«Μετά τόν θάνατο οἱ ὅμοιοι μεταξύ τους ἄνθρωποι κατατάσσονται μαζί»
ΤΟΥ ΑΒΒΑ ΙΣΑΑΚ
Ὁ Σωτήρας ὀνόμασε “πολλούς τόπους διαμονῆς”1 στόν οἶκο τοῦ Πατέρα τίς διαβαθίσεις τοῦ νοῦ αὐτῶν πού κατοικοῦν σέ ἐκείνη τή χώρα, ἐννοῶ τίς διαφορές ἐκείνων πού ἀπολαμβάνει ὁ νοῦς τους. Ὄχι δηλαδή τίς διαφορές τῶν τόπων, ἀλλά τίς διαβαθμίσεις τῶν χαρισμάτων ὀνόμασε “πολλούς τόπους διαμονῆς”.
Ὅπως ἀκριβῶς καθένας ἀπό ἐμᾶς ἀπολαμβάνει τόν αἰσθητό ἥλιο ἀνάλογα μέ τό πόσο καθαρή εἶναι ἡ ὅρασή του, ἐνῶ ὁ ἥλιος δέν μοιράζεται σέ πολλές λάμψεις, ἀλλά λάμπει σέ ὅλους τό ἴδιο, ἔτσι καί στή μέλλουσα ζωή οἱ δίκαιοι: ὅλοι θά κατοικοῦν σέ ἕναν τόπο, ὁ καθένας ὅμως ἀνάλογα μέ τόν βαθμό τῆς κάθαρσής του θά ἑλκύει ἐπάνω του καί θά κατέχει τή λαμπρότητα τοῦ νοητοῦ Ἡλίου2 καί τήν εὐφροσύνη, ὅση δηλαδή εἶναι σέ θέση νά χωρέσει καί νά πάρει.
ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ
Πέτρος: Ἐπειδή, ἅγιε δέσποτα, τό ἀνθρώπινο γένος ἔχει ὑποδουλωθεῖ σέ πολλά καί ἀμέτρητα πάθη, ὑποθέτω ὅτι στό μεγαλύτερο μέρος της ἡ ἐπουράνια Ἱερουσαλήμ θά γεμίσει ἀπό νήπια.
Γρηγόριος: Δέν ἀμφιβάλλουμε ὅτι ὅλα τά βαφτισμένα νήπια, τά ὁποῖα πεθαίνουν σέ ἡλικία πού ἀκόμη δέν μιλοῦν, πηγαίνουν στή βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Δέν πρέπει ὅμως νά πιστέψουμε τό ἴδιο καί γιά ὅσα ἀρχίζουν νά μιλοῦν· γιατί σέ πολλά τέτοια νήπια ἡ θύρα τῆς οὐράνιας βασιλείας κλείνει καί ἐξαιτίας τῶν γονιῶν τους, ἄν τά ἀνατρέφουν μέ κακό τρόπο.
Κάποιος ἀπό τήν πόλη μας, γνωστός σέ ὅλους, πρίν ἀπό τρία χρόνια εἶχε ἕναν γιό, πέντε χρόνων νομίζω. Τοῦ εἶχε μεγάλη ἀδυναμία καί τόν ἀνέτρεφε χωρίς αὐστηρότητα· ἔτσι τό παιδί αὐτό πῆρε τή συνήθεια, ὅποτε ἤθελε κάτι, νά βλαστημᾶ –καί μόνο πού τό ἀναφέρω εἶναι ἐπικίνδυνο– τή μεγαλοσύνη τοῦ Θεοῦ. Αὐτό λοιπόν τό παιδί χτυπήθηκε ἀπό τό θανατικό πού ἔγινε πρίν ἀπό τρία χρόνια στήν πόλη μας καί κόντευε νά πεθάνει.
Καθώς τό κρατοῦσε ὁ πατέρας του στήν ἀγκαλιά, ὅπως ἀναφέρουν ὅσοι ἦταν ἐκεῖ παρόντες, τό παιδί εἶδε νά ἔρχονται σέ αὐτό τά πονηρά πνεύματα καί ἄρχισε νά φωνάζει, τρέμοντας καί κλείνοντας τά μάτια: «Προστάτεψέ με, πατέρα, προστάτεψέ με». Καί μέ τίς φωνές αὐτές γύρισε τό πρόσωπο στό στῆθος τοῦ πατέρα, θέλοντας νά κρυφτεῖ.
Βλέποντάς το ὁ πατέρας νά τρέμει, τό ρώτησε τί βλέπει, καί τό παιδί ἀποκρίθηκε: «Μαῦροι ἄνθρωποι ἦρθαν καί θέλουν νά μέ πάρουν». Καί λέγοντας αὐτά, ἀμέσως βλαστήμησε τό ὄνομα τοῦ μεγάλου Θεοῦ καί στή συνέχεια ξεψύχησε. Θέλοντας δηλαδή ὁ παντοδύναμος Θεός νά δείξει γιά ποιό ἁμάρτημα τό παιδί παραδόθηκε σέ τέτοιους δεσμοφύλακες, τό ὁποῖο, ὅσο ζοῦσε, ὁ πατέρας του δέν θέλησε νά τό ἐμποδίσει, παραχώρησε νά τό ἐπαναλάβει ὅταν πέθαινε.
Καί τό παιδί αὐτό ὁ Θεός, πού μέ τήν εὐσπλαχνία του τό ἀνεχόταν νά ζεῖ βλαστημώντας, παραχώρησε μέ δίκαιη κρίση νά βλαστημήσει καί ὅταν πέθαινε, γιά νά καταλάβει τή δική του ἁμαρτία ὁ πατέρας, ὁ ὁποῖος, ἀδιαφορώντας γιά τήν ψυχή τοῦ μικροῦ του γιοῦ, ἀνέθρεψε γιά τή γέεννα τῆς φωτιᾶς ἕναν ἁμαρτωλό ὄχι μικρό, ἀλλά μεγάλο.
Ἀπό τό Γεροντικό
“Ας μήν σκεφθεί κανείς, πως η αμαρτία είναι κάτι ασήμαντο. Όχι, η αμαρτία είναι τρομερό κακό, που καταστρέφει την ψυχή και στην παρούσα ζωή και στην Μέλλουσα.
Ο αμαρτωλός στην Μέλλουσα Ζωή θα δεθεί χειροπόδαρα και θα ριχθεί στο σκότος το εξώτερον, όπως λέει ο Ίδιος ο Κύριος.”
Άγιος Ιωάννης της Κρονστάνδης.
ΠΕΡΙ ΜΕΛΛΟΥΣΗΣ ΚΡΙΣΕΩΣ
ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΥΕΡΓΕΤΙΝΟ
«Ἕνας Γέροντας ἀσκητής εἶπε: ἐάν ἦταν δυνατόν μετά τήν κοινή ἐκ νεκρῶν Ἀνάσταση κατά τήν Δευτέρα Παρουσία νά ἐξέλθουν καί πάλι ἀπό τά σώματα οἱ ψυχές ἀσφαλῶς θά ἀπέθνησκαν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἀπό τόν φόβο, τή φρίκη καί τήν τρομερά κατάπληξη». Κάνει μιά ὑπόθεση ὁ Γέρων ἀσκητής καί λέει, ἔφυγαν οἱ ψυχές μας μιά φορά, ὅταν πεθάναμε. Στήν Δευτέρα Παρουσία θά ἑνωθοῦν πάλι μέ τά σώματα. Ἄν ὑποτεθεῖ ὅτι ξαναβγοῦνε πάλι, τότε λέγει, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι θά πέθαιναν ἀπό τόν φόβο τους, τή φρίκη τους καί τήν κατάπληξή τους.
«Γιατί πῶς εἶναι δυνατόν νά μήν τρομάζει κανείς μέχρι θανάτου, ὅταν δεῖ νά σχίζονται οἱ οὐρανοί καί νά φανερώνεται μετ’ ὀργῆς καί ἀγανακτήσεως ὁ Θεός; Πῶς εἶναι δυνατόν νά μήν τρομάζει κανείς τίς ἀναρίθμητες στρατιές τῶν ἐπουρανίων δυνάμεων νά κατεβαίνουν μαζί μέ τόν Θεό καί νά συγκεντρώνεται ὁλόκληρη ἡ ἀνθρωπότητα στό ἴδιο μέρος; Αὐτά λοιπόν ἄς σκεφτόμαστε πάντοτε, αὐτά ἄς ζοῦμε καί ἄς ζοῦμε μέ τή σκέψη ὅτι σ’ ἕναν τέτοιο Κριτή, ἐνώπιον ἑνός τόσο φρικτοῦ δικαστηρίου, πρόκειται νά παρασταθοῦμε καί νά λογοδοτήσουμε γιά τίς πράξεις μας»
«Ἕνας εὐλαβέστατος καί ἐνάρετος ἀδελφός ἦλθεν εἰς τό ὄρος Σινά ἀπό μακρινό μέρος καί ἐγκαταστάθηκε σ’ ἕνα μικρό κελί». Τό ὄρος Σινά ξέρουμε ὅτι βρίσκεται εἰς τήν Πετραία Ἀραβία, ἀνήκει γεωγραφικά στήν Ἀσία, πολιτικά ἀνήκει στήν Αἴγυπτο κι ἐκεῖ εἶχαν συρρεύσει ἀπό τούς ἀρχαιοτάτους χρόνους πλῆθος ἀσκητῶν διότι ἀφενός μέν ἐκεῖ ἐδόθησαν οἱ ἐντολές, στό ὄρος Χωρήβ, στόν προφήτη Μωυσῆ καί ὅλο τό ὄρος εἶναι ἁγιασμένο ἀπό τήν Θεοφάνεια πού συνέβη.
Καί βεβαίως οἱ ἀσκηταί ἕλκονται ἀπό τέτοια μέρη πού ἔχουν συμβεῖ Θεοφάνειες. Ὑπῆρχαν λοιπόν καί ὑπάρχουν καί σήμερα πολλοί μοναχοί ἐκεῖ. Παλαιότερα ὑπῆρχαν πολλοί περισσότεροι καί ὑπάρχει ἀπό τά χρόνια τοῦ Ἰουστινιανοῦ μέχρι σήμερα ἡ Μονή τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης,καί ὑπάρχουν ἀπό τότε κελιά γύρω-γύρω ἀπό τό μοναστήρι ἀλλά καί σέ μακρινές ἀποστάσεις.
Σ’ ἕνα τέτοιο κελί λέει, ἐγκαταστάθηκε κι ἕνας ἀδελφός καί «τήν πρώτη μέρα τῆς ἐγκαταστάσεώς του βρῆκε ἕνα μικρό ξύλο πάνω στό ὁποῖο εἶχε ἀναγραφεῖ ἀπό τόν ἀδελφό πού ἔμενε κάποτε ἐκεῖ, καί τώρα δέν ὑπῆρχε πλέον, ἡ ἑξῆς φράση: «Μωυσῆς πρός Θεόδωρον, πάρειμι καί μαρτυρῶ». Γράφει δηλαδή ὁ π. Μωυσῆς πρός τόν Θεόδωρο, εἶμαι παρών καί παρακολουθῶ καί μαρτυρῶ. «Αὐτό λοιπόν τό γραμμένο ξύλο ἔφερνε καθημερινά μπρός στά μάτια του καί ἐρωτοῦσε τόν γράψαντα σάν νά παραβρισκότανε μπροστά του στό κελλί: Ἄραγε ἄνθρωπε ποῦ εἶσαι τώρα;», πού γράφεις ἐδῶ πώς εἶσαι παρών καί μαρτυρεῖς;
«Γιατί λέγει ὅτι εἶμαι παρών καί παρακολουθῶ. Ἄραγε σέ ποιόν κόσμο ἤ τόπο ὑπάρχεις; Ποῦ εἶναι τώρα τό χέρι πού ἔγραψε αὐτά;… Αὐτό ἔκανε καθημερινῶς» καί ἔτσι θυμόταν καθημερινά τόν θάνατο. Διήρχετο ἔτσι τή ζωή του καί κρατοῦσε τόν ἑαυτό του μ’ αὐτή τήν πνευματική ἐργασία σέ ἐγρήγορση πνευματική. Εἶχε μέσω τῆς ἐργασίας μνήμη θανάτου καί φυσικά καί μνήμη τῆς φοβερᾶς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Κυρίου καί τῆς Κρίσεως.
«Ὁ ἀδελφός αὐτός εἶχε ὡς ἐργόχειρο τήν καλλιγραφία». Τότε τά βιβλία ἦσαν χειρόγραφα καί κόστιζαν μιά ὁλόκληρη περιουσία, γιατί δέν ἦταν εὔκολο νά γράψεις μέ τό χέρι ἕνα βιβλίο! Καί ὑπῆρχε ἐπάγγελμα καλλιγράφος. «Πρός τόν σκοπό αὐτό ἔλαβε ἀπό τούς διάφορους μοναχούς τῆς περιοχῆς τεμάχια χάρτου μέ τήν παραγγελία ν’ ἀναγράψει σ’ αὐτά διάφορα θέματα κατ’ ἀντιγραφή ἀπό ἄλλα κείμενα».
Εἶχε πάρει παραγγελίες ἀπό πατέρες. «Κοιμήθηκε ὅμως χωρίς νά γράψει τίποτε γιά κανέναν. Αὐτό μόνο ἔγραψε στά χαρτιά τοῦ καθενός «κύριοί μου καί ἀδελφοί μου, νά μέ συγχωρήσετε διότι μέ ἀπασχολοῦσε μιά μικρή ἐργασία μέ κάποιον καί γι’ αὐτό δέν εὐκαίρησα νά σᾶς γράψω αὐτά πού θέλετε»6. Ἡ μικρή ἐργασία ἦταν ἀκριβῶς αὐτή ἡ μνήμη τοῦ θανάτου, τῆς κρίσεως καί τῆς μέλλουσας ζωῆς. Ἦταν τόσο ἀπορροφημένος πού δέν βρῆκε χρόνο γιά νά κάνει τό ἐργόχειρό του.
«Ἕνας Γέροντας ἐπισκέφθηκε ἕναν ἀσκητή πού παρέμενε στή Ραϊθώ καί τοῦ λέει, πάτερ ὁσάκις ἀποστέλλω τόν ὑποτακτικό μου σέ μία ὑπηρεσία στενοχωριέμαι», ὅσες φορές στέλνω τόν μαθητή μου ἐκτός κελιοῦ. «Ἡ στενοχώρια μου πάλι αὐξάνει, ὅταν ὁ ὑποτακτικός ἀργεῖ νά ἐπιστρέψει. Καί τοῦ ἀπάντησε ὁ ἄλλος ἀσκητής: ὅταν ἐγώ στέλνω τόν διακονητή μου σέ μιά ὑπηρεσία, κάθομαι κοντά στήν πόρτα καί βλέπω στόν δρόμο.
Ὅταν δέ ὁ λογισμός μου μέ βάζει σέ ἀνησυχία καί λέει «ἄραγε πότε θά ’ρθει ὁ ἀδελφός;», ἀπαντῶ ὡς ἑξῆς στόν λογισμό μου, ἐάν μέ προλάβει ἕνας ἄλλος ἀδελφός γιά νά μέ ὁδηγήσει πρός τόν Κύριο; Δηλαδή ὁ ἄγγελος Κυρίου; Τότε τί θά γίνει; Εἶμαι ἄραγε ἕτοιμος γιά τή συνάντηση αὐτή; Ἔτσι κάθομαι κάθε μέρα καί παρακολουθῶ τήν θύρα κλαίγοντας γιά τίς ἁμαρτίες μου καί φροντίζοντας γιά τή διόρθωσή μου. Ἐνῶ δέ κλαίω, λέω στόν ἑαυτό μου: ἄραγε ποιός ἀδελφός θά προλάβει καί θά ’ρθει νωρίτερα; Ὁ ἐπίγειος ἤ ὁ οὐράνιος; Δηλαδή ὁ ὑποτακτικός μου ἤ ὁ ἄγγελος τοῦ Κυρίου; Ἀφοῦ ἄκουσε αὐτά ὁ ἐπισκέπτης τοῦ ἀσκητοῦ, κατενύγη, καί ἀνεχώρησε. Καί ἀπό τότε ἐφάρμοσε στή ζωή του κι αὐτός τήν ἐργασία τοῦ ἀσκητοῦ».
«Ἕνας ἄλλος Γέροντας ζοῦσε στά μέρη τῆς Ραϊθῶ. Αὐτός πάλι καταγινόταν στήν ἑξῆς ἐργασία μέ τήν ὁποία ὑπενθύμιζε στόν ἑαυτό του τό τέλος του. Καθόταν πάντοτε σκεπτικός στό κελί του καί τό βλέμμα του ἦταν κατεβασμένο πρός τή γῆ. Ἐν τῶ μεταξύ κουνοῦσε συνεχῶς τό κεφάλι του καί ἔλεγε ἀναστενάζοντας: ἄραγε τί θά γίνει μέ μένα;
Ἐσώπαινε πρός στιγμήν καί ἡσύχαζε, γιά νά ἀρχίσει καί πάλι ἀμέσως τό ἴδιο πράμγα καί νά πεῖ τίς ἴδιες λέξεις. Συγχρόνως ἔκανε καί τό ἐργόχειρό του πλέκων τό σκοινί. Μέ τόν τρόπο αὐτό διῆλθε τίς ἡμέρες τῆς ζωῆς του φροντίζοντας νά εἶναι ἕτοιμος κατά τή στιγμή τῆς ἐξόδου τῆς ψυχῆς του ἀπό τό σῶμα». Εἶχε διαρκή μνήμη θανάτου μ’ αὐτόν τόν τρόπο. Ἄραγε τί θά γίνει μέ μένα;…
Ποῦ θά πάω; Ὅλο αὐτό τόν ἀπασχολοῦσε καί φυσικά ἔλεγε μέσα του τό Κύριε ἐλέησον, Κύριε συγχώρεσέ με.
«Ἡ μακαρία Συγκλητική», σπουδαία, καί ἀσκήτρια, ἀλλά καί μέ πολύ ὡραῖο λόγο, «ἔλεγε, ὅτι σ’ αὐτή τή γῆ βρισκόμαστε σάν νά εἴμαστε μέσα σέ μιά δεύτερη μητρική κοιλία». Εἶναι σάν νά εἴμαστε μέσα σέ μιά κοιλία μητρική ὅσο ζοῦμε σ’ αὐτή τή γῆ.
«Ὅταν βρισκόμαστε μέσα στήν κοιλία τῆς μητρός μας δέν ζούσαμε ὅπως ζοῦμε μετά τή γέννησή μας, οὔτε τίς στερεές τροφές πού τώρα ἀπολαμβάνουμε τρώγαμε τότε κατά τήν ἐμβρυακή μας περίοδο, ἀλλά οὔτε καί μέσα στήν κοιλία τῆς μητρός μας μπορούσαμε νά ἐνεργοῦμε ὅπως τώρα», νά κινούμαστε, νά δραστηριοποιούμαστε, νά κάνουμε αὐτά πού κάνει ἔνας ἄνθρωπος «καί τοῦτο διότι, ὡς γνωστό, στήν μητρική κοιλία ἤμαστε μακράν τοῦ ἡλιακοῦ φωτός καί καμία ἀνταύγεια δέν μᾶς πλησίαζε ἐκεῖ.
Ἐν γένει, ὑστερούμαστε ἀπό πολλά ἐπίγεια ἀγαθά τά ὁποῖα φέρνουν καί κάποια ἀπόλαυση. Ἔτσι ζῶντας σ’ αὐτόν τόν παρόντα κόσμο», ἀκριβῶς τό ἴδιο εἶναι, λέει ἡ Ἁγία, «δέν μποροῦμε νά ἀπολαύσουμε ὁρισμένα μεγάλα καί ἀξιοθαύμαστα ἀγαθά πού βρίσκονται ἀποκλειστικά καί μόνο στή βασιλεία τῶν οὐρανῶν», γιατί εἶναι τέτοιες οἱ συνθῆκες, ἐκ τῶν πραγμάτων. Ὅπως τό ἔμβρυο δέν μπορεῖ ν’ ἀπολαύσει αὐτά πού ἀπολαμβάνει ἕνας ὁ ὁποῖος ἔχει γεννηθεῖ, ἔχει βγεῖ ἀπό τήν κοιλία τῆς μητέρας του καί ἔχει μεγαλώσει, ἔτσι καί ἕνας πού ζεῖ σ’ αὐτόν τόν κόσμο δέν μπορεῖ νά μετέχει σέ κάποια ἀπό τά θαυμαστά ἀγαθά τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν ἤ τά βλέπει «δι᾿ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι», ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Πολύ-πολύ λίγο τά βλέπει καί τά αἰσθάνεται.
«Ἐφόσον λοιπόν γνωρίσαμε λεπτομερῶς τήν παροῦσα ζωή, εἶναι πλέον καιρός νά ἐπιθυμήσουμε καί τά οὐράνια.
«Ὁ ἀββάς Ὑπερέχιος εἶπε ὅτι ἡ ἐνθύμησή σου πρέπει νά εἶναι συνεχῶς στή Βασισιλεία τῶν οὐρανῶν». Πάντοτε νά σκέπτεσαι δηλαδή τόν Παράδεισο, τήν Βασιλεία τῶν οὐρανῶν, «ὁπότε γρήγορα καί ἀσφαλῶς θά τήν κληρονομήσεις», γιατί ὅταν εἶναι ἡ σκέψη σου ἐκεῖ, θά φροντίσεις ὥστε καί οἱ πράξεις σου νά εἶναι τέτοιες πού νά σέ πᾶνε ἐκεῖ πού ἐπιθυμεῖς νά πᾶς.
ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΡΗΜΩΝΟΣ
∆ιὰ τοῦτο ἔλεγεν ὁ Σολομών·
Ματαιότης ματαιοτήτων, τὰ πάντα ματαιότης·
καὶ ὁ ∆αυῒδ λέγει· Ἐν εἰκόνι διαπορεύεται ἄνθρωπος.
Πλὴν μάτην ταράσσονται πάντες οἱ τὰ τοῦ παρόντος βίου πράγματα ἀγωνιῶντες·
ὄντως μάτην ταράσσονται, μάτην θορυβοῦνται, μάτην χειμάζονται, ἐπισυνάγοντες καὶ θησαυρίζοντες τὰ μετ’ ὀλίγον καταλειπόμενα·ἅπερ λαβεῖν μεθ’ ἑαυτῶν οὐ δυνάμεθα, ἀλλὰ πάντα καταλιπόντες, γυμνοὶ ὡς ἐγεννήθημεν πορευσόμεθα πρὸς τὸν φοβερὸν Δικαστήν.
Κἂν πάντας τοὺς θησαυροὺς συνάξωμεν, γυμνοὶ, σκοτεινοὶ, ἐλεεινοὶ, σκυθρωποὶ, τετραχηλισμένοι, τεταπεινωμένοι, συντετριμμένοι, ἔμφοβοι, ἔντρομοι, κατηφεῖς, ὀδυνηροὶ, εἰς γῆν τὸ πρόσωπον ἔχοντες, καὶ τοῦτο μετ’ αἰσχύνης συγκαλύπτοντες·
οὕτω πορευσόμεθα, οὕτως ἀναστησόμεθα,
οὕτω παραστησόμεθα εἰς ἐκεῖνο τὸ φρικτὸν καὶ πικρὸν ἀπροσωπόληπτον δικαστήριον,
ὅπου ἄγγελοι τρέμουσιν, ὅπου θρόνοι φοβεροὶ τίθενται, ὅπου αἱ βίβλοι τῶν πράξεων ἀνοίγονται,
,,,,Μετανοήσωμεν, δακρύσωμεν, ἐπιδειξώμεθα τῷ Θεῷ μετάνοιαν ἐμμέριμνον, καὶ ἁμαρτίαν μισήσωμεν…..