχθρών του. Όταν δε εγώ τον εμέμφθηκα για το ακατάλληλο του τόπου, μου απήντησε: «Προσευχήθηκα σε ακάθαρτο τόπο, εφ’ όσον επρόκειτο για την εκδίωξι ακαθάρτων λογισμών και για την κάθαρσι από τον ρύπο».

78. Όλοι οι δαίμονες αγωνίζονται να σκοτίσουν προηγουμένως το νοερό μέρος της ψυχής μας, και έπειτα μας υποβάλλουν εκείνα που αγαπούν. Διότι αν ο νους δεν κλείση τα μάτια του, δεν θα κλαπή ο θησαυρός. Αυτό το επιδιώκει περισσότερο απ’ όλους ο δαίμων της πορνείας. Αυτός πολλές φορές σκοτίζοντας τον ηγεμόνα νου κάνει να επιτελεσθούν πράξεις, και μάλιστα επί παρουσία ανθρώπων, πού μόνο οι παράφρονες διαπράττουν. Γι’ αυτό αργότερα όταν ο νους συνέλθη, όχι μόνο όσους μας είδαν, αλλά και τον ίδιο τον εαυτό μας εντρεπόμεθα για τις άσεμνες πράξεις, τα λόγια και τα κινήματά μας, και μένομε έκθαμβοι εμπρός σ’ εκείνη μας την πώρωσι. Έτσι πολλές φορές μερικοί πού το αντελήφθηκαν αυτό, εσταμάτησαν την αμαρτία.

79. Αποδοκίμαζε τον εχθρό, ο οποίος μετά την διάπραξι της αμαρτίας σε εμποδίζει από την προσευχή ή την θεοσέβεια ή την αγρυπνία. Και να ενθυμήσαι εκείνον που είπε: «Διά δε το κόπους μοι παρέχειν την υπό των προλήψεων τυραννουμένην ψυχήν, ποιήσω την εκδίκησιν αυτής έκ των εχθρών αυτής» (πρβλ. Λουκ. ιη΄ 5).

80. Ποιος ενίκησε το σώμα; Αυτός πού συνέτριψε την καρδιά. Και ποιος συνέτριψε την καρδιά; Αυτός που αρνήθηκε τον εαυτόν του. Γιατί πώς να μη συντριβή εκείνος πού απέθανε ως προς το θέλημα της σαρκός;

81. Συναντάται και εμπαθής εμπαθέστερος από άλλον εμπαθή, πού ακόμη και τους μολυσμούς του τους εξομολογείται αισθανόμενος ηδυπάθεια.

82. Οι ακάθαρτοι και αισχροί λογισμοί γεννώνται συνήθως στην καρδιά από τον εξαπατούντα την καρδιά, δηλαδή από τον δαίμονα της πορνείας. Αυτούς τους θεραπεύει η εγκράτεια και η παντελής περιφρόνησις.

83. Με ποια μέθοδο και με ποιο τρόπο να δέσω αυτόν τον φίλο μου, δηλαδή την σάρκα, και να τον δικάσω, όπως και τους άλλους, δεν γνωρίζω. Διότι πρίν τον δέσω λύεται, και πρίν τον δικάσω συμφιλιώνομαι μαζί του. Και πρίν τον τιμωρήσω τον λυπούμαι και κάμπτομαι. Πώς να νικήσω αυτόν πού έκ φύσεως αγαπώ; Πώς να ελευθερωθώ απ’ αυτόν, με τον οποίον είμαι συνδεδεμένος αιωνίως; Πώς να καταργήσω εκείνο πού θα αναστηθή μαζί μου; Πώς να μεταβάλω σε άφθαρτο εκείνο πού έλαβε φθαρτή φύσι; τι λογικό επιχείρημα να του αντιτάξω, αφού έχει με το μέρος του τα λογικά επιχειρήματα από την φύσι;

Αν δέσω τον φίλο μου αυτόν με την νηστεία, μόλις κατακρίνω τον πλησίον μου, πάλι παραδίδομαι στα χέρια του. Αν σταματήσω την κατάκρισι και τον νικήσω, αλλά υπερηφανευθώ μέσα μου, πέφτω πάλι στα χέρια του. Είναι για μένα και συνεργάτης και εχθρός. Και βοηθός και αντίδικος. Και υποστηρικτής μαζί και επίβουλος. Όταν δέχεται περιποιήσεις πολεμεί, και όταν συνθλίβεται ατονεί. Όταν τον αναπαύωμε ατακτεί, και όταν πάλι τον αποστρεφώμεθα και τον ταλαιπωρούμε, δεν αντέχει. Αν τον λυπήσω, διατρέχω κίνδυνο. Αν τον πληγώσω, δεν θα έχω με ποιόν να αποκτήσω τις αρετές. Τον ίδιο και τον εναγκαλίζομαι και τον αποστρέφομαι!

Ποιο είναι το μυστήριο πού με περιβάλλει; Πώς εξηγείται η μείξις πού παρατηρείται σ’ εμένα; Πώς στον εαυτόν μου είμαι και φίλος και εχθρός; Λέγε μου, λέγε μου, εσύ σύζυγέ μου, εσύ φύσις μου, γιατί δεν χρειάζεται να μάθω τα περί σου από άλλον. Πώς θα μείνω άτρωτος από σένα; Πώς θα κατορθώσω να διαφύγω τον κίνδυνο της φύσεως; Επειδή έδωσα υπόσχεσι στον Χριστόν να είμαι εχθρός σου, πώς θα νικήσω την τυραννική σου εξουσία; Πώς; Διότι απεφάσισα να ασκώ βία επάνω σου.

Και η σάρκα αφού κατά κάποιον τρόπο αποκρίθηκε προς την ψυχή, φάνηκε ότι έτσι περίπου είπε: «Δεν πρόκειται να σου ειπώ κάτι που εσύ δεν το γνωρίζεις, αλλά κάτι πού και οι δύο το γνωρίζομε. Εγώ καυχώμαι ότι έχω μητέρα την (αμαρτωλή) αγάπη. Την εξωτερική πύρωσι της σαρκός την γεννώ με την περιποίησι και την έν γένει καλοπέρασι. Η δε εσωτερική φλόγα και έξαψις των λογισμών έχουν ως αφορμές την καλοπέρασι που προηγήθηκε και τις αισχρές πράξεις που διεπράχθησαν. Εγώ όταν συλλάβω, γεννώ τις αμαρτωλές πτώσεις. Και εκείνες πάλι όταν γεννηθούν, γεννούν με την σειρά τους τον θάνατο διά της απογνώσεως.

Αν γνωρίσης καλά την ιδική μου και την ιδική σου μεγάλη ασθένεια, μου έδεσες τα χέρια. Αν ταλαιπωρήσης τον λαιμό, μου έδεσες τα πόδια, ώστε να μη μπορώ να προχωρώ. Αν συζευχθής την υπακοή, με διεζεύχθης. Αν αποκτήσης ταπείνωσι, με απεκεφάλισες.

Δέκατο πέμπτο βραβείο! Όποιος ζώντας με την σάρκα το κατέκτησε, απέθανε και ανεστήθη και εγνώρισε ήδη από εδώ το προοίμιο της μελλοντικής αφθαρσίας.

  

Αφήστε μια απάντηση