Την ημέρα της εορτής της Αγίας Σκέπης της Θεοτόκου, το 1964, έλαβε χώρα η ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του Κ.Κ.Σ.Ε., η οποία αφαίρεσε όλες τις εξουσίες από τον Γενικό Γραμματέα Νικήτα Χρουστσόφ. Μια από τις συνέπειες αυτής της εξέλιξης ήταν ότι ετέθη τέλος σε έναν από τους σφοδρότερους διωγμούς στην πρόσφατη ιστορία της Ρωσικής Εκκλησίας. Γιά τους πιστούς ήταν ξεκάθαρο ότι η εξέλιξη αυτή είχε την υποστήριξη της Παναγίας, δεδομένου ότι ο διωγμός διήρκεσε έξι ολόκληρα χρόνια, κι έδειχνε να μην έχει τέλος, σε σημείο που όλοι πίστευαν ότι μιά μέρα θα «έδειχναν στην τηλεόραση τον τελευταίο ιερέα».
Ως ημερομηνία της επίσημης έναρξης της δίωξης μπορεί να θεωρηθεί η 16η Οκτωβρίου 1958, ημερομηνία κατά την οποία το Συμβούλιο Υπουργών της ΕΣΣΔ υιοθέτησε αποφάσεις αναφορικά με την κατάσταση των μοναστηριών και τη φορολογία εισοδήματος της Εκκλησίας. Δώδεκα μέρες πριν το Συνέδριο, η Κεντρική Επιτροπή του Κ.Κ.Σ.Ε. εξέδωσε ένα μυστικό διάταγμα “περί ελλείψεων στον τομέα της επιστημονικής και αθεϊστικής προπαγάνδας“, δίνοντας εντολή σε όλα τα μέρη και τα σοβιετικά όργανα να εξαπολύσουν μια επίθεση στα όποια “θρησκευτικά απομεινάρια”.
Στα χρόνια της δίωξης, ο αριθμός των ναών μειώθηκε στο ήμισυ κι αυτός των μοναστηριών στο ένα τρίτο. Περισσότεροι από 1.200 ανθρώπους κατέληξαν στη φυλακή, συμπεριλαμβανομένων πολλών επισκόπων. Στη χώρα των φυσικών και στιχουργών, της «Οτεπέλι» (ΣτΜ: η απο-σταλινοποίηση την εποχή του Χρουστσόφ η οποία έφερε την πολιτική φιλελευθεροποίηση, το κλείσιμο στρατοπέδων καταναγκαστικής εργασίας, την αποκατάσταση πρώην εγκλείστων), του «Βροχή Ιούλη μήνα» [1], έστελναν μοναχούς σε ψυχιατρεία όπου και τους έδιναν με το ζόρι ψυχοφάρμακα, η αστυνομία και οι ακτιβιστές της Κομσομόλ (Κομμουνιστικής νεολαίας) ασκούσαν βία στους προσκυνητές. Εκκλησίες και ιερείς δέχονταν επίθεση κάτω από την πλήρη αδράνεια μέχρι και σιωπηρή ενθάρρυνση των αρχών, ενώ μερικές φορές για να διασκορπιστούν οι κάτοικοι που εναντιώνονταν στο κλείσιμο ναών έπρεπε να επιστρατευτούν στρατιωτικές μονάδες. Η προσπάθεια οριστικού «ξεμπερδέματος» με το ζήτημα της Εκκλησίας υλοποιούνταν με σκληρότητα.
Φέρνουμε πίσω στην μνήμη πέντε ιστορίες που συνέβησαν κατά τη διάρκεια του διωγμού του Χρουστσόφ με πρωταγωνιστές γνωστούς ανθρώπους της Εκκλησίας, ιστορίες που χαρακτηρίζουν έντονα εκείνη την εποχή. Πέντε παραδείγματα αποφασιστικότητας. Τρεις από αυτές μαρτυρούν ότι οι διώκτες, κατά κανόνα, υπολόγιζαν μια έλλειψη αντίστασης, δεν ήταν έτοιμοι να αντιμετωπίσουν αμυνομένους και φοβόντουσαν. Εάν συναντούσαν αντίσταση, κάναν πίσω, όσο γελοίο και φανταστικό να ακούγεται αυτό για μια χώρα όπως η Ε.Σ.Σ.Δ. Και άλλες δύο ιστορίες οι οποίες μαρτυρούν ότι το πιο σημαντικό και το πιο δύσκολο πράγμα κατά τη διάρκεια της δίωξης ήταν η αποφασιστικότητα που επέδειξε ο ιερέας: στην μία περίπτωση να τελέσει προσευχή γιά τους εχθρούς του, προσευχή που τέλεσε το πρωί κι ήταν για εκείνους που του επιτέθηκαν την προηγούμενη νύχτα. Ή σε μια άλλη περίπτωση, η αποφασιστικότητα του ιερέα να κηρύξει σε μια άδεια εκκλησία χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα, σκεφτόμενος ότι κάποιος μπορεί να έχει έρθει στην εκκλησία κι απλά να μην τον έβλεπε στο σκοτάδι.
Μητροπολίτης Νικόδημος: Μόλις οι τροχοί αγγίξουν το έδαφος, πάτα Γκάζι!

Τσάϊκα (ΣτΜ: ρωσικής κατασκευής αυτοκίνητο) του Μητροπολίτη Νικοδήμου (Ροτόφ) είναι πιο πρόσφατο μοντέλο από το αυτοκίνητο στο οποίο γίνεται αναφορά στην συνέχεια. Πριν από μερικά χρόνια, επιδιορθώθηκε για χρήση στην συνοδεία των αυτοκινήτων του Πατριάρχη για επίσημες εκδηλώσεις. Στη φωτογραφία: άφιξη του Πατριάρχη Κυρίλλου στον Μέγα Εσπερινό του Πάσχα στον Καθεδρικό Ναό του Χριστού Σωτήρος, 15 Απριλίου 2012. Φωτογραφία: Υπηρεσία Τύπου του Πατριάρχη Μόσχας και Πασών Ρωσιών.
Για το πώς συνάντησαν στελέχη της Κομσομόλ τον νέο Μητροπολίτη Λένινγκραντ και Νόβγκοροντ Νικόδημο, αφηγείται ο Μητροπολίτης Σμολένσκ και Καλινινγκράντ Κύριλλος και νυν Παναγιώτατος Πατριάρχης, στη συλλογή «Άνθρωπος της Εκκλησίας»:
«Ήδη στην είσοδο του Καθεδρικού Ναού του Αγίου Νικολάου, κοντά στον περίβολό του, η Λιμουζίνα τύπου ΖΙΜ (ΣτΜ: σοβιετικής κατασκευής εξαθέσιο σεντάν) του Μητροπολίτη βρέθηκε μπροστά σε ένα μεγάλο πλήθος ψιλομεθυσμένων νεαρών που εμπόδιζαν το αυτοκίνητο να περάσει. Ο οδηγός του Μητροπολίτη, Μιχαήλ Πετρόβιτς, πρώην πιλότος μαχητικού αεροπλάνου που πέρασε από τον πόλεμο, άνθρωπος που δεν ιδρώνει το αυτί του, ζήτησε ήρεμα τον Βλαντίκα (ΣτΜ: Αρχιερέας) τι να κάνει. Ο Βλαντίκα αντέδρασε «στρατιωτικά» — «πάμε μπροστά». Ο Μιχαήλ Πετρόβιτς οδήγησε το αυτοκίνητο προς το πλήθος. Η απόσταση γινόταν ολοένα και μικρότερη. Όταν έμεναν μόνο μερικά εκατοστά, τα νεύρα εκείνων που στέκονταν στην περίμετρο δεν μπορούσαν να αντέξουν, οπότε χώρισαν στα δύο και το αυτοκίνητο πέρασε στον περίβολο του καθεδρικού ναού.
Προφανώς, έχοντας συνειδητοποιήσει ότι δεν κατάφεραν να εμποδίσουν το αυτοκίνητο του Μητροπολίτη, οι εξοργισμένοι νέοι μπλόκαραν το αυτοκίνητο από όλες τις πλευρές και βάλθηκαν να το σηκώσουν. Κάποια στιγμή, η ήρεμη φωνή του Μιχαήλ Πέτροβιτς ενημέρωσε τον Βλαντίκα ότι ήταν αδύνατο να προχωρήσει περισσότερο, καθώς το αυτοκίνητο ήταν ήδη στον αέρα. Ο Βλαντίκα παρέμενε εντελώς ήρεμος, απορροφημένος, συγκεντρωμένος. Μετά από σύντομη αναμονή, είπε: «Μόλις οι τροχοί του αυτοκινήτου αγγίξουν το έδαφος – πάτα γκάζι». Δεν χρειάστηκε να δώσει μια δεύτερη φορά την εντολή στον Μιχαήλ Πετρόβιτς. Μόλις κατέβασαν το αυτοκίνητο στο έδαφος, πάτησε γκάζι. Η ταχύτητα ήταν βέβαια χαμηλή, και γι’ αυτό δεν τραυματίστηκαν όσοι ήταν γύρω από το αυτοκίνητο. Αλλά οι αποφασιστικές ενέργειες του οδηγού φόβισαν το πλήθος, και χωρίστηκε. Με μεγάλη δυσκολία, το αυτοκίνητο έφτασε στην είσοδο του ιερού. Και βέβαια ούτε λόγος περί πανηγυρικής εισόδου του αυτοκινήτου στο Ναό από την κεντρική είσοδο η οποία και ήταν ζωσμένη επίσης από νεαρούς.
Αρχιμανδρίτης Αλύπιος. Αυτός που περνά στην επίθεση, αυτός και κερδίζει

Πολλές ιστορίες έχουν φτάσει μέχρι τις μέρες μας για τον αγώνα του ηγούμενου του μοναστηριού τών Σπηλαίων του Πσκόφ, αρχιμανδρίτη Αλύπιος (Βορόνοφ) για να σώσει το μοναστήρι από το κλείσιμο. Έχουν αποτυπωθεί τόσο στο βιβλίο «Σχεδόν άγιοι» όσο και στα απομνημονεύματα του διάσημου αναστηλωτή Σάββα Γιάμσικοφ. Στις μέρες μας, πολλές από αυτές τις ιστορίες, κάποιος που δεν έχει ζήσει τέτοιες καταστάσεις, τις διαβάζει σαν ιστορικά ανέκδοτα, χαμογελώντας με το πόσο ωραία και καλά πήγαιναν οι μοναχοί να ψηφίσουν σε πομπή ή πώς ο ηγούμενος έβαλε τους αλεξιπτωτιστές του Πσκοφ στην θέση τους. Αλλά, εκείνη την εποχή, μόνο για γέλια δεν ήταν όλα αυτά. Παραθέτουμε στην συνέχεια ένα παράδειγμα ετοιμότητας για αυτοθυσία. Ιδού το απόσπασμα από το κήρυγμα του Αρχιμανδρίτη του μοναστηριού των Σπηλαίων του Πσκόφ Ναθαναήλ (Ποσπέλοφ) την ημέρα της εικοστής επετείου του θανάτου του πατέρα Αλύπιου:
«Αυτός που περνά στην επίθεση, αυτός και κερδίζει» — αυτή την αρχή κουβάλησε ο πατέρας Αλύπιος από την κοσμική ζωή, από τις τρομερές εποχές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ωστόσο, αυτήν την αρχή την ακολούθησε πάντα, ειδικά όταν επρόκειτο για περιπτώσεις άδικης καταπίεσης του μοναστηριού, των πιστών.
Όταν ο πατέρας Αλύπιος έκαψε το χαρτί (με προσωπική υπογραφή του Ν. Χρουστσόφ) σχετικά με το κλείσιμο του μοναστηριού των Σπηλαίων του Πσκόφ μπροστά στους «απεσταλμένους της σοβιετικής Εξουσίας», εστράφη προς αυτούς και τους είπε:
— Προτιμώ τον μαρτυρικό θάνατο παρά να κλείσω τη μονή.
Όταν ήρθαν για να πάρουν τα κλειδιά του Μοναστηριού διέταξε τον υπάλληλό του:
«Πατέρα Κορνήλιε, έλα εδώ με ένα τσεκούρι, θα κόψουμε κεφάλια σήμερα!»
Μετά από αυτά τα λόγια του και βλέποντας την αποφασιστικότητα στα μάτια του π. Αλύπιου, αυτοί που ήρθαν να πάρουν τα κλειδιά έφυγαν άπραγοι».
Άγιος Αμφιλόχιος του Ποτσάεφ: Άνθρωποι, κυνηγήστε τους!

Από μια ιστορία που σχετίζεται με τον βίο του Αγίου Αμφιλόχιου στην Λαύρα του Ποτσάεφ (ΣτΜ: Ορθόδοξο μοναστήρι στην κωμόπολη Ποτσάεφ στην δυτική Ουκρανία. Eπί αιώνες το σημαντικότερο πνευματικό κέντρο της Ορθοδοξίας στην δυτική Ουκρανία), ο οποίος αγιοκατατάχθηκε πρόσφατα από την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας (ΣτΜ: του Πατριαρχείου Μόσχας) μαθαίνουμε για το πώς εμψύχωσε τους προσκυνητές να απομακρύνουν τους αστυνομικούς που είχαν έρθει να κλείσουν τον καθεδρικό ναό της Τριάδας. Τον καιρό που συνέβησαν τα γεγονότα, ο Μοναχός Αμφιλόχιος δεν είχε ακόμη πάρει το Σχήμα, γι’ αυτό κι ονομαζόταν Ιερομόναχός Ιωσήφ:
«Φθινόπωρο 1962, καλέσαν τον Γέροντα στην πόλη Brody, σαράντα χιλιόμετρα από το Ποτσάεφ, για να δει ένα κορίτσι με σπασμένο χέρι (ο Άγιος Αμφιλόχιος ήταν γνωστός ως καλός βοτανολόγος και ορθοπεδικός). Επέστρεψε στο μοναστήρι μέσω της πύλης από την άλλη πλευρά κι έτσι δεν είδε τι συνέβαινε στον καθεδρικό ναό της Τριάδας. Ο μοναχός δεν πρόλαβε καλά-καλά να ανοίξει την πόρτα του κελιού του, όταν ένας δόκιμος έτρεξε προς αυτόν και βιαστικά του ανακοίνωσε ότι ο καθεδρικός ναός τελούσε υπό κατάσχεση κι ότι ο αρχηγός της αστυνομίας είχε ήδη πάρει τα κλειδιά από τον ηγούμενο. Ο π. Ιωσήφ έσπευσε στον ναό. Ήταν γεμάτος, και στην πόρτα της Εκκλησίας στέκονταν καμιά ντουζίνα αστυνομικοί με τον επικεφαλής τους.
Ο Γέροντας πλησίασε τον επικεφαλής και απροσδόκητα άρπαξε τα πολλά κλειδιά από τα χέρια του. Δίνοντάς τα στον νεαρό ηγούμενο Αυγουστίνο, που στέκονταν εκεί, είπε (ΣτΜ: στην ουκρανική): «Φύλαξέ τα και μην τα δώσεις σε κανέναν». Στους αμήχανους αστυνομικούς είπε: «Ο Αρχιερέας είναι το αφεντικό στην Εκκλησία! Κι όσο για σας πάρτε δρόμο! Άνθρωποι, διώξτε τους», απευθυνόμενος στους παρευρισκόμενους ντόπιους. Εμψυχωμένοι από την έκκληση του αγαπημένου πατρός τους, οι ντόπιοι προσκυνητές έσπευσαν να πάρουν κονταρόξυλα και όρμησαν καταπάνω στους αστυνομικούς, οι οποίοι φοβήθηκαν τόσο που ετράπησαν σε φυγή».
Γέροντας Ιωάννης Κρεστιάνκιν. Δέηση για τους εχθρούς του

Μετά την αποφυλάκισή του το 1955, ο ιερέας Ιωάννης Κρεστιάνκιν (αργότερα Αρχιμανδρίτης, γνωστός εξομολογητής της μονής τών Σπηλαίων του Πσκόφ) λειτούργησε στο Πσκόφ και στη συνέχεια στη μητρόπολη Ριζάν. Καθότι υπήρξε κρατούμενος, του απαγορευόταν να ζει στην Μόσχα. Από τον Δεκέμβριο του 1959 λειτουργούσε στην εκκλησία του Άγιου Κοσμά και Δαμιανού στο χωριό Λέτοβο, στην περιοχή Ριζάν. Πολύ σύντομα, άρχισαν να καταφθάνουν ανώνυμες επιστολές, oι συγγραφείς των οποίων ορκίζονταν στην «έντιμη Κομσομόλ» κι απειλούσαν να κρεμάσουν αυτόν τον “γυαλάκια” από τον στύλο ενός φαναριού. Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 1961, οι μοχθηροί βάλθηκαν να κάνουν τα λόγια πράξεις. Διαβάζουμε τα εξής στην βιογραφία του π. Ιωάννη:
«Σκιές με μάσκες και κουκούλες διείσδυσαν στην κατοικία του ιερέα, η οποία ήταν κάπως απομονωμένη, κοντά στην εκκλησία... Στην αρχή τον εκφόβισαν κι απαίτησαν να τους δοθούν τα κλειδιά της εκκλησίας και τα χρήματα, και αφού έλαβαν την απάντηση ότι δεν είχε ούτε το ένα ούτε το άλλο, οι εξαγριωμένοι επισκέπτες έβαλαν χέρια και πόδια του πίσω από την πλάτη του, βάλαν ένα κουρέλι στο στόμα του και βάλθηκαν να ψάχνουν παντού, ψάξιμο που συνοδεύονταν από ανελέητες καταστροφές, άσεμνες βρισιές και ξυλοδαρμούς του ομήρου τους. Όταν σταμάτησαν πλέον να ψάχνουν, και μη έχοντας βρει τίποτε, αποφάσισαν να σκοτώσουν τον αυτόπτη μάρτυρα. Kι ενώ χλεύαζαν την πίστη του ιερέα, τον έριξαν μπροστά στις εικόνες για «να ικετεύσει για πάει στον Παράδεισο». Ξαπλωμένος στο πλευρό του, ο πάτερ εστίασε το βλέμμα του στην εικόνα του Ιωάννη του Θεολόγου, που βρίσκονταν στο κέντρο και βυθίστηκε στην προσευχή. Δεν θυμάται πόση ώρα προσευχόταν και όταν ήρθε η αυγή, άκουσε κάτι να κινείται μέσα στην αίθουσα. Πάνω του έπεσε ο Αλεξέι (βοηθός του π. Ιωάννη στα κατασκευαστικά έργα. Οι επιτιθέμενοι τον είχαν δέσει κατά τη διάρκεια της επίθεσης, αλλά αυτός κατάφερε να απελευθερωθεί), νομίζοντας ότι ο πάτερ ήταν νεκρός, αλλά όταν πείσθηκε ότι ήταν ακόμη ζωντανός, με τρέμουλο στα χέρια άρχισε να ξετυλίγει το καλώδιο γύρω από το σώμα του. Αν και δεν ήταν ακόμη στα συγκαλά του, απελευθέρωσε το στόμα του πατρός από το κουρέλι. Οι δυο τους βάλαν γρήγορα σε τάξη το ερειπωμένο δωμάτιο, υποβοηθούμενοι από την Χάρη του Κυρίου: «παιδεύων ἐπαίδευσέ με ὁ Κύριος καὶ τῷ θανάτῳ οὐ παρέδωκέ με» (Ψαλμός 117:18)
Και το πρωί ο ιερέας λειτούργησε. Και στον ναό, όλοι με έκπληξη σημείωναν τον ασυνήθιστο τρόπο με τον οποίο ξεκίνησε την Λειτουργία: με μια προσευχή Ευχαριστιών και μνεία των νυκτερινών επισκεπτών του, τα ονόματα των οποίων «Κύριε, εσύ ξέρεις!» [2]. Και σχεδόν κανείς δεν κατάλαβε ότι προσεύχεται για ληστές που δεν ξέραν τι κάναν».
Ηγούμενος Σεραφείμ (Τυάποτσκιν). Προσευχή στο σκοτάδι

Αφού επέστρεψε από φυλάκιση και εξορία, ο ηγούμενος Σεραφείμ (Τυάποτσκιν, αργότερα αρχιμανδρίτης) ήταν σε τέτοιο βαθμό εξαντλημένος που στο εκκλησιαστικό συμβούλιο του χωριού Ρακίτνοε, ενορίας στην οποία διορίστηκε, γκρίνιαζαν με δυσαρέσκεια. Τι είδους ιερέας είναι αυτός, «σκελετό» μάς στείλανε… Ταξίδεψε μέχρι το χωριό στο πίσω μέρος ενός φορτηγού. Όλοι κάθονταν, ήταν ο μόνος που στέκονταν όρθιος. Κανείς δεν παραχωρούσε την θέση του σε έναν μεσήλικα άνδρα, σε έναν ιερέα. Τα πρώτα χρόνια στο Ρακίτνοε, ζούσε σε ένα κρύο σπίτι — έχυνε σκουριασμένο νερό σε ένα κουτί κονσέρβας, έριχνε μέσα παξιμάδια και τα έτρωγε. Και πώς έπρεπε να λειτουργήσει; Ιδού μια ιστορία από το βιβλίο «Ο Γέροντας Αρχιμανδρίτης Σεραφείμ (Τυάποτσκιν) του Μπέλγκοροντ»:
«Ο διοικητής της περιοχής επέτρεπε να λειτουργεί στην εκκλησία μόνο τη νύχτα, έτσι ώστε οι άνθρωποι να πηγαίνουν στο κολχόζ (ΣτΜ: συλλογικό αγρόκτημα στην Ε.Σ.Σ.Δ.) και όχι στο ναό. Την Κυριακή, επιτρέπονταν να λειτουργήσει μέχρι τις 9.00, και στη συνέχεια έμπαινε λουκέτο στην εκκλησία. Ο πατέρας Σεραφείμ κάποτε είπε στον εγγόνο του: «Καλά που ήξερα την λειτουργία απέξω, γιατί δεν υπήρχαν κεριά, μόνο ένα καντήλι. Η εκκλησία ήταν άδεια. Δεν υπήρχε κανείς για να ψάλλει, ούτε για να αναγνώσει, ούτε υπήρχε κανένας για να ετοιμάσει το θυμιατήρι. Αλλά μπορούσα να κάνω λειτουργία όλη τη νύχτα». Ρώτησα: «Και καλά, για ποιόν ήταν το κήρυγμα αν η εκκλησία ήταν άδεια;». Κι η απάντηση που έλαβα ήταν: «Μα δεν θα μπορούσε να είναι κάποιοι στο σκοτάδι; Γι’ αυτούς ήταν.». Βάλτε τώρα με το μυαλό σας: σε έναν σκοτεινό ναό, νύχτα με παγετό, ένας ιερέα κάνει κήρυγμα και, είμαι βέβαιος γι’ αυτό, κλαίει από έπαρση, όπως το συνηθίζει».
Μετάφραση για το gr.pravoslavie.ru: Γρηγόριος Μάμαλης
12/2/2019
[1] ΣτΜ: σοβιετικό φιλμ του 1966. Όπως σχολίαζε ο ένας εκ των δύο σεναριογράφων, ο Ανατόλιι Γριμπνιόφ, «οι ήρωες επιδιώκουν να καθορίσουν τη στάση τους ως προς τον εαυτό τους στη ζωή, κι αναζητούν ένα ηθικό ιδεώδες». Οι ήρωες αναθεωρούν πολλές από τις μέχρι τώρα αντιλήψεις τους .. Η (πρωταγωνίστρια) Λένα έχει πολλά να σκεφτεί ξανά. Αρχίζει να κατανοεί ότι οι προηγούμενες αξιολογήσεις της ήταν επιφανειακές, όλα τώρα εμφανίζονται μπροστά της διαφορετικά, γίνονται πιο σαφή, πιο ευδιάκριτα. Συνήθως είναι κάποια απώλεια που οδηγεί σε μια τέτοια επαναξιολόγηση... Αυτή είναι η περίπτωση της Λένας η οποία χάνει το κοντινότερο της άτομο, που γίνεται ξένος και απόμακρος.
[2] Η πλήρης φράση «και τα ονόματά τους, Κύριε τα ξέρεις», συναντάται στο Τυπικόν Μνημόνευσης τών εκλειπόντων της Μονής της Τριάδος-Κολεσνίκοβ, Μονής του 1634—1764, η οποία βρισκόταν κοντά στην πόλη Ντανίλοφ της περιφέρειας του Γιαροσλάβλ (Πηγή: http://www.uspensk.ru/iz-china-pominoveniya-usopshix-troice-kolesnikovoj-danilovoj-pustyni-1600-e-gody/ )
ΠΗΓΗ: https://gr.pravoslavie.ru/126045.html