Ηλίας Καλλιώρας : Τρεις Χριστουγεννιάτικες ιστορίες
  1. Αλεξανδρινό, το λουλούδι των Χριστουγέννων

Σ’ ένα μακρινό χωριό ο παπάς έκανε κάθε χρόνο μια φάτνη στη μέση της εκκλησίας, την παραμονή των Χριστουγέννων.

Οι κάτοικοι πήγαιναν πρώτα πρώτα στην εκκλησία, για ν’ ακούσουν τη θεία λειτουργία, γονάτιζαν κι άναβαν το κεράκι τους μπροστά στη φάτνη.

Κάθε κεράκι έπρεπε να σβήσει από μόνο του, λιώνοντας σιγά σιγά, γι’ αυτό γύρω από τη φάτνη ήταν αμέτρητα κεράκια, όσα και οι πιστοί, κι η εκκλησία λαμποκοπούσε κι έφεγγε σαν να ήταν ο ήλιος μέσα της.

Οι χωριανοί άρχιζαν τις προετοιμασίες για τα Χριστούγεννα εβδομάδες πριν

Οι νοικοκυρές έψηναν κουλούρια, πίτες και γλυκά κι οι άντρες έβαφαν την πλατεία του χωριού, την εκκλησία και τα σπίτια τους.

Ο παπάς με τα παιδιά του σχολείου και τους δασκάλους σκάλιζε τα ζώα της φάτνης στο ξύλο, τους τρεις μάγους, τους βοσκούς, το αστέρι, την Παναγία και το Χριστό.

Το βράδυ της παραμονής όλα ήταν έτοιμα κι οι άνθρωποι ντυμένοι τα καλά τους, πήγαιναν στην εκκλησιά κι άφηναν μπροστά στη φάτνη ένα δώρο για το Χριστό, ό,τι μπορούσε ο καθένας.

Η Μαρία, που ήταν έξι χρονών, πήγαινε κι αυτή κάθε χρόνο με τους γονείς της στην εκκλησία, κρατώντας το καλαθάκι με τα κουλούρια που είχε φτιάξει για το νεογέννητο Χριστό.

Εκείνο το χρόνο, όμως, η μητέρα της αρρώστησε, κι ο πατέρας της ταξίδεψε σε μια μεγάλη πόλη για να βρει δουλειά και να τα βγάλει πέρα με τα φάρμακα και τα άλλα έξοδα. Ούτε δραχμή δεν τους περίσσευε, για ν’ αγοράσουν δώρο στο Χριστό. Πώς να πάει στην εκκλησία η Μαρία με άδεια χέρια;

Την ώρα που χτύπησαν οι καμπάνες, η Μαρία μπήκε δειλά δειλά στην εκκλησία και κρύφτηκε πίσω από μια κολόνα. Δεν ήθελε να τη δει κανείς με τα χέρια αδειανά.

Οι άλλοι προσκυνούσαν το Χριστό, άναβαν το κεράκι τους και του πρόσφεραν το δώρο τους.

Εκείνη γονάτισε κοιτάζοντας τη φάτνη από μακριά και ψιθύρισε:
– Αχ!., Παναγίτσα μου, φέτος δε θα έρθω στη λειτουργία. Δεν έχω να χαρίσω τίποτε στο παιδί σου που γεννήθηκε. Η μητέρα μου αρρώστησε. Δεν έχουμε καθόλου χρήματα. Θα το εξηγήσεις στο Χριστό γιατί δεν του έφερα δώρο;

Ο κόσμος είχε αρχίσει να ψάλλει μαζί με τον παπά το «Χριστός γεννάται σήμερον».
Δεν είχε κάνει ούτε τρία βήματα, όταν άκουσε πίσω της μια φωνή να τη ρωτάει:
– Γιατί κλαις, κοριτσάκι μου, μια τέτοια χαρούμενη μέρα;

Ήταν μια γριούλα με γλυκό πρόσωπο και μάτια γεμάτα καλοσύνη.
– Κλαίω, γιαγιάκα, γιατί δε μου περισσεύει ούτε μια δεκάρα, για ν’ αγοράσω ένα δώρο στο Χριστό.
– Γι’ αυτό κλαις, Μαρία; Ο Χριστός ευχαριστιέται και μόνο που τον σκέφτεσαι.
Και μόνο που τον αγαπάς. Να, κοίταξε εκείνον το θάμνο με τα πράσινα φύλλα.
Γιατί δεν κόβεις ένα μπουκέτο να του το πας;

Το κορίτσι σταμάτησε τα κλάματα, έσκυψε, κι άρχισε να κόβει ένα μπουκέτο από κλαδιά. Έκοψε αρκετά, ώσπου η αγκαλιά της δε χωρούσε πια άλλα.
– Φτάνουν αυτά, γιαγιάκα; ρώτησε τη γριούλα κοιτάζοντας πίσω της,
αλλά εκείνη είχε εξαφανιστεί..

Η Μαρία με τα κλαδιά στην αγκαλιά της προχώρησε θαρρετά και μπήκε στην εκκλησία μ’ ένα χαμόγελο αγαλλίασης. Όλα έλαμπαν στο φως των κεριών. Ο κόσμος έψελνε με κατάνυξη. Περπάτησε πάνω στο κόκκινο χαλί που απλωνόταν μπροστά στη φάτνη κι απόθεσε το δώρο της.

– Κοιτάτε αυτό το κοριτσάκι, είπε χαμηλόφωνα μια γυναίκα.
Φέρνει κλαδιά από θάμνους στο Χριστό. Και μη χειρότερα.

Όταν τελείωσε το τροπάριο ακούστηκαν ψίθυροι στην εκκλησία.
– Κοιτάξτε, κοιτάξτε τα κλαδιά των θάμνων!

Η Μαρία ήταν ακόμα γονατιστή με σταυρωμένα τα χέρια της. Ακούγοντας τις φωνές, σήκωσε το κεφάλι της τρομοκρατημένη και είδε τα κλαδιά, τα δικά της κλαδιά, να έχουν ανθίσει και να έχουν βγάλει κάτι όμορφα κόκκινα λουλούδια που έμοιαζαν με αστέρια.
– Μα τι έγινε;
– Θαύμα!
– Ήτανε θάμνοι κι έβγαλαν λουλούδια!

Ο παπάς και το πλήθος γονάτισαν μπροστά στη φάτνη,
δοξολογώντας το Χριστό γι’ αυτό το ανεξήγητο φαινόμενο.

Η γριούλα –ποια να ‘ταν άραγε;– είχε δίκιο. Το δώρο που δίνεται από την καρδιά είναι το πιο αξιόλογο δώρο. Τα φτωχά κλαδάκια ήταν το πιο σημαντικό δώρο που είχε πάρει ο Χριστός εκείνη τη μέρα…

Από τότε, κάθε χρόνο, τις μέρες των Χριστουγέννων, αυτοί οι θάμνοι ανθίζουν με τα αμέτρητα κόκκινα αστράκια τους, κι ο κόσμος τα ονομάζει «λουλούδια των Χριστουγέννων» ή Αλεξανδρινό.

Από το μακρινό εκείνο χωριό έφτασαν και στην πατρίδα μας κι ο κόσμος τα ονόμασε «Άστρα του Χριστού» ή Αλεξανδρινό.

===

  1. Μία αληθινή χριστουγεννιάτικη ιστορία

Όλα ξεκίνησαν όταν μία χρονιά η Nancy Gavin αποφάσισε να μην πάρει ένα συνηθισμένο δώρο στον άνδρα της, Mike, που σιχαινόταν την εμπορευματοποίηση των Χριστουγέννων. Η ιδέα της ήρθε ξαφνικά, εκεί που δεν το περίμενε. Ο γιος τους, Kevin, τότε ήταν 12 χρονών και συμμετείχε στην ομάδα πάλης του σχολείου του.

Λίγο πριν τα Χριστούγεννα, διοργανώθηκε ένας αγώνας μεταξύ του σχολείου του Kevin και μίας άλλης ομάδας, που χρηματοδοτούταν από την κεντρική εκκλησία της πόλης. Τα παιδιά της άλλης ομάδας φορούσαν αθλητικά παπούτσια και απλά ρούχα, ενώ η ομάδα του Kevin είχε κανονικές στολές και καινούρια αστραφτερά παπούτσια.

Όταν ξεκίνησε ο αγώνας, καταλάβαμε ότι τα παιδιά δεν είχαν ούτε προστατευτικά για το κεφάλι. Προφανώς, αποτελούσαν πολυτέλεια για αυτά. Όπως είναι αυτονόητο, το σχολείο του Kevin κέρδισε κάθε αγώνα. Ο Mike, που καθόταν δίπλα στη Nancy, φανερά στεναχωρημένος της είπε: «Μακάρι έστω ένας να νικούσε. Έχουν δυνατότητες, αλλά όχι τα εφόδια».

Τότε της ήρθε η ιδέα. Το απόγευμα πήγε σε ένα τοπικό κατάστημα αθλητικών ειδών, αγόρασε κράνη και παπούτσια για όλη την ομάδα και τα έστειλε στην εκκλησία. Την παραμονή των Χριστουγέννων έγραψε σε ένα μικρό λευκό φάκελο τι είχε κάνει και ότι αυτό ήταν το δώρο της στον σύζυγό της.

Ο Mike χάρηκε τόσο πολύ που η Nancy αποφάσισε να συνεχίσει την «παράδοση» που είχε ξεκινήσει. Μία άλλη χρονιά κανόνισε να πάει μία ομάδα παιδιών με διανοητική αναπηρία σε έναν αγώνα χόκεϊ, την επόμενη έδωσε μία επιταγή σε δύο ηλικιωμένα αδέλφια που το σπίτι τους είχε καεί.

Ο λευκός φάκελος πλέον είχε γίνει συνώνυμο με τα Χριστούγεννα. Τόσο που τα παιδιά της οικογένειας αδιαφορούσαν για τα δικά τους δώρα και περίμεναν να μάθουν το «δώρο του μπαμπά».

Μετά από μερικά χρόνια, ο Mike πέθανε από καρκίνο. Την χρονιά εκείνη τέσσερις φάκελοι εμφανίστηκαν στο δένδρο, ένας από τη Nancy, ένας από τον Kevin και δύο από τα δύο κορίτσια της οικογένειας.

Η ιστορία αυτή εκδόθηκε πρώτη φορά το 1982 στο περιοδικό Woman’s Day από την Nancy, που έφυγε από τη ζωή δύο χρόνια αργότερα.

Η οικογένεια, όμως, μέσα από τα παιδιά, συνέχισε την παράδοση. Μέχρι σήμερα, και τα τρία παιδιά αισθάνονται μεγάλη χαρά να βλέπουν την ιστορία σε περιοδικά, καθώς πιστεύουν ότι τέτοιες ιστορίες ενισχύουν το πνεύμα των Χριστουγέννων.

===

  1. Χριστούγεννα του 1940

Αλησµόνητη θά µας µείνη σ’ όλη ίσως τήν ζωή, η ψυχική µας ανάταση κατά τά Χριστούγεννα. Καθισµένοι σκυφτοί µέσα σ’ έναν αχυρώνα σκοτεινό, ενώ έξω τό σκοτάδι µέ τήν χιονοθύελλα αγριεύουν περισσότερο τήν νύχτα – µία σκέψη κυριαρχεί στίς χριστουγεννιάτικες αναµνήσεις µας.

«Άχ!. νάχαµε ένα Ευαγγέλιο, µία Συνέκδηµο σήµερα». Ξάφνου ένας συνάδελφος µπαίνει µέ µία «Νεολαία» στά χέρια, πού στό εξώφυλλό της έχει τήν εικόνα τής Θεοµήτορος.

Γιά πότε δηµιουργήθηκε τό εικόνισµα τού αχυρώνα µας σέ µία γωνιά του! Μπροστά στήν εικόνα, ένα καντήλι – από άδειο κουτί κονσέρβας, µέ λίγο λάδι καί µέ φιτίλι από βαµβάκι ατοµικού επιδέσµου – σκορπά τό απλό φώς του στόν σκοτεινό αχυρώνα µας καί ηµερεύει τό περιβάλλον του.

Γαλήνεψε καί η ψυχή µας καί µία βαθειά ικανοποίησις ζωγραφίσθηκε στό πρόσωπό µας πού είναι πάντα στραµµένο πρός τό εικόνισµα γιά τήν επιτυχία µας – η ψυχή βρήκε στήν κατάλληλη στιγµή εκείνα πού ποθούσε, τήν θρησκευτική ανάταση – από τό σύµβολο.

Μέ µιάς, άρχισαν τά χείλη µας νά ψάλλουν τούς γνωστούς µας θρησκευτικούς ύµνους γύρω στήν Γέννηση τού Σωτήρος καί µείναµε σύµφωνοι όλοι νά σηκωθούµε νά τούς ξαναψάλλουµε κατά τάς 3 µετά τά µεσάνυχτα.

«Αί!. παιδιά, ώρα είναι!», ακούσθηκε µέσα στόν ύπνο µας µία φωνή, πού µάς έκανε νά πεταχθούµε αµέσως επάνω. Ρίχνοµε στήν πλάτη τήν χλαίνη καί αµέσως µπροστά στό εικόνισµα – τό ωραιότερο τού κόσµου – κάτω από τό φώς τού καντηλιού αφήνοµε τίς ψυχές µας νά ψάλλουν τήν Γέννηση τού Χριστού.

Ουδέποτε στήν ζωή µας νοιώσαµε τέτοια θρησκευτική κατάνυξι, όση ‘κείνη τήν βραδυά µέσα στόν αχυρώνα, τέτοια ψυχική αγαλλίασι: Τό «Δόξα εν υψίστοις … », τό «επεσκέψατο ηµάς … », έβγαιναν από ψυχές, πού διψούσαν από τέτοιες στιγµές ιερές.

Μέ µία χειραψία καί µέ µία ευχή στά χείλη «καί τού χρόνου µέ τήν νίκη, παιδιά, στά σπίτια µας», τελειώσαµε τήν προσευχή µας. Βωβοί µέσα στήν κουβέρτα ενώ κυλούσε από τά µάτια ένα δάκρυ αναµνήσεων, ορκιζόµαστε ακόµη µία φορά νά θυσιασθούµε γιά τήν πίστι τού Χριστού καί γιά τήν τιµή τής Πατρίδος µας.

«Τί ωραία πού ήταν η χθεσινή βραδυά. Αξέχαστη θά µάς µείνη», ήταν τά πρωινά λόγια, πού ανταλλάξαµε. Αλήθεια, αξέχαστα θά µείνουν τά Χριστούγεννα τού 1940”.

Υπ/κός Τσέλεκας Κωνσταντίνος

https://www.facebook.com/profile.php?id=100000270536476

ΗΛΙΑΣ Δ. ΚΑΛΛΙΩΡΑΣ, PhD
Διεθνολόγος Καθηγητής, Συγγραφέας
Πρώην Βουλευτής Φθιώτιδας

Αφήστε μια απάντηση