Ο Γερο-Χαραλάμπης ο Κομποσχοινάς που έβλεπε Αγγέλους:
Μια μέρα τότε στην κατοχή των Γερμανών με πήγε σε μια σπηλιά στα βουνά της Πεντέλης έξω από την Αθήνα, για να κάνουμε τριήμερο νηστεία και αγρυπνία και προσευχή για τις συμφορές της κατοχής, την πείνα, την γύμνια, τα βασανιστήρια της Γκεστάπο, για τους τόσους σκοτωμούς και για όσους υπέφεραν τότε πολλών πολλών ειδών κακουχίες.
Μερικοί πέθαιναν και στον δρόμο απ’ την πείνα…
Την ημέρα είχαμε αναμμένο ένα καντηλάκι μπροστά στο άγιο εικόνισμα της Παναγίας.
Τη νύχτα το σβήναμε για να μην γίνουμε αντιληπτοί από τους Γερμανούς.
Τη δεύτερη όμως νύχτα, εντελώς ξαφνικά, ένα αστραφτερό ουράνιο τόξο κύκλωσε την εικόνα της Παναγίας.
Λάμψη και ακτινοβολία άλλο πράγμα, έξω απ’ τον γήινο κόσμο που ζούμε.
Δεν άντεξα, έπεσα κάτω, διηγείται ο ίδιος, και άρχισα αμέτρητες στρωτές μετάνοιες.
Δεν ξέρω πόσες έκανα.
Κατάκοπος ακούμπησα στον βράχο της σπηλιάς και με κλειστά τα μάτια άρχισα να λέγω συνεχώς την Ευχή, Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με.
Σε λίγο με φωνάζει η μοναχή και ανοίγοντας τα μάτια μου αντίκρυσα έκπληκτος υπερουράνιες υπάρξεις.
Άγγελοι περνούσαν μπροστά από την εικόνα της Παναγίας.
Από τη μια πλευρά της σπηλιάς έμπαιναν και από την άλλη έβγαιναν.
Τι ομορφιά!
Η ωραιότητα των Αγγέλων δεν περιγράφεται.
Τα έλεγε αυτά και έκλαιγε και αυτός που τα άκουσε και αυτός που τα διηγείτο.
Τα πρόσωπα ολοφώτεινα, ο χιτώνας φωτεινός.
Τα μαλλάκια τους όμορφα ριγμένα προς τα πίσω, οι φτερούγες ανοιχτές.
Μόλις έφταναν στην εικόνα της Παναγιάς μάζευαν τις φτερούγες, σταύρωναν τα χέρια και προσκυνούσαν την Θεοτόκο.
Έκλεισα τα μάτια γιατί δεν θεωρούσα τον εαυτό μου άξιο να βλέπει Αγγέλους και μάλιστα μπροστά σε αυτήν την ουράνια πορεία που είχαν.
Έμοιαζαν όλοι, ελάχιστα διέφεραν απλώς και μόνο για να δείχνουν ότι είναι διαφορετικά πρόσωπα ο ένας από τον άλλον, ενώ ήσαν κατά πάντα ίδιοι.
Δεν σκέφτηκα να παρακαλέσω εκείνη την ώρα την Παναγία να δώσει ευλογία να μου πουν τα ονόματά τους, αφού τα είχα χάσει.
Εκείνη την ώρα δεν σκέπτεσαι τίποτα, μόνο κοιτάζεις, χαίρεσαι, απορείς, θαυμάζεις και νοιώθεις απέραντη απέραντη ευτυχία.
Ο φόβος εξαφανίζεται.
Πέρασαν και Αρχάγγελοι οι οποίοι ξεχώριζαν λίγο από τους Αγγέλους. Αυτοί είχαν κάτι ρίγες χρυσές πάνω στο ένδυμά τους.
π. Στέφανος Αναγνωστόπουλος