Παπα-Ηλίας Υφαντής : Στον Χρυσόστομο

Πατρίδα σου;Οι Συριάδες οι Αθήνες.Και θαυμαστές σου;Ο Λιβάνιος κι η οικουμένη όλη.Και ο Δικέφαλος;σε πήρε στα φτερά τουκαι σ’ έφερεΑρχιεπίσκοπο στην Πόλη

Κι εκεί;Της αδικίας είδωλα πολλά:Ο μαμωνάς, η εξουσίακαι ο νόμος…

Κι εσύ;Των εξαθλιωμένων η φωνήκαι της Δικαιοσύνηςο αδέκαστος ο οικονόμος….

Κι όσο περσότερο άπλωνες εσύτου λόγου και του δίκιουτη σαγήνη,τόσο ανύσταχτα το δίχτυτου χαμούέπλεκαν ολοτρίγυρά σου εκείνοι.

Κι οι δεσποτάδες;Πρωτεργάτες του κακού!Φίδια φαρμακεράκι άγριοι λύκοι.Κι οι φίλοι σου οι επίσκοποι;πιστοί, μ’ αδύναμοικαι πολύ λίγοι.

Κι η εξουσία;Το απέραντο το «μεγαλείο»της βλακείας!Κάρφος αχύρου ανεμόδαρτομες στον τυφώνατης ανεξάντλητης των δεσποτάδων κακουργίας.Συνταιριασμένο επικίνδυναμ’ όλες τις διαστροφέςτης εξουσίας.

Και του λαού τα πλήθη;Ανυπεράσπιστα,στο έλεοςτου φόβου και του τρόμου!

Ν’ αντιμετωπίζουναποφασισμένα κι απροσκύνητατην άγρια σφαγήκαι την απανθρωπιά του νόμου…

Κι ως οι κακούργοι εξόρισαντον άγγελο της Εκκλησίας,έκαψαν την ορφανεμένη πιαΑγιά Σοφιάκαι το περίλαμπρο το μέγαροτης Γερουσίας.

Κι εσύ το δρόμο πήρεςτης εξορίας τον πικρόμε τους αμείλικτουςκι εγκάθετους φρουρούς σουαβάσταχτο να κάνουντο δυσβάστακτό σουτο σταυρό,που σου φορτώσανοι εργολάβοι του χαμού σου.

Πρώτα της Αρμενίας η Κουκουσόςκαι ύστερα τα Κόμανα του Πόντου,που άφησες την τελευταία σου πνοή,θύμα των δεσποτάδωνκαι του φθόνου.

Μα όταν πέρασαν χρόνια πολλάτα κόκαλά σου ευδόκησαννα επαναπατρίσουν…Κι εκεί στις λάρνακες ανάμεσατων δολοφόνων σου«σεμνά και ταπεινά»να τα φιλοξενήσουν…

Για να θυμίζουν έτσιακόμη μια φοράτους λόγους τους αθάνατους και τους μοιραίους,που βροντοφώναξε ο Χριστός κατάμουτραπαραμονές του Πάθους τουστους φαρισαίους:

Τους δολοφονημένους Άγιουςπως περίλαμπρα τιμούνε,για να μπορούν τους ζωντανούς,να τους δολοφονούνε

παπα-Ηλίας

Αφήστε μια απάντηση