AMΑΡΤΩΛΩΝ ΣΩΤΗΡΙΑ: Ο άνθρωπος που πούλησε την ψυχή του στο διάβολο (1)

Στα μέρη της Ιταλίας υπήρχε κάποιος άρχοντας, ονόματι Κάρολος που διήγαγε άσωτο βίο γεμάτο απολαύσεις και σαρκικές ηδονές. ΄Ετσι σε λίγο καιρό πτώχευσε και επειδή δεν μπορούσε πλέον, να ζει πλουσιοπάροχα, άρχισε να λέει λόγια βλάσφημα.
Κάποια μέρα πήγε στο δάσος, για να βρει ένα μάγο και να τον ρωτήσει, αν ο διάβολος μπορούσε, να του ξαναχαρίσει τα πλούτη του. ΄Οπως πήγαινε, του παρουσιάστηκε ο ίδιος ο διάβολος ντυμένος στρατιώτης και του είπε:
“Εγώ είμαι εκείνος που ψάχνεις και αν μου κάνεις ομολογία υπογεγραμμένη με το αίμα σου, ότι συντάσσεσαι με εμένα και απαρνείσαι την πίστη σου, θα σου χαρίσω όλες τις ηδονές και τις απολαύσεις του κόσμου.”
Ο Κάρολος τότε μεθυσμένος από τον έρωτα της φιληδονίας απαρνήθηκε το Χριστό και συντάχθηκε με το διάβολο. Κι εκείνος του έδωσε αγαθά και ηδονές και τον συνόδευε ως στρατιώτης ικανοποιώντας κάθε επιθυμία του.
Κάποια φορά πέρασαν από μια εκκλησία και βλέποντας ο Κάρολος την εικόνα της Θεοτόκου βαριαστέναξε θυμούμενος το ανόμημά του. Τότε ο διάβολος τον χτύπησε τόσο πολύ με ένα ραβδί που τον έκανε μαύρο και του είπε:
Αλίμονό σου, μην τολμήσεις και ξανακοιτάξεις την εικόνα της, γιατί μου έχει κάνει πολλές ζημιές και έχει πάρει πολλούς ανθρώπους από τα χέρια μου. Και αν σε ξαναδώ, να την κοιτάς, θα σου δώσω σκληρό θάνατο, να ζημιωθείς και τις απολαύσεις αυτής της ζωής, να πάρω και την ψυχή σου στην αιώνια κόλαση.”
Ο Κάρολος τότε έμεινε περίλυπος, όχι επειδή πονούσε η σάρκα του αλλά επειδή πονούσε η ψυχή του που θα πήγαινε στην αιώνια κόλαση. Και σκεφτόταν πώς θα μπορούσε, να λυτρωθεί από αυτήν την αιχμαλωσία. Τότε σκέφτηκε, ότι ο ίδιος ο διάβολος του ομολόγησε, ότι η Παναγία πήρε πολλούς από τα χέρια του, επομένως ίσως σπλαχνιζόταν κι εκείνον, αν απευθυνόταν στη χάρη της.
Μη γνωρίζοντας τις σκέψεις του ο διάβολος, τον πέρασε έξω από άλλη εκκλησία, για να δει, αν θα τον υπακούσει, να μην ξανακοιτάξει την εικόνα της Παναγίας. Εκείνος όμως άρπαξε την ευκαιρία και μπήκε μέσα και έπεσε κάτω μπροστά από την εικόνα της χτυπώντας το στήθος του και φωνάζοντας με αναστεναγμούς και με δάκρυα τα παρακάτω λόγια:
“Δέσποινα και Κυρία του Κόσμου, λύτρωσέ με από τα χέρια του δαίμονα. Είναι μεγάλη η δύναμή σου, Παντάνασσα, δείξε την και σε μένα τον τρισάθλιο. Μεγάλη είναι η ευσπλαχνία σου, ελέησε και μένα τον ταλαίπωρο. Αμέτρητο είναι το έλεός σου, σπλαχνίσου και μένα τον ανάξιο.”
Αυτά και πολλά άλλα που είπε τα άκουγε ο εχθρός που στεκόταν έξω από το ναό και μετά από ώρα του φώναξε και του είπε:
“Εγώ πηγαίνω, άπιστε, γιατί με διώχνει η δύναμη της Παρθένου. ΄Ομως κρατώ το χειρόγραφό σου, που μου πούλησες την ψυχή σου και όταν θα σε κρίνει ο Κύριος ως δίκαιος κριτής, θα σε παραδώσει σε μένα, επειδή με τη θέλησή σου τον αρνήθηκες.”
Ακούγοντάς τον ο Κάρολος παρακαλούσε τη Θεοτόκο με περισσότερα δάκρυα και στεναγμούς για ελεημοσύνη και άφεση. Συνέχισε έτσι τρία μερόνυχτα κλαίγοντας πικρά, που σχεδόν δάκρυσαν μέχρι και οι πέτρες. Και αφού τον πήρε για λίγο ο ύπνος είδε σε όραμα την Παναγία να του λέει:
-Εσύ αρνήθηκες τον Υιό μου, τι κάνεις λοιπόν στον Οίκο Του;
-Ω, υπερένδοξε Μητέρα της ελεημοσύνης, για ποιους σταυρώθηκε ο πολυεύσπλαχνος Υιός σου; ΄Οχι για τους δίκαιους αλλά για τους αμαρτωλούς. Εγώ διέπραξα μεγάλη αμαρτία, όμως παίρνω θάρρος από το ληστή, την πόρνη, τον άσωτο υιό, που τους δέχτηκε και τους ελέησε λόγω της άπειρης ευσπλαχνίας Του, αν και δεν είχαν εσένα, τη γλυκύτατη Μητέρα Του ως μεσίτρια. Και εμένα πώς να μη με δεχτεί, που έχω εσένα να μεσιτεύσεις; ΄Ο,τι και αν Του ζητήσεις θα στο κάνει.
-Επειδή μίσησες την αμαρτία σου και μετανόησες με όλην την καρδιά σου, σε δέχομαι και θα μεσολαβήσω στον Υιό μου. Αλλά πρόσεξε, μη φανείς αχάριστος σε αυτήν τη μεγάλη δωρεά αλλά να κάνεις έργα μετανοίας.
Ο Κάρολος τότε την ευχαρίστησε και είπε:
-Δοξασμένη μου Δέσποινα, τα πάντα δύνασαι, να κάνεις. Γι΄αυτό σου ζητώ μια τελευταία χάρη: Επίστρεψέ μου το χειρόγραφο με το οποίο πούλησα την ψυχή μου στον αντίδικο.
Και εκείνη συνέχισε απευθυνόμενη προς το διάβολο:
-Εχθρέ της αλήθειας, πάντα λες ψέματα αλλά σε ένα είπες την αλήθεια: ότι είμαι μητέρα της δικαιοσύνης και γι΄ αυτό θα κρίνω δίκαια και θα πάρω το πλάσμα του Υιού μου από τα χέρια σου.
Και ακούγοντας αυτά ο Κάρολος από τη μεγάλη του χαρά ξύπνησε και βλέπει στα χέρια του το χειρόγραφο. Και όχι μόνον εκείνος αλλά και όσοι είδαν το μεγάλο αυτό θαύμα θαύμασαν το άπειρο έλεος του Δεσπότη Χριστού και τη μεγάλη δύναμη της Υπεραγίας Θεοτόκου.
Και η φήμη αυτού του μεγάλου θαύματος έφθασε σε όλες τις πόλεις και ο αρχιεπίσκοπος της Ρώμης Λέων έστειλε ανθρώπους και έφεραν τον Κάρολο μπροστά του. Και βλέποντας το χειρόγραφο πρόσταξε να γίνει μεγάλη ευχαριστία από την Εκκλησία προς τη Θεοτόκο και πολλοί που ήταν βυθισμένοι στην αμαρτία, μετανόησαν εκ βάθους ψυχής ελπίζοντας, ότι με τις πρεσβείες της θα βρουν συγχώρεση.
Ο δε Κάρολος έγινε μοναχός και έδειξε καρπούς άξιους μετανοίας και αξιώθηκε της αιωνίου μακαριότητας. Την οποία ευχόμαστε να απολαύσουμε κι εμείς δια της μεσιτείας της Θεοτόκου και πάντων των Αγίων.
Αμήν.

Αφήστε μια απάντηση