ΠΑΪΣΙΟΥ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ ….ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΟ ΑΡΘΡΟΝ ΤΟΥ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΤΥΠΟΥ “Κληρικοὶ ἐγκαλούμενοι ἀπολογοῦνται πρὸς ἀποφυγὴν σκανδαλισμοῦ” Δ΄ ΜΕΡΟΣ
ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ Δ΄ ΜΕΡΟΣ
ΕΙΣ ΤΟ ΑΡΘΡΟΝ ΤΟΥ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΤΥΠΟΥ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΟ ΥΠΟ ΤΟΥ ΤΙΤΛΟΥ
ΤӉ 6ӊ Οκτωβρίου 2023
“Κληρικοὶ ἐγκαλούμενοι ἀπολογοῦνται πρὸς ἀποφυγὴν σκανδαλισμοῦ”
ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ Γ.Ο.Χ.
ΒΑΔΗΣ ΚΑΙ ΒΥΡΤΕΜΒΕΡΓΗΣ
ΠΑΪΣΙΟΥ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ
Θὰ συνεχίσουμε παρακάτω νὰ ἐξετάζουμε, στὴν μέχρι τώρα προαναφερομένη συνάφεια τῶν ἤδη κατεγνωσμένων αἱρέσεων καὶ αἱρετικῶν ποὺ ἀνακεφαλαιώνονται στὸν Οἰκουμενισμό, τὰ σχετικὰ μὲ τοὺς Ἀγγλικανοὺς καὶ γενικὰ μὲ τὸν Προτεσταντισμό. Ὁμιλώντας γιὰ τὸν Προτεσταντισμὸ ἀναφερόμαστε στὸ σύνολο τῶν αἱρετικῶν ὁμάδων ποὺ δημιουργήθηκαν ἀπὸ τὴν διαρκῆ διάσπαση, ἀκόμη καὶ ἐκείνου τοῦ τμήματος ποὺ ἀποκόπηκε ἀρχικὰ ἀπὸ τὸν Παπισμὸ μὲ τὸν Λούθηρο, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἱδρύωνται ἔκτοτε ὁλοένα καὶ περισσότερες νέες ὁμάδες, ὧν οὐκ ἔστιν ἀριθμός. Ὅλες αὐτὲς τὶς αἱρετικὲς προτεσταντικὲς ὁμάδες στὰ πλαίσια τῆς Συνόδου τοῦ Κολυμβαρίου ἐκκλησιοποίησε θεσμικῶς μὲ ἐκφώνησιν διακηρύξεως ἡ “Νεοταξικὴ Ἐκκλησία”. Ἡ ἐκκλησιολογικὴ ἀναγνώρισις, ὡς θεσμικὴ ἐκτροπή, ἔχει πλέον καὶ τὰ κάτωθι τραγικὰ χαρακτηριστικά, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν καὶ σοβαρώτατα στὸ ἑξῆς ζητήματα:
I. Ἀποτελοῦν ἀριθμητικὰ ἕνα σύνολο οἱ προτεσταντικὲς ὁμάδες, οἱ ὁποῖες ὑπερβαίνουν τὶς 300 !!!
II. Ὑπάρχει τὸ σοβαρὸ θέμα τῆς ἱερωσύνης, ἀκόμη καὶ τῆς ἀρχιερωσύνης, τῶν γυναικῶν.
III. Ὑπάρχουν ἐπίσκοποι καὶ ἐπισκοπίνες ποὺ δηλώνουν ἀπερίφραστα ὅτι εἶναι ὁμόφυλα ἄτομα.
Συνειδητοποιεῖτε ἄραγε τὴν κρισιμότητα τοῦ προβλήματος, καθὼς ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία θὰ ἔρχεται διά κοινωνίας, σὲ ἐπίπεδο ἱερατείου, μὲ τέτοιας ἠθικῆς στάθμης κλῆρο τῶν Ἀγγλικανῶν καὶ γενικὰ τῶν Προτεσταντῶν ; Ἔπειτα ὅμως ἀπ’ ὅλα αυτά, κληρικοὶ τοῦ Ν.Η., καὶ δὴ συνεργάτες τοῦ ἀειμνήστου Μητροπολίτου κυροῦ Αὐγουστίνου, προτείνουν ἀκόμη οἰκονομία ἀπέναντι στὸ σύστημα τῶν Οἰκουμενιστῶν, ἀφοῦ οἱ ἐπίσκοποι τοὺς ὁποίους μνημονεύουν σὲ αὐτὸ τὸ σύστημα, ὄχι ἁπλῶς ἐργάζονται, ἀλλὰ λειτουργοῦν στηρίζοντας μὲ τὶς ἐνέργειές τους μίαν τέτοιου εἴδους κίνησιν ποὺ προωθεῖ ὁ Πατριάρχης καὶ οἱ λοιποὶ Οικουμενισταί; Τὸ θέμα αὐτό, στὸ διάστημα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας ποὺ διανύουμε εἶναι καὶ ἐπίκαιρο, διότι μόλις τὶς προηγούμενες ἡμέρες ὁλοκληρώθηκαν οἱ ἐργασίες τῆς Ἐπιτροπῆς Διαλόγου Ἀγγλικανικῆς Κοινωνίας καὶ Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Νὰ καταστήσουμε γνωστὸ ὅτι: «“ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ Θεολογικοῦ Διαλόγου Ἀγγλικανῶν – Ὀρθοδόξων (ICAOTD)” πραγματοποίησε συνάντηση στὰ Ἱεροσόλυμα ἀπὸ 5ης ἕως 11ης Ὀκτωβρίου 2023, ὑπογραμμίζοντας τὴν 50ὴν ἐπέτειον ἀπὸ τῆς πρώτης συναντήσεως τῆς Ἐπιτροπῆς κατὰ τὸ ἔτος 1973. Ἡ συνάντηση αὐτὴ φιλοξενήθηκε ἀπὸ τὴν Ἀγγλικανικὴ Κοινωνία καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ εἶναι εὐγνώμων γιὰ τὴν γενναιόδωρη φιλοξενία καὶ τὴν θερμὴ ὑποδοχὴ ποὺ ἔτυχε ἀπὸ τὸν Σεβασμ. Δρ. Hosam Naoum, Ἀρχιεπίσκοπο ἐν Ἱεροσόλυμοις καὶ Προκαθήμενο Ἱεροσολύμων καὶ Μέσης Ἀνατολῆς». Στὶς συνεδριάσεις τῆς Ὁλομελείας τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς Θεολογικοῦ Διαλόγου Ὀρθοδόξων – Ἀγγλικανῶν, ποὺ ξεκίνησαν τὴν Παρασκευὴ (6-10-2023) στοὺς χώρους τοῦ St. George Anglican Centre στὴν Ἱερουσαλήμ, στὴν συνδιάσκεψη μετεῖχαν ἐκπρόσωποι δέκα Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν (μετὰ τὴν ἀποχώρηση τοῦ ἐκπροσώπου τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας) καὶ ἐκπρόσωποι τῆς Ἀγγλικανικῆς Κοινωνίας ἀπὸ ὅλες τὶς ἠπείρους. Ἐνῷ ὅμως λέγεται ὅτι ὁ θεολογικὸς διάλογος τῆς Ὀρθοδοξίας μὲ τὴν Ἀγγλικανικὴ Κοινωνία εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς παλαιότερους διαλόγους, ἐκεῖνο ποὺ δὲν λέγεται εἶναι, ὅτι ὁ διάλογος ὅταν ὄντως εἶχε ἕναν ὀρθόδοξο καὶ ὁμολογιακὸ χαρακτῆρα ξεκίνησε τὸν 16ο αἰῶνα, καὶ ὄχι τὸ 1960 στὰ πλαίσια τοῦ Π.Σ.Ε., ὅπου πλέον δὲν εἶχε οὔτε ὀρθόδοξο οὔτε καὶ ὁμολογιακὸ χαρακτῆρα ἀλλὰ ἔκτοτε δέσποζε συγκρητισμὸς καὶ οἰκουμενιστική ἀλλοτρίωσις.
1. Ἡ πρωταρχικὴ κίνησις τῶν Ὀρθοδόξων σὲ διάλογο μὲ τὸν Προτεσταντισμὸ ξεκινᾷ τὸ 1573 -1581 μὲ τὶς Τρεῖς Ἀποκρίσεις τοῦ Ἱερεμίου Β’, Πατριάρχου Κων/πόλεως, ὅταν Λουθηρανοὶ θεολόγοι τοῦ πανεπιστημίου τῆς Τυβίγγης ἔθεσαν ὑπὸ τὴν κρίσιν του τὴν Αὐγουσταίαν Ὁμολογίαν. Αὐτὸ ποὺ πρέπει νὰ δοῦμε εἶναι ἐὰν δέχθηκε τότε ὁ Ὀρθόδοξος πατριάρχης τὴν δογματική τους διδασκαλία ὡς ὀρθὴ καὶ σύμφωνη μὲ τὰ πιστεύματα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Πέμψαντες ὅμως οἱ Λουθηρανοὶ αὐτῷ καὶ τρεῖς ἀνταποκρίσεις, ἐπὶ σκοπὸν οἱ Ὀρθόδοξοι νὰ παραδεχθοῦν τὴν Μεταρρύθμισιν καὶ ἔτσι νὰ κερδίσουν τὴν Ἀνατολικὴν Ἐκκλησίαν, συμφώνησε ὁ Πατριάρχης ; Τὰ βρῆκε μαζί τους, ὅπως γίνεται στοὺς καιρούς μας στὰ πλαίσια τοῦ Π.Σ.Ε ; Στὴν συνάφεια αὐτή δὲν θὰ ἀναφερθοῦμε στὰ πολὺ σημαντικὰ ἱστορικὰ στοιχεῖα ποὺ ὡς γεγονότα καὶ πρόσωπα πλαισίωσαν τὸν διάλογο ἑκατέρωθεν, ἀλλὰ θὰ ἐπισημάνουμε τὸ σημαντικό, ὅτι ὁ Πατριάρχης Ἱερεμίας λαβὼν παρὰ Gerlach τὰ ἀπὸ Τυβίγγης γράμματα καὶ τὴν Αὐγουσταίαν Ὁμολογίαν ἐν ἑλληνικῇ μεταφράσει, ἐπιγραφομένην ” Ἐξομολόγησις τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, τουτέστιν, διδαχῆς χριστιανικῆς” ἔπεμψε τὸ 1576 τὴν πρώτην ἀπόκρισίν του πρὸς τοὺς θεολόγους τῆς Τυβίγγης, στὴν ὁποίαν (προσέξτε !!!) ἀσκεῖ κριτικὴν ἐπὶ ἑκάστου ἄρθρου τῆς Αὐγουσταίας Ὁμολογίας ὑποδεικνύων ποῦ συμπίπτουν καὶ ποῦ διΐστανται Ὀρθόδοξοι καὶ προτεστάντες, ἀναιρώντας τὶς προτεσταντικὲς διδασκαλίες, ἐκεῖ ὅπου δὲν συμφωνοῦν μὲ τὴν Ὀρθόδοξον Πίστιν. Ἑπομένως, καταδικάζει τὶς κακοδοξίες τους. Ὅταν οἱ διαμαρτυρόμενοι θεολόγοι διεπίστωσαν ὅτι ἀπεκαλύπτοντο καὶ ἐξηλέγχοντο οἱ καινὲς διδαχές τους ἀπὸ τὴν ἀρχαία διδασκαλία τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀπέστειλαν τὴν πρώτην αὐτῶν ἀνταπόκρισιν, στὴν ὁποίαν, ὁ πατριάρχης ἐντόπισε οὐσιώδεις δογματικὲς διαφορὲς τῶν Προτεσταντῶν ἀπό τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Γι’ αὐτὸ τὸ 1578 γράφει τὴν 2αν καὶ τὸ 1581 τὴν 3ην ἀπόκρισίν του, καὶ διαπιστώνοντας τὸ ἀδύνατον τῆς συνεννοήσεως καὶ τῆς συμφωνίας, ἀφοῦ ἐπέμεναν μὲ ἰσχυρογνωμοσύνη στὶς καινοτομίες καὶ ἑτεροδοξίες τους, ζήτησε νὰ παύσουν νὰ τοῦ γράφουν γιὰ τὰ δογματικὰ ζητήματα. Εἶναι λοιπὸν ἀπὸ τὴν πρώτη ἀκόμη φάση «γνωριμίας» κατεγνωσμένη αἵρεσις ὁ Προτεσταντισμός!!!
2. Στὸ ἴδιο ὁμολογιακὸ πνεῦμα μὲ σκοπὸ νὰ κρατηθῇ ἡ πατρῴα εὐσέβεια κινήθηκε ὁ Μητροφάνης Κριτόπουλος, μετέπειτα Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας, ὅταν, νέος ἀκόμη ὡς φοιτητής, θέλησε νὰ ἐκθέσῃ ἀνόθευτη τὴν πατερικὴ διδασκαλία στὰ πλαίσια τοῦ διαλόγου μεταξὺ Ὀρθοδόξων καὶ διαμαρτυρομένων, ἀντίπαλης ὅμως τῆς προηγουμένης αὐστηρᾶς Λουθηρανικῆς Σχολῆς τοῦ πανεπιστημίου Βιττεμβέργης. Ἡ Ὁμολογία αὐτὴ συνεγράφη σὲ ἕνα κλίμα φιλενωτικῶν συζητήσεων εἰς τὴν γερμανικὴν πανεπιστημιούπολιν Ἐλμστάδην μὲ τοὺς καθηγητὲς καὶ κυρίως μετὰ τοῦ ἐπιφανοῦς ἐπίσης Λουθηρανοῦ θεολόγου Γεωργίου Καλίξτου (G. Kalixt). “Δι’ αὐτῆς ἀπεσκόπει τοῦτο μὲν ὅπως διαδώσῃ καὶ ἐμπεδώσῃ μεταξὺ τῶν ἐν ἀγνοίᾳ τότε κατὰ τὸ πλεῖστον διατελούντων διαμαρτυρομένων τὴν περὶ τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας γνῶσιν, ἐκτίμησιν καὶ ἀγάπην…” Ἡ Ὁμολογία αὐτὴ εἶχε πληροφοριακόν, εἰρηνικὸν καὶ συνδιαλακτικὸν χαρακτῆρα, γι’ αὐτὸ καὶ χαρακτηριζόταν ἀπὸ ἕνα εὐμενὲς πνεῦμα πρὸς τὸν προτεσταντισμόν, ἐξαιτίας τοῦ ὁποίου ὁ ἴδιος κατηγορήθηκε ἀδίκως. Πάντως, ὑποστηρίζεται ὅτι αὐτὴ ἡ Ὁμολογία βρίσκεται ἀνάμεσα στὴν προτεσταντίζουσα τοῦ Κυρίλλου Λουκάρεως καὶ τὴν λατινίζουσα τοῦ Πέτρου Μογγίλα. Ὁ Κριτόπουλος στηρίζεται στὴν Ἑλληνικὴ Θεολογία, ἐπειδή ἀντλεῖ ἀπὸ τὰ συγγράμματα τῶν Ἑλλήνων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ἐνδιατρίβει κυρίως σὲ θέματα δογματικά, ὅπου διαφωνοῦν οἱ προτεστάντες μὲ τοὺς Ὀρθοδόξους. Οἱ Διαμαρτυρόμενοι ἀνέλαβαν τὴν ὑποχρέωσιν τῆς δημοσιεύσεως τῆς Ὁμολογίας καὶ πάλιν μὲ σκοπιμότητα νὰ ἀποσπάσουν Ὁμολογίαν Πίστεως σύμφωνη πρὸς τὴν Λουθηρανικὴν Αὐγουσταίαν Ὁμολογίαν !!! Ἡ Ὁμολογία του ὅμως, ἐπειδὴ προχωροῦσε στερρῶς ἐπὶ Ὀρθοδόξου διδασκαλίας, δὲν εἶδε τὸ φῶς τῆς δημοσιότητος ὅσο ζοῦσε, ἀλλὰ μετὰ τὴν πάροδον 36 ἐτῶν ἀπὸ τῆς συγγραφῆς της ἐν Ἐλμστάδῃ, δηλαδὴ τὸ 1661, τότε μόνον καὶ κυρίως γιὰ ἐπιστημονικοὺς σκοπούς, ἐνῷ πρωτύτερα, οὔτε ἐκεῖ, οὔτε ἐν Ἀλτδόρφῃ, Νυρεμβέργῃ, Στουγγάρδῃ καὶ Τυβίγγῃ, εἶχε δυνηθεῖ νὰ δημοσιεύσῃ τὴν Ὁμολογίαν του. Ἐὰν ἡ Ὁμολογία τοῦ Κριτόπουλου δὲν φανέρωνε τὴν διαφορετικὴ δογματικὴ διδασκαλία τῶν Λουθηρανῶν, ὁπωσδήποτε θὰ τὴν δημοσίευαν ἄμεσα, χωρὶς νὰ ὑποστῇ τέτοια ταλαιπωρία!!! Συνεπῶς, καὶ μεμονωμένα ἀκόμη πρόσωπα, πρὶν ἀναλάβουν θεσμικὸ ρόλο, ὅταν σπούδαζαν εἰς τὴν ἑσπερίαν, κρατοῦσαν κατὰ κανόνα, ὅπως θὰ διαπιστώσουμε στὴν συνέχεια, μέχρι καὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰῶνος, ἕναν ὀρθόδοξο καὶ ὁμολογιακὸ χαρακτῆρα στοὺς διαλόγους !!! Ἂς δοῦμε ὅμως ἐπισταμένως τὸ ζήτημα ἔπειτα τοῦ 1661, μέχρι νὰ στηθῇ ἡ Οικουμενικὴ Κίνησις, οὐσιαστικὰ μὲ ἐργαλεῖο αὐτόν τὸν ἴδιο τὸν Οἰκουμενισμό, ἔχουν αὐτὸ τὸν ὀρθόδοξο καὶ ὁμολογιακὸ χαρακτῆρα ;
3. Ὅταν πάλι κατὰ τὸν 17ον αἰῶνα, τόλμησαν οἱ Καλβινιστὲς νὰ παρουσιάσουν, ἔπειτα ἀπὸ μεγάλην καὶ πολλὴν διαφήμισιν καὶ μὲ ἀρκετὲς μεταφράσεις, τὴν ψευδεπίγραφον ” Ὀρθόδοξον” τάχα Ὁμολογίαν, ἡ ὁποία δημοσιεύθηκε εἰς τὴν Γενεύην τὸ 1629 λατινιστί, καὶ ὑπὸ τοῦ Πατριάρχου Κυρίλλου Λουκάρεως ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ υἱοθετηθεῖσα, ἡ Ἐκκλησία ἀντέδρασε τόσο δυναμικά, ποὺ γιὰ μία παλιοφυλλάδα, ἡ ὁποία χαρακτηριζόταν “μέγιστον ματαιολόγημα”, συγκρότησε ἕξι τοπικές Συνόδους :
■ τὸ 1638 ἐν Κων/πόλει
■ τὸ 1642 ἐν Κων/πόλει
■ τὸ 1642 ἐπίσης καὶ Ἰασίῳ
■ τὸ 1672 ἐν Κων/πόλει
■ τὸ 1672 ἐν Ἱεροσολύμοις
■ τὸ 1691 ἐν Κων/πόλει
 Προσέξτε !!!Γιὰ νὰ καταδικάσουν τὴν καλβινικὴν ἐκείνην Ὁμολογίαν, ἡ ὁποία, ἐνῷ ἦταν αἱρετική, τὴν παρουσίαζαν ὡς Ὀρθόδοξον. Καὶ τὸν μὲν Κύριλλον Λούκαριν παρέδωκεν εἰς τὸ ἀνάθεμα, τοὺς δὲ ἀναγινώσκοντας τὴν Ὁμολογίαν αὐτὴν ἐπίσης, γιὰ νὰ μὴ διαδοθῇ αὐτὴ καὶ μολυνθῇ ἔτσι ἐκ τῆς αἱρέσεως ὁ πιστὸς λαός. Ποῦ λοιπὸν ἀγαπητοὶ Πατέρες καὶ ἀδελφοὶ βλέπετε Οἰκονομίαν ἐδῶ ; Οὔτε κἂν εἰς τοὺς λαϊκοὺς δὲν χαρίστηκε οἰκονομία !!! Ἔτσι ἐνεργεῖ ἡ Ἐκκλησία, ὅταν διαπιστώνει κίνδυνον ἐκ τῆς αἱρέσεως. Καὶ τώρα ποὺ ἡ Ὁμολογία οὐσιαστικὰ ὑπὸ τὸν ὅρον « Ἐκκλησίες» συνετάχθη οὐχὶ ὑπὸ αἱρετικῶν ὁμάδων, ἀλλὰ ὑπὸ αὐτῶν τῶν ἰδίων ἐκκλησιαστικῶν ταγῶν ποὺ βρίσκονται εἰς τὴν διοίκησιν τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, οἱ ὁποῖοι τάχα ὡς Ὀρθόδοξοι συνεκρότησαν Σύνοδον καὶ δὲν ἀπεδέχθησαν ἁπλῶς ἕνα ἔγγραφο ποὺ τοὺς τὸ ἐνεχείρισαν ἄλλοι, ἀλλὰ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι συνέταξαν ὡς συνοδικὴν διακήρυξιν τὴν βλάσφημον ἐκκλησιολογικὴν Ὁμολογίαν, τί πρέπει νὰ κάνῃ ἡ συνείδησις τῆς Ἐκκλησίας ; Κρίμα, ἀπέχετε παρασάγγας τοῦ ὀρθοδόξου Πνεύματος καὶ τῆς γνώσεως τῆς Ἁγίας μας Παραδόσεως σχετικὰ μὲ τὸ πῶς λειτουργεῖ διαχρονικῶς ὁ ἀμυντικὸς μηχανισμὸς τῆς Ἐκκλησίας !!!
 4. Περνοῦμε τώρα ὡς πρὸς τὴν ἀναδίφησιν τῶν “Δογματικῶν καὶ Συμβολικῶν Μνημείων” διεξοδικῶς στὶς Ἀποκρίσεις τῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν “Πρὸς Τοὺς Ἀγγλικανοὺς Ἀνωμότους”. Τὰ προηγούμενα συμβολικὰ κείμενα ἀναφερόντουσαν εἰς τὸν καλβινικὸν Προτεσταντισμόν, ὅπως καὶ τὸ παρόν, στὸν τρίτον ὅμως κλάδον αὐτοῦ, τὸν Ἀγγλικανισμόν. Στὴν εἰσαγωγὴ τοῦ συγκεκριμένου μνημείου ὁ καθηγητὴς Ἰω. Καρμίρης σημειώνει: ” Ἡ συμβολικὴ (ἀντιαιρετικὴ) δὲ σημασία αὐτοῦ εἶναι προφανής, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὅτι ἀσχολεῖται περὶ τὰς διαφορὰς μεταξὺ τῆς Ὀρθοδόξου ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῆς Ἀγγλικανικῆς καὶ γενικώτερον τῆς Προτεσταντικῆς ” Ἐκκλησίας”(sic), ἀφ’ ἑτέρου δέ, ὅτι καθορίζει ἐπιτυχῶς καὶ ἐγκύρως τὴν ἐξ ἐπόψεως ὀρθοδόξου ὀρθὴν βάσιν πάσης πρὸς ἕνωσιν τῶν “διϊσταμένων Ἐκκλησιῶν”(sic) προσπαθείας, καὶ ἄρα καὶ τῆς καταβαλλομένης ἐπ’ ἐσχάτων ὑπὸ τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν Ἐκκλησιῶν, οὗτινος μετέχει καὶ ἡ Ὀρθόδοξος Καθολικὴ Ἐκκλησία μετὰ τῆς Παλαιοκαθολικῆς, τῆς Ἀγγλικανικῆς καὶ τῶν λοιπῶν Προτεσταντικῶν Ἐκκλησιῶν καὶ Ὁμολογιῶν. Ἀφορμὴν πρὸς σύνταξιν τῶν πατριαρχικῶν τούτων Ἀποκρίσεων ἔδωκεν ἡ ἐπιθυμία καὶ ἀπόπειρα τῶν Ἄγγλων Ἀνωμότων, – καθολικιζούζης ἐκκλησιαστικῆς μερίδος Ἀγγλικανῶν, ὑπὸ τὸν ἐπίσκοπον Campell, ἀρνηθέντων τὸν ὅρκον εἰς τὴν προτεσταντίζουσαν νέαν ἐξ Ὀράγγης δυναστείαν τῆς Ἀγγλίας – ὅπως ἑνωθῶσι μετὰ τῶν Ὀρθοδόξων.”Οἱ Ἀνώμοτοι αὐτοί, ὅταν κατὰ τὸ ἔτος 1716 ἦλθεν εἰς τὸ Λονδίνον ὀρθόδοξος ἀποστολὴ τοῦ Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας Σαμουήλ Καπασούλη, καὶ διεξήγαγε φιλενωτικὰς μετ’ αὐτῆς συζητήσεις, καὶ ὁδηγήθησαν εἰς τὴν ἀπόφασιν νὰ ἑνωθοῦν μετὰ τῆς πρεσβυγενοῦς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας καὶ δι’ αὐτῶν νὰ συνενώσωσι μετ’ αὐτῆς ὁλόκληρον τὴν Ἀγγλικανικὴν Ἐκκλησίαν, ἔκριψαν ὅτι διατελοῦσαν σὲ σχίσμα ἀπὸ τοὺς λοιποὺς Ἀγγλικανούς, καὶ ἐνῷ “οὐδένα τόπον οὔτε Ἐκκλησίαν ἔχοντες” ὅπως τοὺς ἐνημέρωσε ὁ ἀρχιεπίσκοπος Καντερβουρίας Wake, μαθὼν παρὰ τῆς ἐν Κων/πόλει Πρεσβείας ὅτι οἱ Ἀνώμοτοι ἦσαν ἕτοιμοι πρὸς ἕνωσιν μετὰ τῶν Ὀρθοδόξων, ἔγραψεν ἐπιστολὴν τὴν 6ην Σεπτεμβρίου τοῦ 1725 πρὸς τὸν Ἱεροσολύμων Χρύσανθον ὅτι “ὡς σκοπὸν αὐτῶν ἔσχον νὰ ἀπατήσωσιν ὑμᾶς, μὴ εἰδότας τὸ σχίσμα” θεωροῦντες ἑαυτοὺς ὡς ἀντιπροσωπεύοντας καὶ συνεχίζοντας τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν ἐν Ἀγγλίᾳ ἢ, ὡς ἔγραφον, ὡς τὰ “λείψανα τῆς ἐν Βρεττανίᾳ πάλαι ποτέ Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας,” μὲ συνεννόησιν τοῦ ἐν Λονδίνῳ μητροπολίτου Θηβαΐδος Ἀρσενίου, ὁ ὁποῖος ἔπαιζε καλῶς τι παίγνιον. Οἱ Ἀνωμότατοι, ἐνῷ ἀπεδέχοντο, ὡς ἐφαίνετο, τὴν Ὀρθόδοξον διδασκαλίαν, κάποια σημεῖα δὲν τὰ ἐδέχοντο ὡς εἶχον, κάποια τὰ ἐτροποποίουν, ἐνῷ σὲ κάποια ἦταν ἐπιφυλακτικοὶ καὶ δὲν τὰ ἐδέχοντο. Πρὶν νὰ πληροφορηθῇ τὴν ἀπάτην ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Χρύσανθος, ὥστε νὰ διακόψῃ τὶς διαπραγματεύσεις πρὸς συνομολόγησιν τῆς μετ’ αὐτῶν ἑνώσεως, οἱ Πατριάρχαι τῆς Ἀνατολῆς [Κων/πόλεως Ἱερεμίας, Ἀντιοχείας Ἀθανάσιος, Ἀλεξανδρείας Σαμουὴλ καὶ Ἱεροσολύμων Χρύσανθος]
■ τῷ 1715 συνέταξαν καὶ ἔπεμψαν “Ἀποκρίσεις τῶν ἀνατολικῶν Ὀρθοδόξων πρὸς τὰς ἀπὸ Βρεττανίας ἀποσταλείσας ὑπὲρ ἑνώσεως καὶ ὁμονοίας μετὰ τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας προθέσεις”. Ἐπισυνάπτει δ’ αὐταῖς καὶ τὰ Πρακτικὰ τῶν ἐν Κων/πόλει τοπικῶν Συνόδων τοῦ 1672 καὶ τοῦ 1691. Ἐν τῇ πρώτῃ ταύτῃ ἀπαντήσει των, οἱ Ὀρθόδοξοι Πατριάρχαι ἀπεδέχοντο μὲν τὰς ὀρθοδόξως ἠχούσας τῶν Ἀνωμότων, ἐνῷ ἀπέρριπτον τὰς ἐπιφυλάξεις ἐκείνων, “ὁρίζοντες ὡς μόνην δυνατὴν βάσιν τῆς Ἐκκλησιαστικῆς ἑνώσεως τὴν ἀπόλυτον ἀποδοχὴν τῆς Ὀρθοδόξου διδασκαλίας ὑπὸ τῶν Ἀγγλικανῶν…”. Ἐδῶ εἶναι ἀπαραίτητο νὰ σημειωθῇ ὅτι αὐτὴν τὴν προϋπόθεσιν πρὸς ἕνωσιν στοὺς διαλόγους στὶς ἡμέρες μας, οἱ Οἰκουμενισταὶ δὲν τὴν τηροῦν !!! Εἶχαν ὅμως ξεχωρίσει οἱ Πατριάρχες τότε, ὅτι ὑπῆρχε εὐκαμψία σὲ μὴ δογματικὰ ζητήματα “…δυναμένων (τῶν Ἀγγλικανῶν) νὰ διατηρήσωσι μόνον ἐπουσιώδεις τινὰς λειτουργικὰς καὶ ἄλλας συνηθείας αὐτῶν, μὴ ἀναγομένας είς τὴν οὐσίαν τῶν δογμάτων”. Ὅταν οἱ Ἀνώμοτοι ἀπήντησαν ἀνταπάντηση στοὺς Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς, πάλι διετύπωσαν ἐπιφυλάξεις σὲ ὡρισμένα δογματικὰ ζητήματα καὶ κυρίως πρὸς τὰς ἐπικλήσεις τῶν Ἁγίων καὶ τῶν εἰκόνων αὐτῶν, δηλαδὴ δὲν συμφωνοῦσαν καὶ δὲν συμφωνοῦν ἀκόμη μὲ τὶς ἀποφάσεις τῆς 7ης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, οὔτε καὶ τὴν Παράδοσιν τῆς Ἐκκλησίας, γιὰ δὲ τὴν Θείαν Εὐχαριστίαν δὲν δέχονται τὸν ὅρον “μετουσίωσις”, ἀλλὰ τὸν ὅρον μεταβολή, καὶ πάλιν μὲ δική τους ἑρμηνεία.
■ Τῼ 1723 συνελθόντες οἱ Πατριάρχαι ἐν Κων/πόλει ἔγραψαν δευτέραν Ἀπόκρισιν “ἀξιώσαντες τὴν ἀνεπιφύλακτον ἀποδοχήν τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, ὡς αὕτη ἐξετίθετο ἐν τῇ ἐπισαναφθείσῃ τῇ δευτέρᾳ ταύτῃ ἀποκρίσει των Ὁμολογίᾳ τοῦ Πατριάρχου Ἱεροσολύμων Δοσιθέου. Τὸ σημαντικὸ στὴν προσπάθεια τῶν Ὀρθοδόξων ποὺ ἔδειξαν τὶς πλέον ἁγνές τους προθέσεις στὸ νὰ θελήσουν νὰ τοὺς δεχθοῦν σὲ κοινωνία, ἐφόσον θὰ συμφωνοῦσαν μαζί τους περὶ τὴν Πίστιν, ἔστω καὶ ἂν δὲν γνώριζαν ὅτι ἐκεῖνο τὸ τμῆμα τῶν Ἀγγλικανῶν ἦταν ποὺ ἀποσχίσθηκε ἀπὸ τὴν μεγάλη ὁμάδα, εἶναι ὅτι: “ὡρίσθη ἡ μόνη παραδεκτὴ βάσις ἐκκλησιαστικῆς ἑνώσεως, δηλαδή ἡ «ἀπόλυτος ἑνότης τῆς Πίστεως καὶ ἡ ὁμοφροσύνη» ἐν τοῖς δογματικοῖς, διὰ τῆς ἀνεπιφυλάκτου παρὰ τῶν ἑτεροδόξων ἀποδοχῆς τῶν ὀρθοδόξων δογμάτων, τὰ ὁποῖα «πάλαι μὲν ἐξητάσθησαν, ὀρθῶς τε καὶ εὐσεβῶς διωρίσθησαν καὶ διετάχθησαν παρὰ τῶν ἁγίων καὶ οἰκουμενικῶν Συνόδων, καὶ μήτε προσθεῖναι τούτοις ἕτερόν τι ἔξεστιν, οὔτε τι ὅλως ἀφαιρῆσαι ἐκ τούτων· καὶ τοῖς βουλομένοις συμφρονῆσαι ἡμῖν τοῖς θείοις δόγμασι τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, ἀνάγκη ἀκολουθῆσαι καὶ ὑποταγῆναι τοῖς διορισθεῖσι καὶ διαταχθεῖσιν ὑπό τῆς ἀρχαιοπαραδότου καὶ πατροπαραδότου καὶ παρὰ ἁγίων καὶ οἰκουμενικῶν Συνόδων διατάξεως, ἀπὸ τοῦ καιροῦ τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν καθ’ ἑξῆς ἕως τοῦδε θεοφόρων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν μετὰ ἁπλότητος καὶ ὑπακοῆς καὶ ἄνευ τινὸς ἄλλης ἐρεύνης καὶ περιεργείας… Ἐν γὰρ τοῖς θείοις δόγμασιν οὐδαμοῦ χώραν ἔχει ποτὲ ἡ οἰκονομία ἢ ἡ συγκατάβασις· Ταῦτα γὰρ ἀσάλευτά εἰσι καὶ ὑπὸ πάντων τῶν Ὀρθοδόξων ὡς ἀπαράβατα ἐν πάσῃ εὐλαβείᾳ διαφυλάττονται, καὶ ὁ μικρόν τι τούτων παραβαίνων ὡς σχισματικὸς καὶ αἱρετικὸς κατακρίνεται καὶ ἀναθεματίζεται καὶ ἀκοινώνητος παρὰ πᾶσι λογίζεται…”
                                     Συνεχίζεται

Αφήστε μια απάντηση