«Η μνημόνευση του Επισκόπου στη Θεία Λειτουργία»

(Και οι ΑΚΡΕΜΟΝΕΣ Επίσκοποι: Φλωρίνης Αυγουστίνος – Ελευθερουπόλεως Αμβρόσιος έναντι του ΙΕ Κανόνα, ως συνέχεια των Αγιορειτών Πατέρων – 1275)

ΜΕΡΟΣ ΙΕ΄ (τελευταίο) – «Η εκλογή πρέπει αφεύκτως να γίνη» – Ελευθερουπόλεως Αμβρόσιος 

Διαβάστε εδώ τα προηγούμενα μέρη

Διαρρηγνύοντας τον ορίζοντα της εξαίρεσης (σήμερα) του ΙΕ Κανόνα, ο οποίος είναι το αποτελεσματικότερο μέσο προστασίας της Εκκλησίας από την αίρεση του οικουμενισμού, βλέπουμε ότι η εξαίρεσή του από τους σημερινούς ποιμένες και τις Ιερές Μονές, έχει δημιουργήσει και την ανάλογη (προβληματική) οπτική στους πιστούς∙ βλέπουμε, ακόμη, ότι είναι αυτή η εξαίρεση δεμένη με τους φορείς της εξουσίας, πολιτικής και εκκλησιαστικής. Όποιοι επίσκοποι, ιερείς, Ι. Μονές ή και λαϊκοί εφαρμόσουν τον ΙΕ Κανόνα, τότε θα δημιουργηθούν μορφές διωγμών και περιθωριοποιήσεων σε κάθε αντιφρονούντα, από πλευράς επισήμου Εκκλησίας και Πολιτείας. 

Απαντά ο Ελευθερουπόλεως Αμβρόσιος: 

«Δι’ ημάς υπέρ πάντα Πατριάρχην κείνται οι Άγιοι Πατέρες, αι σεπταί Σύνοδοι, οι Ιερείς Κανόνες. Και, ευρισκόμενοι τυχόν προ θλιβερών διλημμάτων υπακοής, θα προτιμήσωμεν (και ήδη προτιμώμεν) την υπακοήν προς τους Πατέρας, τας Συνόδους, τους Κανόνας! Λυπηρά και συγκλονιστικά τα οιαδήποτε διλήμματα, αλλ’ όταν τίθενται, κάποια φεύ! Η εκλογή πρέπει αφεύκτως να γίνη! Και δι’ ημάς ερρίφθη ήδη ο κύβος! Ο Θεός μεθ’ ημών!».  

Η συνθετότητα του εκκλησιολογικού μεταβολισμού του πληρώματος, έχει επηρεασθεί από τις πολυάριθμες γνώμες των πνευματικών, Γερόντων και Γεροντισσών γύρω από τον Ι. Κανόνα, με συνέπεια να εξυφαίνεται στο εσωτερικό των ανθρώπων κατάσταση τρόμου και αβεβαιότητας, απειλές (δήθεν) για την ειρήνη της Εκκλησίας. Είναι, αναμφίβολα, η εφαρμογή του ΙΕ Κανόνα εμπόδιο στην ομογενοποίηση των πιστών από τις εξουσιαστικές δομές του συστήματος, κοινωνικού και εκκλησιαστικού (οικουμενιστικού δηλ.). Καμμία εμπιστοσύνη δεν υπάρχει, δυστυχώς, στη συνοδική γνώμη των αγίων Πατέρων, που συνέταξαν τον Ι. Κανόνα, ο οποίος είναι η πνευματική εκφορά της Γραφής. Παράδειγμα η διδασκαλία – ερμηνεία του Μεγάλου Αθανασίου για το εδάφιο Ματθ. ιη΄, 9. 

Στο σχετικό εδάφιο, διαβάζουμε: 

«και ει ο οφθαλμός σου σκανδαλίζει σε, έξελε αυτόν και βάλε από σου∙ καλόν σοι εστι μονόφθαλμον εις την ζωήν εισελθείν, ή δύο οφθαλμούς έχοντα βληθήναι εις την γέεναν του πυρός». 

Ερμηνεία Μεγάλου Αθανασίου 

«Βαδίζοντες την απλανή και ζωηφόρον οδόν, οφθαλμόν μεν εκκόψωμεν σκανδαλίζοντα μη τον αισθητόν αλλά τον νοητόν. Οίον εάν ο Επίσκοπος ή ο πρεσβύτερος οι όντες οφθαλμοί της Εκκλησίας κακώς αναστρέφωνται και σκανδαλίζωσι τον λαόν, χρή αυτούς εκβάλλεσθαι. Συμφέρον γαρ εστίν άνευ αυτών συναθροίζεσθαι εις ευκτήριον οίκον, ή μετ’ αυτών εμβληθήναι ως μετά Άννα και Καϊάφα εις την γέεναν του πυρός» (P.G. 35, 33). 

Μήπως και το «έξελε αυτόν και βάλε από σου» είναι (και αυτό) τμήμα «Δυνητικής» προαιρέσεως;  

Το «έξελε αυτόν και βάλε από σου» μπορεί ποτέ να μη γίνει δια συνοδικής αποφάσεως∙ απομένει (λοιπόν) η εφαρμογή του ΙΕ Κανόνα, συλλογικά ή ατομικά. Αυτή η θεώρηση δεν είναι συμβατή, βέβαια, με τα λεγόμενα του π. Επιφανίου: «ο μνημονεύων μέχρι εκδόσεως Συνοδικής αποφάσεως εν τάξει είναι» ή «ουδαμώς κατακρίνεται». Τότε γιατί ο Κύριος προειδοποιεί «για την γέενα του πυρός μετά Άννα και Καϊάφα»; 

Αβίαστα συμπεραίνουμε ότι ο ΙΕ΄ είναι υποχρεωτικός. Να θυμηθούμε, την απόδοση αξίας (πνευματικής) του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου στον Μέγα Αθανάσιο: 

«Αθανάσιον επαινών, αρετήν επαινέσομαι. Ταυτόν γαρ, εκείνον τε ειπείν, και αρετήν επαινέσαι» δηλ. «Εγκωμιάζων τον Αθανάσιον θα εγκωμιάσω την αρετήν. Είναι το ίδιον να ομιλήσεης δι’ αυτόν ή να επαινέσης την αρετήν» (Λόγος ΚΑ΄- Εις τον Μέγαν Αθανάσιον). 

Το αρχαίο πλήρωμα της Εκκλησίας, όπως μας πληροφορεί ο Αγ. Γρηγόριος, «ην νόμος αυτοίς, ότι εκείνου εδόκει∙ και τούτο απώμοτον πάλιν, ο μη εδόκει, και πλάκες Μωϋσέως αυτοίς τα εκείνου δόγματα, και πλείον το σέβας, ή παρά ανθρώπων τοις αγίοις οφείλεται». 

Ερμηνεία: «Ήταν νόμος δι’ αυτούς ό,τι εθεωρούσε ορθό, και ό,τι δεν εθεωρούσε ήταν κάτι που έπρεπε να το αποφύγουν οπωσδήποτε. Οι γνώμες του ήσαν πλάκες του Μωϋσέως και του είχαν περισσότερο σεβασμό από ό,τι οφείλουν οι άνθρωποι εις τους αγίους». 

1ο Σχόλιο: Γι’ αυτό και θεωρώ την ερμηνεία του εδαφίου Ματθ. ιη΄, 9, όπως την διατυπώνει ο Μέγας Αθανάσιος, ως την πλέον σημαντική∙ ως μέτρο μέτρησης και στάθμισης των σημερινών εκκλησιαστικών πραγμάτων και ως προφητικό υπομνηματισμό του ΙΕ΄ Κανόνα, προς αποφυγή της μολύνσεως εκ της κοινωνίας των αιρετικών οικουμενιστών. 

Ο Αγ. Γρηγόριος μας πληροφορεί, ακόμη, και για το φρόνημα του πληρώματος επί ποιμαντικής διακονίας του Μ. Αθανασίου. Διαβάζουμε, σχετικά: 

«Προύτεινον δε τοις ξίφεσι τους αυχένας, ως υπέρ Χριστού κινδυνεύοντες, και το παθείν τι των ανηκέστων υπέρ εκείνου μεγίστην μοίραν εις φιλοσοφίαν νομίζοντες, και πολύ των μακρών νηστειών, και χαμευνιών, και της άλλης κακοπαθείας, ην εκείνοι τρυφώσιν αεί, ενθεώτερόν τε και υψηλότερον». 

Ερμηνεία: 

«άπλωσαν τον αυχένα τους στα ξίφη (των στρατιωτών), διότι είχαν βαθειά πίστη ότι εκινδύνευαν δια τον Χριστόν∙ ενόμιζαν ότι και το φοβερώτερον που επάθαιναν προς χάριν του, ήτο το σπουδαιότερον μέρος της ασκήσεώς τους∙ και από τις μεγάλες νηστείες τους και τα πλαγιάσματα εις την γην και την άλλην ταλαιπωρίαν, που είναι παντοτινά ενρτυφήματά τους, πολύ ιερόν και υψηλότερον». 

2ο Σχόλιο: Μας υπενθυμίζει ο Αγ. Γρηγόριος ο Θεολόγος, ότι η ομολογία είναι μέρος της Ασκήσεως, «ενθεώτερον τε και υψηλότερον» (Βλέπε Φιλιππησίους, α΄- 29). 

Η Άσκηση είναι, βέβαια, μια σταθερή προσπάθεια για την επίτευξη της εν Χριστώ σωτηρίας, όχι όμως ως κατάσταση απουσιασμού (= συχνότητα απουσίας) από την ομολογία και δη την μαρτυρική. 

Δεν μας εντυπωσιάζει η συλλογή υπογραφών διαμαρτυρίας – ελέγχου από Ηγουμένους και Γερόντισσες για τις νέες ταυτότητες, έναντι του αθέου Κράτους.  

Βέλτιστο ασκητικό μέγεθος η ομολογία, ως υψηλότερη μορφή ασκητικής δύναμης για την απομάκρυνση του οικουμενισμού. 

Εάν οι διαμαρτυρίες των Ι. Μονών είχαν αφετηρία και άξονα την εφαρμογή του ΙΕ΄ Κανόνα, ως δυναμική σχέση με την Άσκηση, τότε ο Χριστός θα ευλογούσε την προσπάθειά τους, κατά των νέων ταυτοτήτων (τέλος σχολίου). 

Οι οικουμενιστές επίσκοποι εφαρμόζουν ως μορφή επικοινωνίας τον «Λαϊκό οικουμενισμό», για τον οποίο εκτενή αναφορά πραγματοποιεί ο μακαριστός π. Γεώργιος Καψάνης, στο βιβλίο του: «Θέματα εκκλησιολογίας και ποιμαντικής» (1999). 

Γράφει σχετικά: «Διότι τι άλλο είναι η ένωσις από το να κοινωνώμεν εις τας εκκλησίας αλλήλων; Αυτός είναι ο λεγόμενος λαϊκός οικουμενισμός , διότι η ένωσις δεν θα γίνη από τους επισκόπους και τους θεολόγους, αλλά από τον λαόν, ο οποίος δι’ όλων αυτών των μέσων θα προετοιμασθή ψυχολογικώς, δια να μη αντιδράση ή και να επιβάλη εκ των κάτω την ένωσιν» (Σελ. 58) 

Για τον «λαϊκό οικουμενισμό», ως βασικό συντελεστή προσανατολισμού του πληρώματος προς την αίρεση, θα γράψουμε (συν Θεώ) σε προσεχές άρθρο. 

ΝΙΚΟΣ Ε. ΣΑΚΑΛΑΚΗΣ 

ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΣ 

Αφήστε μια απάντηση