Στο μικρό δυάρι του κέντρου η Σούλα έπινε την τελευταία γουλιά από το καταραμένο φτηνιάρικο ουίσκι που ήξερε πως της ξεραίνει τα σωθικά, πως την σακατεύει, όμως είχε γίνει ένα με δαύτο, το ‘χε κολλήσει στο πετσί και στο είναι της.
Δεν είχε τίποτα πια να πιαστεί κι ούτε είχε και διάθεση.
Το σώμα της το έβλεπε να μαραίνεται μέρα με τη μέρα κι εκείνο το σφριγηλό που χάζευε στους καθρέφτες ήταν πια μια χαλαρή σάρκα ποτισμένη στην κυτταρίτιδα.
Δεν την ένοιαζε να είναι μόνη και τα κατάφερνε, όσο κι αν μια καλή κουβέντα χρειάζεται σε όλους.
Μεροκάματο ήθελε κι αυτό την πόναγε, που πια δεν το ‘βρισκε συχνά.
Το παρελθόν της το είχε πετάξει στα σκουπίδια, δεν ήταν δα και τίποτα σπουδαίο.
Κάποτε ήταν αναπληρωματική ”μις ομορφιά” κι εκεί ξεκίνησαν ”όλα”…
Πιτσιρίκα με μυαλά φουσκωμένα, έπεσε στα χέρια των επιτήδειων και κατέληξε σύντομα στην πορνεία.
Χρήματα περνούσαν πολλά από δίπλα της όμως χάνονταν σε προστάτες και διασκεδάσεις.
Η αμαρτία την έπνιγε κι ήθελε να την ξεχάσει διασκεδάζοντας, όσο κι αν δεν ξεχνιόταν και την έπνιγε περισσότερο.
Οικογένεια δεν θέλησε να φτιάξει ποτέ, με ποιόν άλλωστε…όλοι περνούσαν κι έφευγαν κι έπειτα έρχονταν άλλοι κι άλλοι…δεν άξιζε, είχε μέσα της καταρρεύσει η εικόνα του άνδρα αλλά και της γυναίκας…ήταν σάρκες με πάθη και τίποτα περισσότερο, σάρκες που έτρωγαν και τρωγόντουσαν μέχρι τα όρια, μέχρι την καταστροφή…
Ίσα που είχε προλάβει να αγοράσει το μικρό διαμέρισμα πριν σβήσουν ”τα φώτα της ράμπας”, πριν βγει στα αζήτητα, εκεί που ούτε ο τελευταίος ”πεινασμένος” θέλει να ακουμπήσει…
Τώρα ήταν μόνη… οι προστάτες δεν είχαν να της πάρουν τίποτα άλλο και φυσικά δεν είχαν να της δώσουν…
Κάποιες γλάστρες στο μπαλκόνι, το καυσαέριο του κέντρου, ένα φαγάκι που έβγαινε και δεν έβγαινε κι εκείνο τα καταραμένο φτηνό ουίσκι… αυτή ήταν η ζωή της πια…
Μεροκάματο έβρισκε σπάνια σε κάποιον ηλικιωμένο ζωγράφο που της ζητούσε να ποζάρει γυμνή.
Δεν την πείραζε το γυμνό, εξάλλου και οι δικές της ορμές κι εκείνες του γερο ζωγράφου ήταν ένα ιστορικό παρελθόν και τίποτα περισσότερο.
Εκείνος αισθανόταν Γκόγια, Πικάσο ή κάτι τέτοιο κι εκείνη απλά έβγαζε το φαγητό της και τα βασικά της έξοδα….
Οι πίνακες δεν ήταν άσχημοι και της άρεσε το φλου, το χωρίς λεπτομέρεια που παρουσίαζαν, αυτό που έκρυβε τις ατέλειες του κορμιού, το έκανε μια θαμπή κι ίσως ποθητή μορφή…
Εκείνο που την ενοχλούσε περισσότερο ήταν η εξάρτηση από το ποτό κι αυτό προσπαθούσε να πολεμήσει κι έψαχνε τρόπους και τρόπους μέχρι που κάποια μέρα έφτασε και στα σκαλιά της εκκλησίας.
Ήταν κάτι ξεχασμένο η εκκλησία, ξεχασμένο από τα παιδικά της χρόνια, κρυμμένο στα πιο παλιά της ”ντουλάπια”..
Η εκκλησία ήταν ένας παλιός κι όμορφος ναός του κέντρου, τότε που εκεί κατοικούσε ο καλός κόσμος, όμως πλέον οι λίγοι πιστοί ήταν κάποιοι από εκείνους τους παλιούς, όσους επέζησαν…
Καθόταν σε μια γωνιά ακούγοντας τη λειτουργία κι αυτό γινόταν όλο και συχνότερα κι αισθανόταν την καρδιά της να μαλακώνει, να γίνεται σαν κι αυτή που είχε όταν ήταν παιδί…
Διστακτικά πλησίασε και τον ιερέα κι αυτό έγινε όταν αισθάνθηκε πως πρέπει να εξομολογηθεί, να ξεφορτώσει τα βάρη της ζωής που είχε κάνει και που τα κουβαλούσε τόσα χρόνια σαν ένα βρώμικο φορτίο…
Η εκκλησία είχε αρχίσει να την αλλάζει…
Η εξομολόγηση την είχε ”ξαλαφρώσει” και το ουίσκι είχε αρχίσει και δεν έμπαινε στο σπίτι..
Φυσικά είχαν κοπεί και τα μεροκάματα στον γερο-ζωγράφο…δεν ταίριαζε να προσπαθεί να ξεφορτωθεί το παρελθόν και να ποζάρει γυμνή, η γύμνια αισθανόταν να της ξαναθυμίζει εκείνο το κακό παρελθόν, να την ξαναρίχνει στο βούρκο κι ας μην ήταν τέτοια η λογική του ζωγράφου…
Το κακό ήταν πως το φαγάκι πια δεν έβγαινε και ήταν φορές που έτρωγε από το συσσίτιο της εκκλησίας.
Δεν την πείραζε, δεν την ενοχλούσε που δεν μπορούσε πια να πληρώσει τους λογαριασμούς… είχε ξαλαφρώσει η ψυχή και τα υπόλοιπα θα έβρισκαν λύσεις…
Είχε αρχίσει να πηγαίνει τακτικότερα στον ναό, να ανάβει τα καντήλια και να φροντίζει για τα κεριά και κάποιες φορές την καθαριότητα…
Δεν πέρασε πολύς καιρός και της πρότειναν να γίνει νεωκόρος κι αυτό το δέχτηκε με χαρά αφού θα της έδινε και τα χρήματα που τόσο της έλειπαν..
Τα κατάφερε να κάνει τον ναό να λάμπει κι όλα να λειτουργούν τέλεια μέχρι που κάποια Χριστούγεννα την κάλεσαν στο γραφείο να της ανακοινώσουν πως δεν μπορούν να την έχουν εργαζόμενη στον ναό μιας και ”κάποιοι διαμαρτυρήθηκαν”….
Τελικά το παρελθόν την κυνηγούσε ακόμα, κάποιος ή κάποιοι την είχαν αναγνωρίσει και είχαν βάλει βέτο….
Όχι δεν θα σταματούσε τη σχέση με την εκκλησία, θα συνέχιζε την καθαρή ζωή και θα έβρισκε κάποιον άλλο τρόπο να ζει…
Τα σκουπίδια της έμοιαζαν μια κάποια λύση κι ίσως εκείνα τα αλουμινένια κουτάκια και τα ψευτομέταλλα που μπορούσε κάποια βράδια να μαζεύει.
Το πρωί πήγαινε πάντα στην εκκλησία, σε έναν άλλο ναό και στεκόταν πίσω από κολώνες και προσκυνητάρια φορώντας μαντήλι και μαύρα γυαλιά…δεν ήθελε να ξαναμάθει κανένας γι’ αυτήν…
Τα βράδια έψαχνε για κουτάκια και μικρομέταλλα που τα πουλούσε σε μια δυο μέρες για να βγάλει ίσα ίσα ένα πιάτο φαγητό…
Εκείνο που την ένοιαζε πια ήταν η ανοδική πορεία της ψυχής της κι έβλεπε πως αυτή η πορεία ήταν καλή και γινόταν καλύτερη μέρα με τη μέρα…
Δεν πέρασε πολύς καιρός και κατάλαβε πως ο κύκλος της ζωής της στον κόσμο δεν είχε πια να της δώσει τίποτα.
Το να ζει μαζεύοντας σκουπίδια δεν ήταν ντροπή, όμως δεν ήταν αυτό που ήθελε.
Σύντομα της μπήκε η ιδέα του μοναχισμού…
Μόνη ήταν στον κόσμο, μόνη θα ήταν και στο μοναστήρι, δυσκολίες είχε στην καθημερινότητα, δυσκολίες ίσως είχε κι εκεί, όμως θα είχε ίσως μια πιο γαλήνια μέρα, πιο ψυχοφέλιμη…
Ρωτούσε καιρό να μάθει για κάποιο αξιόλογο γυναικείο μοναστήρι και τελικά μιά μονή σε ένα ρουμελιώτικο βουνό ήταν αυτή που θα κατάληγε, έτσι αποφάσισε.
Ίσως καθυστερούσε λίγο η φυγή της αφού ήθελε να πουλήσει το μικρό διαμέρισμα και να πληρώσει κάποιες υποχρεώσεις που είχαν μείνει πίσω, όμως η απόφαση ήταν τελειωμένη…
Τρεις μήνες πέρασαν για να τακτοποιηθούν οι υποχρεώσεις κι έπειτα ένα σύντομο ταξίδι με λίγα πράγματα στη βαλίτσα…
Το παρελθόν έμοιαζε να μένει πίσω κι ένα καθαρό αέρι να γεμίζει τα πνευμόνια της καθώς πέρναγε την πόρτα του μοναστηριού…
Ήξερε πως κι εκεί θα υπήρχαν δυσκολίες, όμως ήταν αποφασισμένη να περπατήσει αυτή την ”οδό”.
Οι λίγες μοναχές τη δέχτηκαν με χαρά κι η περίοδος της δοκιμασίας ξεκίνησε.
Η δοκιμασία δεν έχει συγκεκριμένο χρόνο, είναι μια περίοδος που δίνει ευκαιρίες να καταλάβεις, να αποφασίσεις κι εκείνη αισθανόταν ήδη αποφασισμένη….
Η κουρά έγινε μετά από ένα χρόνο κι εκείνο τον χρόνο που μεσολάβησε η Σούλα είχε λάβει το διακόνημά της που ήταν οι κήποι του μοναστηριού και τα μποστάνια.
Η επαφή με τη γη και τον Θεό ήταν αυτό που την ολοκλήρωνε και που την έκανε να βλέπει τη ζωή σαν μια απλή περπατησιά με τώρα λιγότερες λύπες μιας και οι πολλές έμοιαζαν να είναι παρελθόν.
Ήταν πλέον η μοναχή Φιλοθέη, αυτό το όνομα είχε επιλέξει και στο μαύρο ράσο έσβηνε το παρελθόν και κάρφωνε μέρα μέρα τα σκαλιά της δικής της ανέλιξης προς τον ουρανό…
Μπορεί τα πρώτα σκαλιά της σκάλας να ήταν φαγωμένα και επισκευασμένα, όμως τούτα δω τα τωρινά ήταν πια γερά και το σαράκι τα φοβόταν….
«Πρώην»
Του Νίκου Νασόπουλου
Σχόλιο Ιστολογίου
Η κερδισμένη της υπόθεσης η πρώην πόρνη, μετέπειτα μοναχή που μέσα από τις τρικυμίες της ζωής οδηγήθηκε τελικά στο δρόμο προς το Χριστό και τη σωτηρία.
Οι χαμένοι της υπόθεσης οι μεγάλοι Χριστιανοί, που δε βλέπουν τα χάλια τους αλλά ξέρουν μόνο να κατακρίνουν και τους πειράζει, να σωθεί μία ακόμα ψυχή.
Μάλλον έχουν ξεχάσει το “μη κρίνετε ίνα μη κριθήτε”, την παραβολή του ασώτου υιού, τη μεγαλοψυχία του Χριστού μας, που όλα τα συγχωρεί, εφόσον υπάρξει ειλικρινής μεταμέλεια και πόσο χαίρεται κάθε που ένας αμαρτωλός επιστρέφει.
Και κάπως έτσι οι μεγάλοι Χριστιανοί χάνουν τον Παράδεισο και οι μικροί, ταπεινοί κερδίζουν τη βασιλεία των Ουρανών.
Κάπως σαν τον τελώνη και το Φαρισαίο…