Την ευχή σου… Λεμονανθούλα μας!

Κάθε που φτάνει το αποκαλόκαιρο και ο πρώτος μήνας της Ινδίκτου, έρχεται να με συναντήσει εκείνη η παιδική μελαγχολία που μόνο γιατρικό της έχει την ελπίδα της παλινόστησης, στα μέρη που η ψυχή αναγνωρίζει ως καταδικά της. Στη Μάνη την τόσο αγαπημένη, σαν παιδί πάντοτε τέτοιες μέρες…αποχωρισμού, έκρυβα κάτω από πέτρες…πέτρες για να τις βρω, μόλις θα επέστρεφα από την μεγάλη και άχρωμη πόλη. Σημάδια καρτερίας, που έπαιρναν πολλές φορές και οι μορφές των ανθρώπων, που δεν έφευγαν ποτέ από τα τιμημένα τούτα χώματα, ρουφώντας ως το μεδούλι, κάθε ευλογημένη μέρα που ο Κύριος ξημέρωνε στην αποσκιάδα του Ταϋγέτου. Σαν να τους αγαπούσα όλους τους ακόμα περισσότερο και σαν να τους συγχωρούσα κάθε δυσκόλεμα της αγάπης μου για εκείνους, κάθε φορά που το παλιό λεωφορείο κατηφόριζε αφήνοντας πίσω του το χωριό…Ένα χωριό που ησύχαζε πλέον και δεν αντιλαλούσαν τα πυκνόφυλλα λαγκάδια του, απ’ τις φωνές και τα γέλια των πρωτευουσιάνων, τα δροσερά βράδια του Αυγούστου και από τα τραγούδια των πανηγυριών στη μεγάλη πλατεία της Υπαπαντής. Λίγες μέρες πριν, όλοι τους, εκείνοι οι παλαιότεροι, κρατημένοι χέρι-χέρι εόρταζαν χαρούμενοι της Παναγιάς την μεγάλη μέρα, χορεύοντας ως το πρώτο ξημέρωμα. Κι ήταν τόσο όμορφα και αγνά εκείνα τα χρόνια, σαν τα τραγούδια που δάκρυζαν από χαρά τα μάτια και γέμιζαν με μεράκια τις καρδιές των συγχωριανών! Σκεφτόμουν καθισμένος με τις θυγατέρες μου τις προάλλες πάλι στο ίδιο προαύλιο της Παπαντούλας, πως πλέον στα παραδοσιακά πανηγύρια δεν ακούγονται τέτοια αθάνατα άσματα. Μα είναι δυνατόν; Θα σου πουν κάποιοι εξελιγμένοι, του aλήτη και της μαντάμ θαυμαστές, είναι δυνατόν να κάνεις κέφι με τραγούδι που ο πρωταγωνιστής του απευθύνεται σε….ένα λεμόνι; – Λε- καλέ, λεμο- λεμονάκι μυρωδάτο, λεμονάκι μυρωδάτο κι από περιβόλι αφράτο μη παραμυρίζεις τόσο και με κάνεις και σε κόψω.

Κάπως έτσι γίνηκε πλέον η ζωή μας, σκεφτόμουν εκείνο το φετινό βράδυ του Δεκαπενταυγούστου! Λεμονανθοί ούτε για δείγμα! Λεμονόφυλλα ευωδιαστά, να χαϊδέψουν οι ψυχές με τα ακροδάχτυλά τους, ξεραίνονται απ’ τον πάγο, που την αγάπη πάγωσε…Όλα πλέον μοιάζουν άοσμα και απονεκρωμένα…Και η γη μας ξερική! Τι να ναι αυτό που ακόμα μας κρατά; Ποιων ευωδιαστών αγαθών ψυχών οι προσευχές, Χριστέ μου σε κάνουν να παρατείνεις το έλεός Σου;

Πλέον τέτοιες στερνές μέρες…αποχωρισμού, μαζί με εκείνη την παιδική μελαγχολία που κουβαλώ ακόμα, ψάχνω μέσα στις ερημωμένες αυλές για λεμονιές της ελπίδας, να ανασάνω τον Δημιουργό…Αναζητώ και στα πρόσωπα των απλών, εκείνα τα μάτια που μόλις τα αντικρίζω κάνουν τα δικά μου να χαμηλώνουν…Φέτος το καλοκαίρι, σε ένα κοντινό μας χωριουδάκι, που ακόμα έχει παπά να λειτουργάει σε Κυριακές και σε γιορτάδες, συνάντησα κάποιες φορές την κυρά-Ανθούλα! Τσεμπερού μαυροφόρα, μορφή βγαλμένη απ’ την περικοπή της συγκυπτούσης! Κυρτωμένη στο σώμα, γονατιστή στην ψυχή με τα μάτια της καρδιάς της μόνο ψηλά! Πάντοτε μαζί με τον παπά στην Εκκλησία και σε όλα τα ξωκκλήσια με τα βυζαντινά αριστουργήματα στους τοίχους, που ακόμα αντέχουν στην ασεβή φθορά! Όρθρου βαθέως! Μίαν ητησάμην παρά Κυρίου, ταύτην ζητήσω· του κατοικείν με εν οίκω Κυρίου, πάσας τας ημέρας της ζωής μου…( Ψαλμ.26)

Με πίστη αδίσταχτη, να κατασπαστεί κάθε εικόνισμα, να σταυροκοπηθεί σε κάθε δόξα Σοι! Ίσως να ναι και πάνω από δέκα και οκτώ τα χρόνια της δικής της υπομονής! Τα τελευταία μεγαλώνοντας και την ορφανή από μάνα εγγονή της…Ρώτησα άλλους και έμαθα πολλά για εκείνην! Και απόρησα και θαύμασα! Την πλησίασα αρκετές φορές απολείτουργα! Πόση καλοσύνη μπορεί να αποκαλύψει μια ματιά; Πόση ελπίδα Παραδείσου; Πόσους ψαλμούς μπορεί να ψελλίσει ένα βλέμμα αληθινά ευσεβούς και μακαρίου;

Ούτε που άκουσα σχεδόν τη φωνή της γραίας Μανιάτισσας! Τόσο ισχνή, όσο το εγώ της! Την τελευταία Κυριακή που ανταμώσαμε, μόνο μυστικές δακρυσμένες ευχές και λόγια απ το Ψαλτήρι, ένιωσα πως έστελνε σε όλους μας ξεμακραίνοντας… Σώσον με, Κύριε, ότι εκλέλοιπεν όσιος· ότι ωλιγώθησαν αι αλήθειαι από των υιών των ανθρώπων.( Ψαλμ.11)

Άρχισα ασυναίσθητα ύστερα από λίγο μόνο, ετοιμαζόμενος για την μελαγχολική μας αναχώρηση και φέρνοντας την μορφή της μπροστά μου, να σιγοτραγουδώ και εγώ σε ένα λεμόνι, που μόλις είχε φανερωθεί στη λεμονίτσα της αυλής μας…Σκέφτηκα να το κόψω και να το κρύψω καλά, να μην το βρει ο πάγος και ο βαρύς χειμώνας…Μα έπειτα θυμήθηκα την κυρά Ανθούλα και όλους τους κρυφούς σπόρους που σκεπάζει η αγαθή γη της προσευχής της και άνθισε ξανά δειλά της αγάπης και της ελπίδας το κλωνάρι…

Την ευχή σου Λεμονανθούλα μας!

Νώντας Σκοπετέας

Σεπτέμβριος 2022

Αφήστε μια απάντηση