«Η μνημόνευση του Επισκόπου στη Θεία Λειτουργία»

(Και η θέση του Επισκόπου Αυγουστίνου Καντιώτη έναντι του ΙΕ Κανόνα, ως συνέχεια των Αγιορειτών Πατέρων – 1275)

ΜΕΡΟΣ Η΄ 

Διαβάστε εδώ τα προηγούμενα μέρη

Είναι αλήθεια, ότι «οι Άγιοι δεν διεπραγματεύοντο την πίστι» και «οι Άγιοι Πατέρες ουδέποτε απετόλμησαν να προσποιηθούν ότι από κοινού με τους αιρετικούς αναζητούν να εύρουν την αλήθεια. Έχοντες την πεποίθησι ότι η Εκκλησία κατέχει το παν, επροτίμησαν τις δεινές συνέπειες της ορθοδόξου ομολογίας των∙ απέβλεπαν εις την σωτηρία των ψυχών των πλανηθέντων αδελφών, «υπέρ ων Χριστός απέθανεν». 

Αυτά υπογραμμίζει ο Αρχιμ. Νικόδημος, ηγούμενος (1966) της Ι. Μ. Παναγίας Χρυσοποδαριτίσης, εις Νεζερά Πατρών, στην εισαγωγή του βιβλίου «Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΣΧΙΣΜΑΤΟΣ» (1054), που έγραψε ο Αρχιμ. Ανδρόνικος Δημητρακόπουλος (Λειψία – 1867). 

Σημειώνει, επίσης, ότι: «Αυτήν την συνείδησι της μακραίωνος παραδόσεως της Ορθοδόξου Εκκλησίας είχε και ο μακαριστός αρχιμανδρίτης Ανδρόνικος Δημητρακόπουλος όταν συνέγραφε την ιστορία του σχίσματος της Λατινικής εκκλησίας από της ορθοδόξου Ελληνικής» (Σελ. 13). 

Πολύ σημαντικά λόγια, ως μέσο σύνδεσης – επικοινωνίας με την διαχρονική ορθόδοξη ομολογιακή παράδοση∙ είναι θέσεις πάνω στην διαλεκτική του ορθού Πατερικού και Αγιογραφικού λόγου, που σπάνια ακούμε, σήμερα, από τους ποιμένες.  

Γι’ αυτό και ανατρέχουμε στο ομολογιακό πλαίσιο των Αγιορειτών Πατέρων (1275), του π. Αυγουστίνου και άλλων Πατέρων, νεοτέρων ή μη. 

Υπογραμμίζουμε τις ανωτέρω θέσεις, ως υπαγόμενες στη θεολογική και εννοιολογική συγκρότηση της ομολογίας των Πατέρων: 

Α) «Οι Άγιοι δεν διεπραγματεύοντο την πίστι». 

Β) «Οι Άγιοι Πατέρες ουδέποτε απετόλμησαν να προσποιηθούν ότι από κοινού με τους αιρετικούς αναζητούν να εύρουν την αλήθεια». 

Γ) «Είχαν την πεποίθησι ότι η Εκκλησία κατέχει το παν». 

Δ) «Προτίμησαν τις δεινές συνέπειες της Ορθοδόξου ομολογίας των». 

Ε) «Απέβλεπαν εις την σωτηρία των ψυχών των πλανηθέντων αδελφών υπέρ ων ο Χριστός απέθανε». 

Πριν συνεχίσουμε, να παραθέσουμε και την ερμηνεία του ΙΕ΄ κανόνα του Αγ. Νικοδήμου του Αγιορείτη. 

Ερμηνεία του Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου 

«Εκείνα όπου οι ανωτέρω Κανόνες εδιώρισαν περί Επισκόπων και Μητροπολιτών, τα αυτά διορίζει, και πολλώ μάλλον, ο παρών Κανών, περί Πατριαρχών λέγων∙ ότι όστις πρεσβύτερος ή Επίσκοπος ή Μητροπολίτης ήθελε χωρσθή από την συγκοινωνίαν του Πατριάρχου αυτού και δεν μνημονεύη το όνομα αυτού κατά το σύνηθες (ο Μητροπολίτης δηλ. μόνος∙ ο γαρ πρεσβύτερος του Επισκόπου του το όνομα μνημονεύει, ο δε Επίσκοπος του Μητροπολίτου του) προ τού να φανερώσουν τα κατά του Πατριάρχου αυτών εις την Σύνοδον και παρά της Συνόδου αυτός να κατακριθή∙ ούτοι, λέγω, πάντες να καθαίρωνται παντελώς, οι μεν Επίσκοποι και Μητροπολίται πάσης Αρχιερατικής ενεργείας, οι δε πρεσβύτεροι πάσης ιερατικής. Πλην ταύτα μην να γίνωνται, εάν δια εγκλήματα τινά, πορνείαν θετέον, ιεροσυλίαν και άλλα, χωρίζονται οι πρεσβύτεροι από τους Επισκόπους των, οι Επίσκοποι από τους Μητροπολίτας των και οι Μητροπολίται από τους Πατριάρχας των∙ 

Εάν δε οι ρηθέντες πρόεδροι είναι αιρετικοί και την αίρεσιν αυτών κηρύττουσι παρρησία και δια τούτο χωρίζωνται οι εις αυτούς υποκείμενοι, και προ τού να γένη ακόμη συνοδική κρίσις περί της αιρέσεως ταύτης, οι χωριζόμενοι αυτοί όχι μόνον δια τον χωρισμόν δεν καταδικάζονται, αλλά και τιμής της πρεπούσης ως ορθόδοξοι είναι άξιοι, επειδή όχι σχίσμα επροξένησαν εις την Εκκλησίαν με τον χωρισμόν αυτόν, αλλά μάλλον ηλευθέρωσαν την Εκκλησίαν από το σχίσμα και την αίρεσιν των ψευδεπισκόπων αυτών» (Πηδάλιο). 

Ο π. Αυγουστίνος γνώριζε ότι η Πολιτεία, χρόνια ολόκληρα, επιβαλλόταν με το δικαίωμα της «Νόμω επικρατούσης πολιτείας»∙ Έτσι διεκδικούσε τα συμφέροντά της. 

Γι’ αυτό και καταγγέλλει – αποκαλύπτει την βίαια συμπεριφορά – πολιτική του Θεοφύλακτου Παπακωνσταντίνου, ο οποίος επιχείρησε να βγάλη με ΤΗΛΕΔΙΑΓΝΩΣΕΙΣ τον π. Αυγουστίνο ως «τρελό», κατηγορία που για πρώτη φορά κατέθεσε (ως μάρτυς) ενώπιον εκκλησιαστικού δικαστηρίου (1958) ο μακαριστός Παν. Τρεμπέλας (ο οποίος ζήτησε ειλικρινή συγγνώμη από τον π. Αυγουστίνο δι’ επιστολής του – Αθήνα 26 Ιουνίου 1973) – Χριστ. Σπίθα Νοέμβριος 1973. Ο π. Αυγουστίνος γράφει, για την υποχρεωτική – κανονική διάταξη του β΄ σκέλους του ΙΕ΄ Κανόνα, όχι μόνο αναφερόμενος στην ερμηνεία του Αγ. Νικοδήμου (που παραθέσαμε ανωτέρω), αλλά και τα εξής: 

«Ο κ. Θ. Π. κατηγορεί ημάς, ότι επαύσαμεν αντικανονικώς το μηνόσυνον του Αθηναγόρου κ.τ.λ. Ο κ. αρθρογράφος, ο οποίος ομολογεί ότι δεν είνε θεολόγος, καλόν θα ήτο, πριν ασχοληθή με εκκλησιαστικά και θεολογικά θέματα και δη τοιαύτης λεπτότητος, να συνεβουλεύετο ειδήμονα τινα περί το Κανονικόν Δίκαιον και δη τον καθηγητήν κ. Μουρατίδην, ίνα μάθη ότι συμφώνως προς τους Ι. Κανόνες, και μάλιστα προς αυτόν τον οποίον επικαλείται, εις ωρισμένας περιπτώσεις όχι μόνον επιτρέπεται, αλλά και επιβάλλεται η διακοπή του μνημοσύνου του Επισκόπου και του Πατριάρχου. 

Δεν υπήρξα δε μόνος εγώ, όστις διέκοψα το μνημόσυνον. Υπήρξαν και όλαι σχεδόν αι Ιεραί Μοναί του Αγίου Όρους, ως και οι Σεβ Μητροπολίται Ελευθερουπόλεως κ. Αμβρόσιος και Παραμυθίας κ. Παύλος. Η δε Ιερά Σύνοδος δεν ετόλμησε να μας εισαγάγη εις δίκην, διότι εστηριζόμεθα κανονικώς. 

Ο νυν Πατριάρχης κ. Δημήτριος, ως έχομεν λόγους να πιστεύωμεν, τέμνει νέαν οδόν εις τας σχέσεις μετά της παπικής εκκλησίας. Εάν δε τυχόν διαπιστωθεί εν τη πράξει, ότι και ούτος εκκλίνει εκ των γραμμών της Ορθοδοξίας, δεν θα σιωπήσωμεν» (Χριστ. Σπίθα – Νοέμβριος 1973). 

Ο π. Αυγουστίνος ευρίσκει την δικαίωσίν του όχι μόνο εις το (κανονικώς) ακλόνητον του ΙΕ΄ Κανόνα, όχι μόνο στο γεγονός διακοπής του μνημοσύνου από τους παλαιούς Αγιορείτας Πατέρας (1275), αλλά και από τους νεώτερους (1964), γι’ αυτό και στην προέκταση του λόγου του έγραψε: «Δεν υπήρξα δε μόνος εγώ, όστις διέκοψα το μνημόσυνον. Υπήρξαν και όλαι σχεδόν αι Ιεραί Μοναί του Αγίου Όρους…».  

Ως επίσκοπος – φύλακας και διαχειριστής των αληθειών, Δογματικών και Εκκλησιολογικών, της Ορθοδοξίας, ο π. Αυγουστίνος ουδέποτε στα κεντρικά επιχειρήματά του επικαλέσθηκε (ως βοήθεια) την «Επιστολιμαία διατριβή» του π. Επιφανίου Θεοδωρόπουλου για το «Μνημόσυνον του πατριάρχου Αθηναγόρου» (19/6/1969). 

Ο π. Επιφάνιος έγραψε στην Επιστολή του ότι «Ο Κανών είνε δυνητικός και ουχί υποχρεωτικός. Δεν αξιοί δηλ. απαραιτήτως παρά των κληρικών όπως παύωσι το μνημόσυνον του αιρετικά διδάσκοντος Επισκόπου προ της καταδίκης αυτού, αλλ’ απλώς παρέχει εις αυτούς την δυνατότητα».  

Αντίθετα, ο π. Αυγουστίνος τόνισε: «εις ωρισμένας περιπτώσεις όχι μόνον επιτρέπεται, αλλά και επιβάλλεται η διακοπή του μνημοσύνου του Επισκόπου και του Πατριάρχου». 

Στην «Επιστολιμαία διατριβή» του, ο π. Επιφάνιος, γράφει: «Άλλωστε 3-4 Επίσκοποι, οι εκ χαρακτήρος ζωηρότεροι και εκδηλωτικότεροι, ως ο Πειραιώς, ο Ελευθερουπόλεως, ο Φλωρίνης και ει τις έτερος, καθώς και έγκριτα θρησκευτικά περιοδικά ως ο «Εκκλησιαστικός Αγών», ο «Ορθόδοξος Τύπος», ο «Σωτήρ», οι «Τρεις Ιεράρχαι» κ.ά., πολλάκις εξαπέλυσαν δημοσία βιαιοτάτας επιθέσεις κατά των τολμημάτων του Πατριάρχου…» 

Η ανένδοτη αγωνιστικότητα των αναφερομένων επισκόπων οφείλετο εις την βαθειά πίστη τους και στη συνείδησή τους και όχι εις το «ζωηρόν του χαρακτήρος των» (Συνεχίζεται). 

ΝΙΚΟΣ Ε. ΣΑΚΑΛΑΚΗΣ 

ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΣ

Αφήστε μια απάντηση