✨ Όταν κάποιος ζητούσε έξοδο, ο Αρσένιος πρόθυµα τον αντικαθιστούσε. Πολλοί εκµεταλλεύονταν την καλωσύνη του και τον θεωρούσαν κορόιδο.
✨ Ο ίδιος όµως ένιωθε χαρά από την θυσία, και συγχρόνως εύρισκε ευκαιρία να μενη µόνος και να προσεύχεται.
✨Ο Διοικητής του έλεγε: «Τι θα γίνει με αυτόν τον άνθρωπο (Αρσένιο); Δεν λέει ποτέ να ξεκουραστή».
✨Κάποτε είχε 39,5 πυρετό αλλά δεν ζήτησε να βγη ελεύθερος υπηρεσίας. Τελικα δεν άντεξε και έπεσε λιπόθυµος.
✨ Οι στρατιώτες τον έβαλαν στο φορείο για να τον πάνε στο Νοσοκοµείο, και τον φώναζαν ειρωνικά με µοναχικά ονόµατα:
✨«Ε, Βενέδικτε, Ακάκιε». Είχαν καταλάβει ότι θα γίνει µοναχός. Η ειρωνεία µετατράπηκε σιγά-σιγά σε εκτίµηση και θαυµασµό.
✨Τους αλλοίωσε ο τρόπος της ζωής του, η µεγάλη αγάπη και ο ακέραιος χαρακτήρας του.
✨Δεν τον θεωρούσαν πλέον κορόιδο, αλλά θησαυρό και ευλογία για την Μονάδα.
✨Πάντως η ειδικότητα του ασυρµατιστού τον απάλλαξε από την ένοπλη συµµετοχή στον πόλεµο, και έτσι, θεία χάριτι, διαφυλάχθηκε από το να φονεύση άνθρωπο.
✨ Προοιµίαζε δε και την µετέπειτα ιδιότητά του ως µοναχού, να στέλνη σήµατα στον Θεό (να προσεύχεται).
Οι περισσότεροι στρατιώτες είχαν πνεύµα θυσίας, αλλά ο Αρσένιος ήταν άφοβος στους κινδύνους και στον θάνατο.
Πολλές φορές κινδύνευσε να συλληφθή αιχµάλωτος και αντίκρυσε τον θάνατο από πολύ κοντά.
Κάποτε επρόκειτο να ρίξουν κλήρο για το ποιός θα πάει στο χωριό για εφόδια.
«Θα πάω εγώ», είπε ο Αρσένιος. Τον είδαν οι αντάρτες, αλλά τον πέρασαν για δικό τους. Πήρε τα εφόδια και γύρισε πίσω.
Όταν έβαζαν κάποιον να κάνη επικίνδυνη βάρδια η περίπολο, τον ρωτούσε ο Αρσένιος: «Τι οικογένεια έχεις;».
Αν του έλεγε, «είµαι παντρεμενος, έχω και παιδί», έλεγε, «καλά».
Πήγαινε στο υπασπιστήριο, τον άλλαζε και πήγαινε αυτός στην θέση του.
Τον άλλο ασυρµατιστή δεν τον άφηνε να κουβαλά ούτε τον ασύρµατο, ούτε την µπαταρία, για να είναι ελεύθερος σε περίπτωση κινδύνου να σωθή.
«Σε µιά µάχη», διηγήθηκε, «είχα σκάψει µιά µικρή λακκούβα. Έρχεται ένας και µου λέει:
«Να µπώ και εγώ;» Στριµώχθηκα και με δυσκολία χωρέσαµε. Έρχεται και άλλος. Τον άφησα και αυτόν και εγώ βγήκα έξω. Σε µιά στιγµή με παίρνει ένα βλήµα ξυστά στο κεφάλι. Δεν είχα κράνος, φορούσα µόνο κουκούλα.
Πιάνω με το χέρι µου το κεφάλι, δεν βλέπω αίµατα. Το ξαναπιάνω, τίποτα. Το βλήµα είχε περάσει ξυστά από το κεφάλι µου και είχε ξυρίσει µόνο τα µαλλιά και έκανε µιά γραµµή έξι πόντους φάρδος χωρίς µαλλιά και ούτε γρατζουνιά δεν άφησε.
Το είχα κάνει με την καρδιά µου. «Καλύτερα», είπα, «να σκοτωθώ µιά φορά εγώ, παρά να σκοτωθή ο άλλος, και µετά να με σκοτώνη η συνείδηση µου σε όλη µου την ζωή.
Πως να αντέξω µετά, όταν θα σκέφτοµαι ότι µπορούσα να τον σώσω και δεν τον έσωσα;» Και ο Θεός φυσικά βοηθά πολύ αυτόν που θυσιάζεται για τους άλλους».
Διηγήθηκε ο Άγιος:
«Έκανα έρανο µεταξύ των στρατιωτών και αγόρασα καντήλια και µανουάλια για κάποιο εξωκκλήσι του αγίου Ιωάννου του Προδρόµου.
Εκεί κοντά είχε καταυλισµό η διλοχία µας.» Ήρθαν χειµώνα καιρό οι µεταγωγικοί (χωρικοί, κυρίως γυναίκες και παιδιά) με τα ζώα και µάς έφεραν προµήθειες.
Επειδή χάλασε ο καιρός και άρχισε να χιονίζη, κάθησαν να διανυκτερεύσουν σε πρόχειρες ελάτινες σκηνές
» Κάποιος Ανθυπολοχαγός κτηνώδης ενωχλούσε µιά νέα. Εκείνη η καημένη προτίµησε να πεθάνη παρά να αµαρτήση. Έφυγε και την ακολούθησε και µιά ηλικιωμένη.
Βάδιζαν μεσα στα χιόνια και βρέθηκαν στο εξωκκλήσι, αλλά η πόρτα ήταν κλειστή.
Έµειναν έξω, κάτω από το υπόστεγο τρέµοντας από το κρύο.
»Την ίδια νύχτα µού ήρθε ξαφνικά ένας επίµονος λογισµός να πάω στο εξωκκλήσι να ανάψω τα καντήλια. Το χιόνι είχε φθάσει τα ογδόντα εκατοστά περίπου.
Πήγα και χωρίς να γνωρίζω τι προηγήθηκε, βρήκα έξω από το εξωκκλήσι τις δύο γυναίκες µελανιασμενες από το κρύο.
Τις έδωσα από ένα γάντι, άνοιξα την πόρτα, µπήκαν μέσα και αφού συνήλθαν κάπως, διηγήθηκαν τα σχετικά.
«Εγώ», είπε η νέα, «έκανα ο,τι µπορούσα. Από κει και πέρα, ας κάνη και ο Θεός τα υπόλοιπα». Τις συµπόνεσα τις καημένες και αυθόρµητα τις είπα: «Τελείωσαν τα βάσανά σας. Αύριο θα πάτε στα σπίτια σας», όπως και συνέβη».
Ο Ανθυπολοχαγός, όταν έµαθε Ότι ο Αρσένιος τις βοήθησε και σώθηκαν, ίσως για να καλύψη την ενοχή του, διέδιδε συκοφαντικά ότι ο Εζνεπίδης έβαλε στην Εκκλησία τους µεταγωγικούς με τα µουλάρια.
Τον κάλεσε ο Διοικητής σε απολογία. «Τόσο ασυνείδητος είµαι, κ. Διοικητά, να βάλω τους µεταγωγικούς με τα µουλάρια μεσα στην Εκκλησία;», είπε.
Οµως δεν φανέρωσε την υπόθεση του ένοχου Ανθυπολοχαγού˙ απολογήθηκε µόνον επειδή τον κατηγόρησαν για καταφρόνηση του οίκου του Θεού.