Λόγος υπέρ Αγωνιζομένων. Π. Σάββας Αχιλλέως.

Μέγας Βασίλειος :

«Εἰ δὲ ὅτι ὁ δεῖνα τὸν οἶκον κατέχει τῆς προσευχῆς, ὑμεῖς δὲ ἐν τῷ ὑπαίθρῳ
προσκυνεῖτε τὸν οὐρανοῦ καὶ γῆς Δεσπότην, τοῦτο ὑμᾶς ἀνιᾷ, ἐνθυμήθητε, ὅτι οἱ μὲν ἕνδεκα μαθηταὶ ἐν τῷ ὑπερῴῳ ἦσαν ἀποκεκλεισμένοι, οἱ δὲ σταυρώσαντες τὸν Κύριον ἐν τῷ περιβοήτῳ ναῷ τὴν Ἰουδαϊκὴν λατρείαν ἐπλήρουν»

[Άγιος Βασίλειος ο Μέγας P.G.32, 896-897]

Πατήρ Εὐθύμιος Τρικαμηνᾶς

Γνωρίζετε ὅτι ἔχουμε προβλήματα στὴν Ἐκκλησία μας, τὰ ὁποῖα, ὅταν κάποιος δὲν τὰ βλέπει, ἂν δὲν βλέπει ποῦ βαδίζει σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας εἶναι λειψὸς ὀρθόδοξος. Ὁ ἄνθρωπος αὐτός, ἢ πρέπει νὰ εἶναι συμβιβασμένος μὲ τὸ κατεστημένο ἢ δὲν θέλει νὰ ἀγωνισθεῖ. Ἡ Ἐκκλησία συμβαδίζει μὲ τὴ νέα ἐποχή, μὲ τὸ κατεστημένο αὐτό, τὸ νέο μοντέλο ποὺ ἐφαρμόζεται παγκοσμίως, τῆς παγκοσμιοποίησης.
Συμφωνεῖ μὲ ὅλους καὶ μὲ ὅλα ἡ Ἐκκλησία· καὶ γι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸ λόγο, ἐπειδὴ θέλουμε νὰ διατηρήσουμε τὴ σωστή μας θέση μέσα στὴν Ἐκκλησία, ὡς μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ ποὺ δὲν εἶναι ἡμίθνητα, οὔτε ἀρρωστημένα μέλη (βέβαια πάθη ἔχουμε ὅλοι μας, ἀλλὰ μὲ τὴν διάθεση νὰ θέλουμε γιατρευτοῦμε, ὄχι νὰ θέλουμε νὰ βολευτοῦμε στὴν ἀσθένειά μας)· γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸν λόγο ἔχουμε διαχωρίσει τὴ θέση μας ἀπὸ τοὺς Ἐπισκόπους, γιὰ νὰ παραμείνουμε μέσα στὴν Ἐκκλησία καὶ νὰ διατηρήσουμε τὴν Πίστη ποὺ μᾶς παρέδωσαν οἱ Ἀπόστολοι καὶ οἱ Ἅγιοί μας.

Ἔχουμε διαχωρίσει τὴ θέση μας καὶ οἱ ἱερεῖς ποὺ ἀκολουθοῦμε αὐτὴ τὴ γραμμή, δὲν ἀναγνωρίζουμε τοὺς Ἐπισκόπους αὐτοὺς σὰν ἐπισκόπους τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅτι εἶναι κανονικοὶ Ἐπίσκοποι, ἀλλ’ ὅτι ἔχουν καταλάβει τὶς θέσεις· ἔχουν τὴν Ἀποστολικὴ διαδοχή, ἀλλὰ δὲν ἔχουν ὀρθόδοξη πίστη, ποὺ εἶναι τὸ βασικότερο ἀπὸ τὴν ἀποστολικὴ διαδοχή. Ἐπειδὴ λοιπὸν δὲν ἔχουν τὴν ὀρθόδοξη πίστη ἔχουμε διαχωρίσει τὴ θέση μας καὶ δὲν τοὺς ἀναγνωρίζουμε ὅτι εἶναι οἱ κανονικοὶ ἐπίσκοποι τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλ’ ὅτι εἶναι λύκοι ἀντὶ ποιμένων, ὅτι εἶναι μισθωτοί, ἀντὶ νὰ εἶναι ἐργάτες τοῦ Θεοῦ, διότι θέλουν νὰ ὁδηγήσουν τὸ πλοῖο τῆς Ἐκκλησίας μας, ὄχι ἐκεῖ ποὺ θέλει ὁ Χριστός, ἀλλὰ ἐκεῖ ποὺ θέλει ὁ κόσμος, ἡ Ν. Ἐποχή, ὁ Πάπας, οἱ αἱρέσεις ὅλες.
Δὲν τοὺς ἀναγνωρίζουμε, λοιπόν, ὅπως καὶ δὲν μᾶς ἀναγνωρίζουν αὐτοὶ ἐμᾶς. Ἂν π.χ. πάει κάποιος ἀπὸ σᾶς σ’ αὐτοὺς καὶ πεῖ ὅτι κοινώνησε ἐδῶ, ὁ Ἐπίσκοπος, ὁ ἱερέας ἐκεῖνος θὰ τοῦ πεῖ ὅτι, αὐτὰ ποὺ κάνουμε ἐμεῖς ἐδῶ, εἶναι ἄκυρα. Θὰ τοῦ πεῖ νὰ μὴν ξαναπάει, γιατὶ θὰ τοῦ ἐπιβληθεῖ Κανόνας μεγάλος. Δὲν μᾶς ἀναγνωρίζουν λοιπόν, ὅπως κι ἐμεῖς δὲν τοὺς ἀναγνωρίζουμε ὡς κανονικοὺς Ἐπισκόπους.
Κι αὐτὴ ἡ διάσταση καὶ ἀπόσταση μέρα μὲ τὴ μέρα μεγαλώνει, ἀφοῦ ἡ πορεία τους πηγαίνει ὅλο πρὸς δυσμάς, ὅλο πρὸς τὴν Ν. Ἐποχή, μεγαλώνει καὶ ἡ ἀπόσταση μεταξύ μας· κάθε μέρα καὶ νέες προδοσίες κ.λπ.

Δὲν τοὺς ἀναγνωρίζουμε λοιπόν σὰν κανονικοὺς Ἐπισκόπους, ἀλλὰ σὰν λύκους ποὺ κατέλαβαν τὸ θρόνο μὲ κάποιο τρόπο, καὶ γι’ αὐτὸ τὸ λόγο αὐτοὶ οἱ ἀδελφοί μας ποὺ πηγαίνουν καὶ κοινωνοῦν στοὺς Ἐπισκόπους αὐτοὺς ποὺ θεωροῦμε αἱρετικούς, δὲν μποροῦν νὰ ἔλθουν καὶ νὰ μεταλάβουν ἐδῶ. Ὅποιος εἶναι ἀποτειχισμένος ἀπὸ τὴν αἵρεση, ὄχι ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ἀπὸ τὴν αἵρεση, δὲν κοινωνεῖ μὲ Ἐπισκόπους ποὺ συμπορεύονται μὲ τὴν αἵρεση. Γιατὶ ἐκεῖ ποὺ κοινωνοῦμε, ἐκεῖ κι ἀνήκουμε· ἐκεῖ ποὺ κοινωνοῦμε, ἐκεῖ καὶ ἐνσωματωνόμεθα.
Ποῦ ἐνσωματωνόμεθα; Στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλά –λένε οἱ Πατέρες– ὅταν ὑπάρχει αἵρεση, ἐνσωματωνόμεθα μὲ τὴν κεφαλή, μὲ αὐτὸν ποὺ μνημονεύεται. Ἄρα λοιπόν, εἴτε πιστεύεις σωστά, εἴτε δὲν πιστεύεις σωστά, ἐφ’ ὅσον κοινωνεῖς σὲ αἱρετικό, εἶσαι κι ἐσὺ αἱρετικός, ἐνσωματώνεσαι μὲ τὴν αἵρεση, συμβαδίζεις καὶ συμφωνεῖς μὲ τὴν αἵρεση, ἔστω κι ἂν διαφωνεῖς (μὲ τὰ αἱρετικὰ πιστεύματα τοῦ Ἐπισκόπου ἀπὸ τὸν ὁποῖον κοινωνεῖς).
Εἶναι σὰ νὰ βρίσκεσαι σὲ ἕνα πλοῖο, τὸ ὁποῖο πηγαίνει στραβά· ὄχι ἐκεῖ ποὺ θέλει ὁ Χριστός· καὶ διαμαρτύρεσαι μέσ’ στὸ πλοῖο, καὶ λές: ἐγὼ δὲν συμφωνῶ μὲ τὴν πορεία αὐτή. Ναί, ἀλλὰ τὸ πλοῖο πηγαίνει στραβά (ὁδηγεῖ στὴν καταστροφή).
Ἔτσι ἀδελφοί μου εἶναι τὰ πράγματα· νὰ τὰ κατανοήσουμε.

Αφήστε μια απάντηση