Τρία αδέρφια είμασταν.Είχε κι ένα στην κοιλιά η μάνα,και το καρτέραγε πως και πως. Το γιατί δεν το ξέρω. Λες και εμείς τα τρία δεν είχαμαν αξία για κείνη.

mike
By
215 Views
4 Min Read

Άντε και το γέννησες της έλεγα,στο γαϊδούρι,που θα το κρεμάσεις αυτό; Εμάς καλά καλά δεν χωράει. Αρμαθιασμένα μας είχε,σαν κρεμμύδια και μας κρέμαγε στο σαμάρι.

Τον μεγάλο τον είχε κρεμάσει απ’τα καπούλια του γαϊδουριού σε μια αυτοσχέδια θέση που ήταν φτιαγμένη με μια καρώ παλιομαντήλα.

Μια φορά σκίστηκε,κι έπεσε ο αδερφός μου,και σταμάτησε στην άκρη ενός γκρεμού.

Δεν τον πήραμαν χαμπάρι,γιατί τον είχε κρεμασμένο πισώπλατα.

Τόσο της έκοβε…

Άμα φτάσαμαν στο χωράφι κι έλειπε,μου είπε παρ’το δρόμο πίσω κι όπου τον βρεις να τον φέρεις.

Και τον βρήκα στην άκρη του γκρεμού. Το κορμάκι του,είχε σκαλώσει σε κάτι θάμνους,που είχαν λυγίσει και κείνοι από το βάρος.

Στο τσακ τον πρόλαβα,και γύραμαν στα χωράφια.

Από τότε έραψε καλά την παλιομαντήλα,την μπόλιασε με κάτι σκουτιά παλιά και τον κρέμαγε απ’την μεριά που βλέπαμαν και μεις.

Αργότερα μου έλεγε,ας μ’άφηνες να πέσω στο γκρεμό,γιατί τα βάσανά του ήταν πολλά.

Σ’ένα καλάθι είχαμαν μέσα το νερό,ένα ξεροκόμματο ψωμί που το μουσκεύαμαν στο γάλα,μια χούφτα μουχλιασμένες ελιές που τις πηγαίναμαν πάνω κάτω χωρίς να μας τις δίνει,και μια τριχιά που την είχε μαζέψει η μάνα δεν ξέρω από που.

Μια φορά μ’αυτή την τριχιά θέλησε να πνιγεί,κι είχε και το παιδί στην κοιλιά.

Την πέρασε την θηλιά στο λαιμό,αλλά για καλή της τύχη; κακή της τύχη; πέρασε ο ταχυδρόμος την μέρα εκείνη,σε έκτατο δρομολόγιο και την βρήκε. Έκοψε την τριχιά και σωριάστηκε η μάνα σιάδι μισοπεθαμένη.

Ήταν κι η πρώτη φορά τότε που ακούσαμαν τον πατέρα να της λέει,τι θα γίνονταν τα παιδιά αν πέθαινες; Τι θα γίνονταν;

Θα τα μεγάλωνε του’πε αυτή που καβαλάς.

Αυτή που χάνεσαι τα βράδια κι είσαι στην αγκαλιά της,και μένα μ’έχεις μόνο να σου γεννοβολάω,να σου μεγαλώσω την φαμίλια να’χεις να δουλεύουν και συ να μπεκροπίνεις.

Έννοια σου της είπε,μα και κείνη γκαστρωμένη είναι και θα το κάνετε τον ίδιο μήνα.

Τον ίδιο μήνα γεννήσανε. Της παστρικιάς πέθανε στην γέννα,και το δικό μας σακατεμένο βγήκε.

Η παστρικιά τον έδιωξε τον πατέρα γιατί του χρέωσε πως αν είχε φέρει την μαμή,το παιδί της θα ζούσε,κι η μάνα από τότε που γέννησε το σακάτικο δεν τον θέλησε ξανά. Δεν τον έμπασε στο σπίτι μέσα.

Έξω κοιμόταν.

Πότε στο μαντρί με τις προβατίνες,πότε στην καλύβα που’χαμαν για το γαϊδούρι,και πότε κάτω από το χαγιάτι έξω από την πόρτα του γείτονα. Κι άμα ξύπναγε ο γείτονας νωρίτερα από κείνον,τον δρασκέλαγε κι έφευγε.

Ετούτο το’κανε για να μην τον πάρει για μεροκάματο. Γι’αυτό κοιμόταν και κείνος στην πόρτα του. Να τον ξυπνήσει να πάει να πάρει κάνα φράγκο να πιει.

Αλλά ο γείτονας όταν κατάλαβε πως δεν τα δίνει στο σπίτι του,δεν τον ξαναπήρε στη δουλειά,μόνο έλεγε στην γυναίκα του,αν τον δεις να κοιμάται απ’εξω από την πόρτα μας,δώστου ένα πιάτο φαΐ.

Τίποτα άλλο και διώξε τον.

Δεν μας έφτανε η φτώχια,είχαμαν και το σακατεμένο μας. Το είχε ο αδερφός μου αναλάβει. Όλη μέρα στην πλάτη του το είχε.

Η μάνα στις δουλειές της,είχαμαν μεγαλώσει και μεις,δεν μας κρέμαγε πια στο γαϊδούρι.

Μοναχά μας άφηνε στο σπίτι με το σακατεμένο. Το κρέμασμα το’χαμε μάθει καλά από την μάνα.

Μια που πήγε να κρεμαστεί αυτή,μια που κρέμαγε εμάς μαζί με το καλάθι και δυο αγγειά ξεγάνωτα,να τα’χει στα χωράφια να πετάξει μέσα λίγο γάλα να βράσει,να μην το πιούμε άβραστο.

Το’χαμε μάθει καλά το κρέμασμα,κι έτσι κρεμάγαμαν και το σακατεμένο στην πλάτη του μεγάλου,για να μπορεί να κάνει κι αυτός καμιά δουλειά έξω από το σπίτι.

Ελευθερία Λάππα

Τα πρόσωπα της φωτογραφίας,δεν έχουν καμία σχέση με την ιστορία. Η φωτογραφία είναι από το διαδίκτυο.

add
TAGGED:
Share This Article
Δεν υπάρχουν Σχόλια

Αφήστε μια απάντηση