ΠΑΪΣΙΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ : Η ΠΙΣΤΙΣ ΣΤΗΝ ΠΡΟΝΟΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΠΟΥ ΕΝΑΠΟΘΕΤΕΙ ΣΕ ΑΥΤΟΝ ΤΗΝ ΖΩΗ ΤΟΥ

mike
By
94 Views
16 Min Read
ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΒΑΔΗΣ ΚΑΙ ΒΥΡΤΕΜΒΕΡΓΗΣ 
ΠΑΪΣΙΟΥ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ
Όπως γράφει ο μύστης του ησυχασμού, ο θεόπνευστος Αββάς Ισσάκ ο Σύρος στο γεμάτο σοφία σύγγραμμά του: “Τα Ασκητικά” (αποδίδω ως νόημα ελεύθερα και όχι με πιστή μετάφραση απόσπασμα μόνο και παραθέτω παρακάτω αυτούσιο το κείμενο): ” Όταν στον άνθρωπο πληθυνθεί η Χάρις, (δηλαδή όταν γίνει δεκτικός της χάριτος του Θεού με την ζωή του δια της ταπεινώσεως και της καθαρότητος και από εκεί πλέον ενισχυθεί η πίστις του και τότε θα αποκτήσει θείο έρωτα, και αυτή η μεγάλη του αγάπη θα φουντώσει τον πόθο του για προσευχή, και έτσι δια της κοινωνίας του με τον Θεό θα λάβει πολλή Χάρι, τότε εξ αιτίας του πόθου του να ευαρεστήσει στον Θεό), ο φόβος του θανάτου, από οποιαδήποτε αιτία, γίνεται ευκαταφρόνητος και βρίσκει πολύ εύλογο το να υπάρχουν ποικίλες αιτίες προκειμένου να υποφέρει τις διάφορες θλίψεις που τον βρίσκουν, μόνο και μόνο μη τυχόν και γογγίσει και έτσι δεν δυνηθεί να κρατήσει με την ευλάβεια και την πιστότητα του, σταθερά τον φόβο Θεού στην ψυχή του.
《Όταν μεν η χάρις πληθυνθή εν ανθρώπω, τότε εν τω πόθω της δικαιοσύνης ο φόβος του θανάτου ευκαταφρόνητος αυτώ γίνεται και αιτίας πολλάς ευρίσκει τις εν τη ψυχή αυτού, ότι δει υπέρ του φόβου του Θεού υποφέρειν την θλίψιν. Και όσα δοκούντα βλάπτειν το σώμα και αιφνιδίως επί την φύσιν επέρ­χονται και ακολούθως εις το παθείν ετέθησαν, ως ουδέν λογί­ζονται εν οφθαλμοίς αυτού εν συγκρίσει των ελπιζομένων από του νυν. Και ου δυνατόν χωρίς παραχωρήσεως των πειρασμών γνώναι ημάς την αλήθειαν. Πληροφορίαν δε περί τούτου εκ της διανοίας ακριβώς ευρίσκει και ότι πρόνοιαν πολλήν έχει ο Θεός έπι τον άνθρωπον και ουκ εστίν άνθρωπος, μη ων υπό την πρόνοιαν αυτού, και μάλιστα επί τους εξελθόντας ζητήσαι αυ­τόν και βαστάζοντας τα πάθη υπέρ αυτού, δακτυλοειδώς θεωρεί λαμπρώς. Όταν δε η στέρησις της χάριτος πληθυνθή εν ανθρώπω, τότε πάντα τα ρηθέντα εναντία ευρίσκονται πλησίον και η γνώσις μείζων της πίστεως δια την εξέτασιν και η πεποίθησις του Θεού ουκ εν παντί πράγματι επιτυγχάνει και ούτως ουδέ η πρόνοια του Θεού περί τον άνθρωπον νομίζεται, αλλά υπό των ενεδρευόντων του εν σκοτομήνη κατατοξεύσαι αυτών τα βέλη ενδελεχώς ενεδρεύεται εν τούτοις ο τοιούτος.》
Αυτήν την νοοτροπία, το να μην φοβούνται και να μην πολυνοιάζονται για το μέλλον των παιδιών τους, διαπιστώνουμε ότι είχαν οι Άγιοι της Εκκλησίας καιβοπωσδήποτε έχουν και όσοιβπορεύονται την οδόωτου αγιασμού στους καιρούς μας. Να σημειωθεί, ότι οι περισσότεροι από αυτούς δεν ήταν μοναχοί, ιερείς και επίσκοποι αλλά ήταν ως επί το πλείστον απλοί άνθρωποι, βιοπαλεστές, με βασικό χαρακτηριστικό την ζωντανή πίστιν τους. Ειδικά, αν ερευνήσουμε τα “Μαρτύρια” της πρώτης Εκκλησίας και τον συναξαριστή των Νεομαρτύρων του Οσίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, αυτό είναι κοινή διαπίστωση σε όλους τους αναγνώστες. Μελετώντας τις βιογραφίες για τους Αγίους που ονομάζουμε συναξάρια, είτε στον Μέγα Συναξαριστή είτε σε άλλες εκδόσεις, όπως αυτή την μικρότερη αλλά πολύ σπουδαία: “Οι βίοι των Αγίων” του Μιχαήλ Γαλανού, διαπιστώνουμε ότι οι χριστιανοί εκείνοι ήταν αδιάφοροι μπροστά στις πανουργίες και τα σχέδια των κρατούντων, διότι η εμπιστοσύνη τους στον Θεό ήταν ακράδαντη.
Στην περίπτωση πάλι των γονιών του Αγίου Μάμαντος, που τιμά η Εκκλησία στις 2 Σεπτεμβρίου, σήμερα δηλαδή με το Πάτριο Εορτολόγιο, Θεοδότου και Ρουφίνας δεν βλέπουμε αυτό το ψόφιο φρόνημα από το οποίο διακατέχονται οι σύγχρονοι Χριστιανοί για το πώς θα ζήσουν, αν δεν εμβολιαστούν ή αν δεν δεν λάβουν τα νέα ψηφιακά δελτία ταυτότητος αλλά βλέπουμε απαράμιλλο θάρρος και ανδρεία.
Ὁ Θεόδοτος, ποὺ καταγόταν ἀπὸ εὐγενεῖς (ὁ πατέρας του ἦταν Πατρίκιος), τόσο πόθο Θεοῦ εἶχε, ὥστε κήρυσσε ἄφοβα στοὺς συμπολίτες του τὸν Χριστό, πράγμα ποὺ συνέχισε καὶ ὅταν ξέσπασαν οἱ γενικοὶ κατὰ τῶν χριστιανῶν διωγμοὶ στὴ ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορία ἐπὶ Δεκίου, στὰ 250-251. Τοῦτο ὅταν πληροφορήθηκε ὁ ἄρχοντας τῆς Γάγγρας Ἀλέξανδρος, κάλεσε τὸν Θεόδοτο νὰ ἀπολογηθεῖ, ἀπειλώντας τον μὲ τιμωρίες ἂν δὲν θυσίαζε στὰ εἴδωλα ἀπαρνούμενος τὸν Χριστό. Ὁ Θεόδοτος μὲ θάρρος τοῦ ἀπάντησε ὅτι δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ τὸν βασανίσει, καθὼς εἶχε εὐγενικὴ καταγωγή. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ Ἀλέξανδρος τὸν παρέπεμψε γιὰ ἐξέταση στὸν ἡγεμόνα τῆς εὐρύτερης βορειοδυτικῆς Μικρασίας, ποὺ τότε εἶχε ἕδρα τὴν περίφημη πόλη Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας.
Η Ρουφίνα, παρά το γεγονός ότι ήταν έγκυος, ακολούθησε τον άντρα της στη φυλακή και υπέμεινε μαζί του όλες τις κακουχίες και τα βασανιστήρια. Μέσα στη φυλακή έμειναν για πολλές μέρες νηστικοί ενδεχομένως και με μαρτύρια.
[ Γράφω ενδεχομένως, διότι υπάρχει ένα ζήτημα εξακρίβωσης της χρονολογίας, εφόσον γνωρίζουμε ότι: “Κατὰ δὲ τὸ ἔτος 257 ὁ Βαλλεριανὸς ἐξέδωσε τὸ πρῶτο του ἔδικτο (διάταγμα) γενικοῦ διωγμοῦ κατὰ τῶν χριστιανῶν, γιὰ νὰ ἐκδώσει καὶ ἕνα δεύτερο κατὰ τὸν Αὔγουστο τοῦ ἑπομένου ἔτους 258. Τὸ δεύτερο τοῦτο διάταγμα, ποὺ ἐκδόθηκε γιὰ νὰ καλύψει τὰ κενὰ τοῦ πρώτου, μεταξὺ ἄλλων προνοοῦσε ὅτι οἱ συγκλητικοὶ καί, γενικά, οἱ ἄρχοντες μὲ ὑψηλὴ καταγωγὴ καὶ ἀξιώματα ποὺ ὁμολογοῦσαν ὅτι ἦταν χριστιανοί, θὰ ἀποστεροῦνταν τὴν περιουσία καὶ τὸ ἀξίωμά τους καί, ἐὰν ἐπέμειναν στὴ χριστιανική τους ὁμολογία, θὰ ὑφίσταντο κεφαλικὴ τιμωρία (ἀποκεφαλισμό)”].
Τὸ αποτέλεσμα ήταν μια μέρα ο Θεόδοτος να πεθάνει ενώ η γυναίκα του στην συνέχεια γέννησε μέσα στη φυλακή τον Άγιο Μάμα. Εξαιτίας, όμως, της αδυναμίας της και της ταλαιπωρίας δεν άντεξε και πέθανε και αυτή. Δεν τους έπιασε πανικός, τί θα απογίνουν!!! Όταν πέθανε ο Θεόδοτος δεν απελπίστηκε η Ρουφίνα, καθώς διαπίστωνε ότι σε λίγο έσβηνε και η ίδια και το νεογέννητο βρέφος της θα έμενε ορφανό και εκτεθειμένο στο περιβάλλον μιας φυλακής.
Προνόησε ο Θεός!!! Και το παιδί το έλαβε μια πλούσια και ευσεβής χριστανή, η οποία το ανέθρεψε με μητρική στοργή, ηγιασμένη και καθωδηγημένη από το πνεύμα του Ευαγγελίου.
Ὅσο μεγάλωνε σὲ ἡλικία ὁ Μάμας, αὔξανε σὲ σύνεση καὶ σοφία. Γι᾽ αὐτὸ ὅταν ἔγινε πενταετής, ἡ Ἀμμία τὸν ἔστειλε στὸν δάσκαλο Ἀρίστωνα νὰ ἀρχίσει νὰ μαθαίνει γράμματα, παραχωρώντας του καὶ ἕνα νεαρὸ δοῦλο, ὡς βοηθὸ καὶ συνοδὸ στὸ σχολεῖο, ποὺ λεγόταν Κλημέντιος. Σύντομα ὁ Μάμας ξεπέρασε στὴ φρόνηση καὶ μάθηση ὅλους τοὺς συμμαθητές του. Ἀφοῦ ἔγινε ἕξι ἐτῶν ὁ Μάμας, κοιμήθηκε ἐν Κυρίῳ ἡ Ἀμμία, ἀφήνοντάς τον κληρονόμο τῆς περιουσίας της. Ὅταν ἔγινε αὐτοκράτορας ὁ Αὐρηλιανὸς (270-275), ἐξέδωσε πρόσταγμα γενικῆς θυσίας στοὺς ψευδοθεοὺς σ᾽ ὅλη τὴν αὐτοκρατορία. Στὴν Καισάρεια μετέβη ἕνας σκληρὸς ἐκπρόσωπος τοῦ αὐτοκράτορα, ὁ Δημόκριτος, ποὺ πρόσταξε τοὺς δάσκαλους τῆς πόλης νὰ μεταβοῦν τὴν ἡμέρα τοῦ Δία στὰ εἰδωλεῖα νὰ προσφέρουν θυσία. Καί, ἐνῶ ὅλες οἱ σχολὲς πήγαιναν καὶ θυσίαζαν, μόνο οἱ συμμαθητὲς τοῦ Μάμαντος ἀρνοῦνταν νὰ λατρεύσουν τὰ εἴδωλα, καθὼς διδάσκονταν ἀπὸ αὐτὸν τὴν πίστη στὸν ἀληθινὸ Θεό.
Ὁ Δημόκριτος πληροφορήθηκε τὸ γεγονός, καὶ κάλεσε τὸν μικρὸ Μάμα νὰ ἀπολογηθεῖ. Παρόλες τὶς κολακεῖες καὶ ἀπειλὲς τοῦ τυράννου, ὁ Μάμας παρέμεινε ἀκλόνητος στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ. Μάλιστα τοῦ τόνισε πὼς δὲν εἶχε ἐξουσία νὰ τὸν κακοποιήσει, ὡς καταγόμενο ἀπὸ εὐγενεῖς. Τότε ὁ τύραννος, γεμάτος θυμό, πρόσταξε νὰ τὸν ὁδηγήσουν σιδηροδέσμιο ἀπὸ τὴν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας στὶς Αἰγὲς τῆς Κιλικίας, γιὰ νὰ κριθεῖ ἐκεῖ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν αὐτοκράτορα.
Πράγματι, ὁ Αὐρηλιανὸς μεταξὺ τῶν ἐτῶν 270 καὶ 272 ἐξεστράτευσε κατὰ τῆς βασίλισσας τῆς Παλμύρας Ζηνοβίας (267-272). Σύμφωνα δὲ μὲ τὴ σύγχρονη ἔρευνα σχετικὰ πρὸς τὴν πορεία ποὺ ἀκολούθησε ὁ Αὐρηλιανὸς κατὰ τὴν ἐν λόγῳ ἐκστρατεία του, διῆλθε μὲ βεβαιότητα ἀπὸ τὴν παραθαλάσσια πόλη τῶν Αἰγῶν τῆς Κιλικίας.
Φθάνοντας στὶς Αἰγές, ὁ ἅγιος ὁδηγήθηκε ἐνώπιον τοῦ αὐτοκράτορα, ποὺ τὸν ἀνέκρινε μὲ κάθε αὐστηρότητα. Καὶ πάλιν ὁ παιδομάρτυρας ὁμολόγησε μὲ γενναιότητα τὸν Χριστό, εἰρωνευόμενος τὰ ἀναίσθητα καὶ ἄψυχα εἴδωλα. Ὁ τύραννος, ὀργισμένος καὶ κατησχυμμένος ἀπὸ ἕνα παιδάκι, πρόσταξε καί, ἀφοῦ τὸν κτύπησαν μὲ πέτρες στὸ στόμα, τοῦ πρόσδεσαν στὸ λαιμὸ ἕνα μεγάλο μολύβδινο βαρίδι γιὰ νὰ τὸν ρίξουν στὴ θάλασσα νὰ πνιγεῖ. Ἄγγελος ὅμως Κυρίου ἐμφανίσθηκε καὶ φόβησε τοὺς στρατιῶτες – δημίους μέσα στὸ σκάφος, ποὺ ἐπέστρεψαν στὴν ξηρὰ καὶ ἔφυγαν τρομαγμένοι. Καθ᾽ ὑπόδειξη δὲ τοῦ ἀγγέλου, ὁ Μάμας μετέβη στὸ ὄρος Ἀργαῖον τῆς Καισάρειας, ὅπου ἔζησε ἀκόμη ἕνα ἕως δύο ἔτη. Ἐκεῖ, μὲ πρόσταγμα Θεοῦ, ἔλαβε ἐξ οὐρανοῦ ράβδο θαυματουργὴ καὶ ἅγιο Εὐαγγέλιο, μὲ τὰ ὁποῖα ἐξημέρωνε τὰ ἄγρια θηρία τοῦ βουνοῦ καὶ ἄρμεγε τὰ θηλυκὰ ἀπὸ αὐτά, ἔπηζε τυρί, μὲ τὸ ὁποῖο καὶ ὁ ἴδιος τρεφόταν καὶ ἔδινε καὶ στοὺς πτωχοὺς τῆς Καισάρειας. Ἔκτισε ἀκόμη μικρὸ ναό, ὅπου λάτρευε τὸν Κύριο.
Ὅταν οἱ εἰδωλολάτρες πληροφορήθηκαν τὰ θαυμαστὰ σημεῖα, ποὺ ὁ Μάμας τελοῦσε στὸ βουνό, φθόνησαν, καὶ τὸν κατήγγειλαν στὸν νέο ἡγεμόνα τῆς Καισάρειας Ἀλέξανδρο, ὅτι τάχα ἦταν μάγος καὶ μὲ μαγικὲς τέχνες ἡμέρωνε τὰ ἄγρια θηρία. Τότε αὐτὸς ἔστειλε στρατιῶτες νὰ τὸν συλλάβουν. Τοὺς συνάντησε ὁ ἅγιος καὶ τοὺς ρώτησε τί ἔψαχναν. Αὐτοὶ τοῦ εἶπαν γιατί εἶχαν μεταβεῖ ἐκεῖ, κι ὁ Μάμας τοὺς κάλεσε νὰ τοὺς προσφέρει ψωμὶ καὶ τυρὶ καὶ τοὺς ὑποσχέθηκε νὰ τοὺς ὑποδείξει αὐτὸν ποὺ ἀναζητοῦσαν. Ἐνῶ τρώγανε, μαζεύτηκαν ἐκεῖ τὰ ἄγρια ζῶα κατὰ τὴ συνήθειά τους, ποὺ φόβησαν τοὺς στρατιῶτες.
Ὁ ἅγιος τοὺς καθησύχασε, τοὺς εἶπε ὅτι αὐτὸς ἦταν ὁ Μάμας ποὺ ἀναζητοῦσαν καὶ τοὺς ἐξήγησε πὼς τὰ ζῶα τὰ ἐξημέρωνε μὲ τὴ δύναμη τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, ποὺ λάτρευε, κι ὄχι μὲ μαγικὲς κακοτεχνίες. Κατόπιν τοὺς προέτρεψε νὰ ἐπιστρέψουν καὶ νὰ τὸν ἀναμένουν στὴν πύλη τῆς Καισάρειας καὶ θὰ ἐρχόταν σύντομα.
Πρὶν ὅμως ἀπέλθει πρὸς τὸ μαρτύριο, μὲ ὑπόδειξη τοῦ Κυρίου κάλεσε μεγάλο λιοντάρι ἀπὸ τὴν ἔρημο, καὶ τοῦ εἶπε ὅτι, ὅταν αὐτὸς θὰ θηριομαχοῦσε στὸ στάδιο, θὰ τὸ ἔφερναν κι αὐτὸ ἐναντίον του, καὶ τότε νὰ πράξει ἐκεῖνο ποὺ θὰ τὸ προστάξει ὁ Θεός.
Μετέβη λοιπὸν ὁ Μάμας στὴν Καισάρεια καὶ ὁδηγήθηκε μπροστὰ στὸν ἡγεμόνα Ἀλέξανδρο, ποὺ τὸν ἐξέτασε γιὰ τὶς δῆθεν μαγεῖες του. Κι ὅταν ὁ παιδομάρτυρας τοῦ ξεκαθάρισε πώς, ὄχι μόνο δὲν ἦταν μάγος, ἀλλὰ λάτρευε τὴν Ἁγία Τριάδα, ὁ τύραννος τὸν ἀνάγκαζε νὰ ἀρνηθεῖ τὴν πίστη του καὶ νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα. Μετὰ τὴ θαρραλέα ὁμολογία τοῦ μάρτυρα, ὁ ἡγεμόνας πρόσταξε νὰ ἀρχίσουν τὰ βασανιστήρια.
Πρῶτα τὸν κρέμασαν σὲ τιμωρητικὸ ξύλο καὶ τὸν ἔξεσαν ἀπάνθρωπα σὲ ὅλο τὸ σῶμα, μέχρι τὰ σπλάχνα. Ὁ ἅγιος ὅμως ἄχνα δὲν ἔβγαλε, μόνο προσευχόταν θερμὰ νὰ τὸν ἐνισχύσει ὁ Κύριος ἕως τέλους. Κατόπιν τὸν ἔριξαν σὲ καμίνι ποὺ εἶχαν πυρώσει ἐπὶ τρεῖς μέρες, ὅπου τὸν ἄφησαν γιὰ πέντε μέρες. Ἀλλ᾽ ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ τὸν διαφύλαξε ἀβλαβή, ἀποστέλλοντάς του ἀγγέλους, μὲ τοὺς ὁποίους συνδοξολογοῦσε τὸν Θεό, ὅπως παλαιὰ οἱ τρεῖς Παῖδες στὴ Βαβυλώνα. Ὅταν εἶδε τὴν ὑπερθαύμαστη διάσωσή του ὁ τύραννος, διέταξε νὰ τὸν ρίξουν στὰ ἄγρια θηρία στὸ στάδιο.Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ τιθάσσευε τὴν ἀγριότητα τῶν θηρίων, ποὺ σεβάστηκαν καὶ προσκυνοῦσαν τὸν μάρτυρα τοῦ Χριστοῦ. Τότε ἀπέλυσαν ἐναντίον του καὶ τὸ λιοντάρι ποὺ προαναφέραμε, κι αὐτὸ ὅρμησε ἐναντίον τῶν θεατῶν, καὶ κατασπάραξε πολλοὺς εἰδωλολάτρες καὶ Ἰουδαίους. Τέλος, ὁ τυφλωμένος στὴν ψυχὴ Ἀλέξανδρος πρόσταξε νὰ φονευθεῖ στὸ στάδιο ὁ μάρτυρας ἀπὸ τάγμα ἱππικοῦ.
Πράγματι, ἕνας μονομάχος κτύπησε τὸν Μάμαντα μὲ τρίαινα στὴν κοιλιά καὶ χύθηκαν ἔξω τὰ σπλάχνα του. Φωνὴ τότε ἀκούστηκε ἀπὸ τοὺς οὐρανούς, ποὺ τὸν καλοῦσε νὰ ἀπολαύσει τὰ ἀγαθὰ τῆς αἰώνιας ζωῆς. Κι ὁ γενναιότατος παιδομάρτυρας, κρατώντας τὰ χυμένα του σπλάχνα, περπάτησε περὶ τὸ μισὸ χιλιόμετρο ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη, βρῆκε ἕνα σπήλαιο καί, ἐπάνω σὲ μιὰ πέτρα, παρέδωσε τὸ πνεῦμα του στὸν Κύριο, γιὰ τὸν Ὁποῖο τόσα βάσανα ὑπέμεινε. Τελειώθηκε δὲ ὁ μαρτυρικὰ στὴν Καισάρεια ἐπὶ τῆς βασιλείας τοῦ Αὐρηλιανοῦ, πιθανώτατα κατὰ τὴν 2α Σεπτεμβρίου τοῦ 273 ἢ τοῦ 274, σὲ ἡλικία 15 ἢ 16 ἐτῶν.
Στον κατ’ εξοχήν θαυμαστή συτή σύντομη βιογραφία και το μαρτύριο του Αγίου Μάμαντος διαπιστώνονται:
 1ον. Το αγωνιστικό φρόνημα του πατέρα του Θεόδοτου που θεώρησε ως την μεγαλύτερη τρυφή του και απόλαυση, μολονότι ήταν νεόνυμφος, διότι μόλις είχε λάβει με γάμο την Ρουφίνα, να μοχθήσει χάριν της διαδόσεως του Ευαγγελίου.
2ον. Η Ρουφίνα παρακαλούσε τον έπαρχο να συμφυλακισθεί με τον σύζυγό της και για να το πετύχει αυτό διεκύρηξε δημόσια και διαπρυσίως τις χριστοανικές της αρχές, διότι ο έπαρχος δίσταζε αρχικά, μάλιστα εν εγκυμοσύνη, να την έχει μετά του δεσμίου άντρα της.
3ον. Ενώ οι ίδιοι δεν είχαν καμία δυνατότητα να προνοήσουν για το τέκνο τους επρονόησε ο Ίδιος Κύριος με τον καλύτερο τρόπο.
4ον. Μολονότι είχε την δυνατότητα να διαφύγει τελικώς το μαρτύριο, εκούσιως έσπευσε προς αυτό.
5ον. Τα άγρια ζώα επίθοντο στα εντάλματα του Αγίου δια την ευσέβεια του ενώ δεν λυπήθηκαν τον αιμοδιψή όχλο που ήθελε στην αρένα θέαμα με αίμα Χριστιανών.
6ον. Ο Κύριος των δυνάμεων έδειξε ότι προστατεύει διαρκώς τον Μάμαντα και μπορούσε να του χαρίσει μια πρόσκαιρη και εφήμερη βιολογική ζωή. Θέλησε όμως να τον κάνει πολίτη της βασιλείας του.
Και τώρα ερχόμαστε στο επίκαιρο θέμα μας!!! Δεν γνωρίζουμε, τί κατάληξη θα έχει και τούτη την φορά το θέμα των ταυτοτήτων. Αν βέβαια είμαστε “τυχεροί” θα προωθηθούν στα πλαίσια της ψηφιακής διακυβέρνησης. Νομίζω όμως, ανθρωπίνως το λέγω, ότι θα ξεκινήσουν να δίδουν ταυτότητες αλλά δεν θα διεκπεραιώσουν τελικά την πονηρά βουλή τους, διότιβοι προφητείεςλέγουν ότι θα τους προφυάσουν τα γεγονότα. Μακάρι να δοθεί και σε μας μία τέτοια ευκαιρία, ώστε να δυνηθούμε να περάσουμε στο Βιβλίο της Ζωής με την στρατιά των Αγίων Μαρτύρων. Είμαστε αδύναμοι όμως και ανάξιοι για μία τέτοια τιμή. Αν επιτρέψει ο Κύριος να δοκιμασθούμε τότε θα έχουμε χαράς ευαγγέλια. Αν έτσι, δούμε τα πράγματα, σας ερωτώ θα φοβηθούμε τους κρατούντες που τρέμουν την παρρησία των δληθινά Χριστιανών;
add
TAGGED:
Share This Article
Δεν υπάρχουν Σχόλια

Αφήστε μια απάντηση