Θρησκευτικότητα ή Χριστοκεντρικότητα;

Θρησκεύω, θρησκεία, θρήσκευμα, πανθρησκεία, θρήσκος, άθρησκος, θρησκευόμενος, θρησκευτικός, θρησκευτικότητα, θρησκομανία, θρησκόληπτος… Συχνά επαναλαμβανόμενες λέξεις που, με την ανάλογη σύνταξή τους, ορίζουν και μάλλον περιορίζουν ασφυκτικά το πεδίο της πνευματικής οράσεως, το οποίο οδηγεί «εις πάσαν την αλήθειαν».     

Τι σημαίνουν όμως οι όροι – ορισμοί αυτοί και ποια και πόση η σχέση τους με την πίστη, την Εκκλησία και τον σκοπό της, όσον αφορά την ύπαρξή μας; Θα παραθέσουμε εν συντομία λίγες διευκρινιστικές σημειώσεις, για να μαθητεύσουμε πάνω στο θέμα αυτό και να εξαλείψουμε μια για πάντα τις έννοιες αυτές από την σκέψη μας και την καρδιά μας.

 Ο καθηγητής Παναγιώτης Τρεμπέλας γράφει εν συντομία στην ερμηνεία των Πράξεων πως σε όλα τα χωρία της Καινής Διαθήκης, όπου αναφέρεται η λέξη θρησκεία (Πράξ. 26,5, Κολ. 2,18, Ιακ. 1, 26-27), έχει την έννοια της πρακτικής και εξωτερικής εικόνας. Δηλαδή, των εξωτερικών σχημάτων και δράσεων.

    Ο καθηγητής Στέργιος Σάκκος επίσης: «Για να γίνει κατανοητό το νόημα των στίχων (Ιακ. 1, 26-27), χρειάζεται να γνωρίζουμε την σημασία των λέξεων θρήσκος και θρησκεία, τις οποίες συναντούμε σπάνια στην Καινή Διαθήκη. Θρησκεία στην αρχαιότητα λεγόταν η λατρεία, το λατρευτικό ή θρησκευτικό έθιμο, μια πράξη, όπως η νηστεία, μια ιεροτελεστία, μια ακολουθία. Γι΄ αυτό και το ρήμα θρησκεύω σήμαινε λατρεύω ή προσεύχομαι, ενώ ο θρήσκος ήταν αυτός που επιτελούσε αυτές τις πράξεις.

»Αξίζει να υπογραμμίσουμε ότι ο Χριστιανισμός στην Αγία Γραφή ονομάζεται πίστις, χάρις, εκκλησία, σχολείο, κτλ., αλλά ποτέ θρησκεία, διότι πράγματι δεν είναι μία από τις θρησκείες ούτε η καλύτερη ούτε έστω και η μοναδική θρησκεία. Ακριβέστερα, δεν είναι μόνο θρησκεία, αφού δεν ικανοποιεί απλώς την έμφυτη θρησκευτικότητα του ανθρώπου, αλλά αγκαλιάζει όλες τις εκδηλώσεις του βίου του, ρυθμίζει την κοσμοθεωρία και την βιοθεωρία του, τον τρόπο της σκέψης και την πράξη της ζωής».

Κατά τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη άλλωστε, ο χαρακτηρισμός του πιστού ανθρώπου με την λέξη “θρήσκος”, είναι άστοχη και ανεπίτρεπτη. Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, όπως μας πληροφορεί ο άγιος Νικόδημος, η λέξη “θρησκεία” προήλθε από τους Θράκες, οι οποίοι ήταν δεισιδαίμονες και σέβονταν και λάτρευαν περισσότερο τα δαιμόνια. Αυτοί έδωσαν την αφορμή και στους λοιπούς Έλληνες να ονομάζουν θρησκεία τον σεβασμό προς τα είδωλα. Και συνεχίζει ο άγιος Γρηγόριος,  κάνοντας σαφή την διάκριση της θρησκείας από την ευσέβεια: «εγώ ξέρω πως θρησκεία είναι ο σεβασμός προς τα δαιμόνια, η δε ευσέβεια είναι η προσκύνηση της Αγίας Τριάδος».

O δε άγιος Νικόδημος πάλι: «Για όλους αυτούς τους λόγους συμπεραίνουμε πως δεν κυριολεκτούν μερικοί διδάσκαλοι που μεταχειρίζονται το όνομα της θρησκείας, όταν θέλουν να μιλήσουν για την αγία μας πίστη και ευσέβεια… Αντί δε του ονόματος της θρησκείας, ας χρησιμοποιούν το όνομα της πίστεως ή της ευσεβείας ή της ορθοδοξίας ή της θεοσεβείας».

Άρα, θα μπορούσαμε να πούμε πως δύο είναι τα «σύνδρομα», τα άκρως αντιθέτως κινούμενα. Το ένα αυτό της θρησκευτικότητας, το οποίο, ως ουσιωδώς ελλιπές, οδηγεί ασφαλώς στην βάσανο της παρούσης ζωής και στην αιώνια απώλεια, αν δεν υπάρξει αυτογνωσία, αυτοέλεγχος και μετάνοια. Το άλλο δε, της «χριστοκεντρικότητας», το οποίο με την χάρη του Θεού και το φιλότιμο του ανθρώπου οδηγεί στο φως, στην αγκαλιά του Χριστού! Όσο πιο δαιμονική είναι η κατάσταση της θρησκευτικότητας, ασυγκρίτως πιο θεϊκή, ευλογημένη και οπωσδήποτε σωτηριώδης είναι η οδός προς την χριστοκεντρικότητα!

    Ο άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς γράφει στο βιβλίο «Άνθρωπος και Θεάνθρωπος»:

α. Για τον άνθρωπο: «Ο άνθρωπος; Ένα εισαγωγικό όν, ένα όν προπαρασκευαζόμενο για την αιωνιότητα, μέσω της θεανθρωπότητας. Ο εν Χριστώ άνθρωπος είναι άπειρος και αθάνατος, διότι «μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν». Ο θάνατος δεν τον διακόπτει΄ παρατείνεται εκ του χρόνου στην αιωνιότητα. Ζώντας διά του Αναστάντος Κυρίου απαθανατίζει διά της χριστοποιήσεως την αυτοαίσθησή του και διά της χριστοσυνειδησίας την αυτοσυνειδησία του».

β. Για τις σκέψεις: «Οι σκέψεις του ανθρώπου; Ο σκοπός τους είναι να αναπτυχθούν σε αιώνιες και θεανθρώπινες. Η σκέψη είναι ένα βαρύ και βασανιστικό φορτίο. Μόνο ως χριστοσκέψη αποβαίνει ελαφρό και αγαπητό φορτίο. Όταν η σκέψη χριστοποιηθεί, τότε αποκτά την αιώνιά της αξία και χαρά και νόημα. Χωρίς αυτό, κάθε σκέψη είναι μια μικρή κόλαση και όλες μαζί κόλαση ατελείωτη και αιώνια».

γ. Επίσης για τις αισθήσεις: «… Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η αίσθηση είναι ευλογία μόνο μέσα στην χριστοαίσθηση. Χωρίς αυτήν είναι μια κατάρα και φρίκη». «Πράγματι, κόλαση είναι η ά-θεη (α-θεωμένη) , (εννοεί αίσθηση), ενώ παράδεισος είναι η λογοποιημένη, η χριστοποιημένη, θεανθρωποποιημένη αίσθηση». «Με τον ενανθρωπήσαντα Θεό Λόγο η δική μας αίσθηση επιστρέφει προς τον λόγο της, προς το νόημά της, προς το παννόημά της. Επιστρέφει στο θεοειδές, το χριστοειδές, το πνευματοειδές της… Τότε η αίσθηση είναι πεπληρωμένη διά της Θεο-αισθήσεως, της Χριστο-αισθήσεως».

δ. Για την γνώση του καλού και του κακού: «Μόνο οι χριστοφόροι άνθρωποι γνωρίζουν μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια το μυστήριο του καλού και του κακού…».

Ο δε άγιος Παΐσιος, όταν κάποιοι παραπονούνταν για τις έμμονες ιδέες που τους βασάνιζαν, έλεγε το εξής χαριτωμένο: «Στα παιδιά του Θεού δεν υπάρχουν έμμονες ιδέες. Έμμονη ιδέα πρέπει να μας γίνει το όνομα του Χριστού»! Εδώ, εμμέσως πλην σαφώς, ο άγιος παραπέμπει και στην ευχή του Ιησού: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με»!

    Όσο το σώμα του ανθρώπου έχει την απόλυτη ανάγκη της αναπνοής, για να διατηρήσει την υγεία του και να συνεχίσει την φυσική του ζωή, τόση ανάγκη έχει όλη η ύπαρξη του ανθρώπου την συνομιλία με τον Θεό και την κίνηση για ένωση με τον Θεάνθρωπο Χριστό! Με αποφθεγματικό τρόπο ανακεφαλαιώνεται η σχέση αυτή:

«Κολληθείη η γλώσσα μου τω λάρυγγί μου, εὰν μη σου μνησθώ». (Ψαλμός 136,6)

 «Μνημονευτέον μάλλον τού Θεού ή αναπνευστέον». (Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος)

«Ιησού μνήμη ενωθήτω τη πνοή σου». (Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος).

 

Βλέπουμε, λοιπόν, πως ένας είναι ο χώρος, υλικός και πνευματικός, στον οποίο κινείται ελεύθερα και κατά φύσιν η ύπαρξή μας. Ο χώρος της αγίας μας Εκκλησίας. Τα πάντα κινούνται γύρω από τον Χριστό. Η ζωή του πιστού ορίζεται ως αληθής από την Χριστοκεντρικότητά της!  Σκοπός της υπάρξεως του πιστού και της πορείας του μέσα στο πολυκύμαντο  πέλαγος της παρούσης ζωής είναι η ένωση με τον Χριστό.

 

Ενώπιον αυτού του υψίστου αγώνος και σκοπού, ο αληθινός πιστός  παραμένει αδιάφορος προς την γνώμη του κόσμου. Δεν αναγνωρίζει τίποτε «θρησκευτικό» και τα εξ αυτού απορρέοντα, πέρα από την διδασκαλία της Αγίας Εκκλησίας μας, της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας. Στρέφεται προς το αληθινό φως, ομολογεί ευθέως και καθαρώς την αλήθεια της πίστεώς του και φωτιζόμενος ολίγον κατ’ ολίγον πορεύεται την ασφαλή οδό, με την ελπίδα της σωτηρίας.

 

Σάββας Ηλιάδης – ΑΜΑΣΕΥΣ

Δάσκαλος

Κιλκίς, 27-10-2022

Αφήστε μια απάντηση